← Κύπρος

Καλλία ν. Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1036

Καλλία ν. Δημοκρατίας

(1997)4 ΑΑΔ 1036 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1997)4 ΑΑΔ 1036 23 Απριλίου, 1997 [ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΑΙΡΗ ΚΑΛΛΙΑ, Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ 1.ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, 2.ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 552/95) Φόρος Προστιθέμενης Αξίας - Στοιχεία και Αρχεία - Άρθρο 39 του Ν.246/90 και Κ.Α.Π. 114/92, Άρθρο 3
(3)- Βιβλία αποθήκης ή καταστάσεις αποθεμάτων περιλαμβάνονται μεταξύ των στοιχείων και αρχείων - Μη τήρηση τους-Συνέπειες. Φορολογία - Φορολογική δήλωση -Η μη αμφισβήτησή της από μία φορολογική αρχή δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη αποδοχή της από άλλη φορολογική αρχή. Φόρος Προστιθέμενης Αξίας - Βιβλία - Ο Έφορος υποχρεούται να αναγνωρίζει τα δεδομένα των βιβλίων μόνον αν τηρήθηκαν νομότυπα και ενημερώθηκαν εμπρόθεσμα. Η αιτήτρια αμφισβήτησε την φορολογία προστιθέμενης αξίας που της επιβλήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι: 1. Το Άρθρο 39 απαιτεί την τήρηση βιβλίων και αρχείων από τα οποία μπορεί να εξακριβωθούν οι φορολογήσιμες παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών. Το περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τήρηση Βιβλίων, Αρχείων και Στοιχείων) Διάταγμα του 1992 (Κ.Δ.Π. 114/92), που ψηφίστηκε σύμφωνα με την εξουσιοδοτική ρήτρα του Άρθρου 39
(3), παρέχει ορισμούς των εννοιών "στοιχείο" και "αρχείο". Βασικό χαρακτηριστικό του αρχείου είναι ότι πρέπει να τηρείται κατά τρόπο συστηματικό. Σημαντικό είναι το Άρθρο 3
(3)του Διατάγματος. Βιβλία αποθήκης ή καταστάσεις αποθεμάτων είναι μεταξύ των στοιχείων και αρχείων που οφείλει μια επιχείρηση να τηρεί. Ελλειπόντων αυτών των καταστάσεων, ο προσδιορισμός των εκροών για "να υπολογιστεί σωστά το ποσό του καταβλητέου φόρου" είναι ανέφικτος διότι δεν μπορεί με την αντιπαραβολή . των καταστάσεων με τα άλλα στοιχεία και τις δηλώσεις να εξαχθούν ακριβή αποτελέσματα. Η μη τήρηση των καταστάσεων αποθεμάτων, εφόσον υφίσταται νόμιμη για το σκοπό αυτό υποχρέωση, καθιστά δικαιολογημένη την απόρριψη των φορολογικών δηλώσεων για ανακρίβεια και ανεπάρκειά τους. Την παραπάνω άποψη ενισχύει η απόφαση του Καλλή Δ. στην Kokos Athanasiou Motors Ltd. v. Δημοκρατίας
(1997)4 Α.Α.Δ.
  1. Η μη αμφισβήτηση των φορολογικών δηλώσεων από το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος δε συνεπάγεται αποδοχή τους κατ' ανάγκη από άλλη φορολογική αρχή. Όπως ακριβώς κρίθηκε σε αριθμό υποθέσεων ότι η εκτίμηση ακινήτου από το Κτηματολόγιο, για σκοπούς καταβολής τελών μεταβίβασης, δε δημιουργεί υποχρέωση αποδοχής τέτοιας εκτίμησης και για σκοπούς φορολογίας κεφαλαιουχικών κερδών, που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων διαφορετικής νομοθεσίας.
  2. Ο Έφορος υποχρεούται να αναγνωρίζει τα δεδομένα των βιβλίων μόνο εφόσον αυτά τηρήθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και (β) όταν τα βιβλία ενημερώνονται εμπρόθεσμα. Διαφορετικά υποχρεούται να μην τα λαμβάνει υπόψη αν από τα στοιχεία που κατέχει προκύπτει πως οι εγγραφές δεν εικονίζουν την πραγματική κατάσταση της επιχείρησης. Υπό τις συνθήκες που έχω εκθέσει η απόφαση του Εφόρου να μη δώσει πίστη σε ότι του παρουσιάστηκε εκ των υστέρων ήταν εύλογα επιτρεπτή. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας
(1997)4 Α.Α.Δ. 292, Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 3047, Λαμπασκής ν. Δημοκρατίας
(1994)4 Α.Α.Δ.
  1. Προσφυγή. Προσφυγή με την οποία προσβάλλεται η απόφαση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας με την οποία επέβαλε στην αιτήτρια πρόσθετη φορολογία £1.331,
  2. Γ. Τριανταφυλλίδης με Χ. Κυριακίδη, για την Αιτήτρια. Στ. Χούρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Η αιτήτρια ασχολείται με τη λιανική πώληση οπτικών ειδών. Διατηρούσε προς τούτο δύο καταστήματα στην οδό Ερμού στη Λάρνακα, που είναι ο εμπορικότερος δρόμος της πόλης αυτής. Είναι η ίδια οπτικός. Οι φορολογικές δηλώσεις, που υπέβαλε για τους σκοπούς φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και που κάλυπταν την περίοδο από 1/7/92 μέχρι 30/9/94, δεν έγιναν αποδεκτές. Κρίθηκαν ελλείπεις ή λανθασμένες. Με αποτέλεσμα ο Έφορος, κάμνοντας χρήση των εξουσιών που του παρέχει το άρθρ. 34
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 (αρ. 246/90 όπως τροποποιήθηκε), να επιβάλει, με την απόφαση του ημερ. 23/3/95, πρόσθετη φορολογία για την ίδια πιο πάνω περίοδο για ποσό £1.331,
  1. Ο λογιστής της αιτήτριας αμφισβήτησε εκ μέρους της την ορθότητα της απόφασης εκθέτοντας τους λόγους σε επιστολή του ημερ. 14/4/95 με την οποία, συνάμα, ζήτησε αναθεώρηση της απόφασης. Ο Έφορος απέρριψε στις 20/4/95 το αίτημα καταλήγοντας ότι "δεν τίθεται θέμα αναθεώρησης της βεβαίωσης του φόρου ημερ. 23/3/95 αφού δεν μας έχετε παρουσιάσει οποιαδήποτε νέα στοιχεία που δε λήφθηκαν υπόψη στον υπολογισμό της βεβαίωσης". Η αιτήτρια προσβάλλει, πέραν της πρώτης απόφασης και την τελευταία ημερ. 20/4/
  2. Πράξεις όμως που επαναλαμβάνουν χωρίς έρευνα το περιεχόμενο προηγούμενης απόφασης είναι βεβαιωτικές και στερούνται επομένως εκτελεστότητας. Από μια προσεκτική ματιά στην επιστολή ημερ. 20/4/95 προκύπτει ότι αποτελεί απλή επιβεβαίωση της παλαιότερης απόφασης ημερ. 23/3/
  3. Επομένως, το ξεχωριστό αίτημα που την αφορά απορρίπτεται. Αυτό όμως δεν επηρεάζει, με οποιοδήποτε τρόπο, τη θεραπεία που αφορά την εκτελεστή απόφαση που είναι εκείνη της 23/3/
  4. Προτού επιβληθούν οι φορολογίες διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος από λειτουργό του Επαρχιακού Γραφείου Φ.Π.Α., που άρχισε στις 27/5/
  5. Ζητήθηκε, από τότε, κατάσταση αποθεμάτων, αλλά προσκομίστηκαν πολύ αργότερα στις 11/1/
  6. Χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του περιθωρίου κέρδους για να εξευρεθεί το σύνολο των εκροών. Λήφθηκαν υπόψη τα στοιχεία αγορών και τιμές αγοράς και πώλησης των εμπορευμάτων. Τελικά ετοιμάστηκε μακροσκελής έκθεση ελέγχου από 50 σελίδες περίπου, που είναι στο φάκελο. Επακόλουθο του ελέγχου υπήρξε η αμφισβήτηση της ακρίβειας των φορολογικών δηλώσεων. Οι λόγοι απόρριψης που πρόβαλε ο Έφορος Φ.Π.Α. συνοψίζονται στην παράγραφο 3 της ένστασης και συνάγονται και από άλλα έγγραφα: "
  7. Η επιχείρηση της Αιτήτριας απέτυχε στον έλεγχο αξιοπιστίας (credibility check) όσον αφορά το περιθώριο κέρδους επί του κόστους (mark-up). ΙΙ. Υπήρξαν ενδείξεις απόκρυψης πωλήσεως από τη συγκριτική μελέτη των πωλήσεων της επιχείρησης της Αιτήτριας όταν λειτουργούσε με ένα κατάστημα και αργότερα με δύο καταστήματα αφού είχε ληφθεί υπόψη το είδος της επιχείρησης και οι παράγοντες εποχικότητας. III. Από την ανάλυση των στοιχείων της επιχείρησης της Αιτήτριας είχαν προκύψει σημαντικά διαφοροποιημένα στοιχεία αναφορικά με τις εκροές και το φόρο εκροών από αυτά που είχαν δηλωθεί στις φορολογικές δηλώσεις." Τα στοιχεία για τα δύο καταστήματα αναλύονται στην παράγραφο 5 της ένστασης και πράγματι δείχνουν ότι οι δηλωμένες πωλήσεις των δύο καταστημάτων ήταν περίπου οι ίδιες ή χαμηλότερες από εκείνες της περιόδου που λειτουργούσε ένα μόνο κατάστημα. Οι λεπτομέρειες φορολόγησης για κάθε τριμηνία εκτίθενται στην επίδικη απόφαση και υποστηρίζονται από την έκθεση ελέγχου. Ως προελέχθη, η αιτήτρια αμφισβήτησε τους υπολογισμούς του Εφόρου και τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε. Το κύριο σημείο που έθιξε η ένσταση και μπορώ να πω δεσπόζει στην αγόρευση του δικηγόρου της αιτήτριας, είναι ότι η βεβαίωση της φορολογίας στηρίχθηκε πάνω σε μια εντελώς λανθασμένη και παράλογη υπόθεση: ότι τα αποθέματα της επιχείρησης για όλες τις επίδικες φορολογικές περιόδους παρέμειναν σταθερά. Ο λογιστής της αιτήτριας αναφέρει σχετικά στην παραπάνω επιστολή του προς τον Έφορο: "Οι λειτουργοί σας, συνεχίζοντας το πιο πάνω σκεπτικό τους, υπέθεσαν ότι όλα τα αγορασθέντα εμπορεύματα πωλήθηκαν, καταλήγοντας έτσι σε τεράστια διαφορά πωλήσεων από τις πραγματικές. Η πελάτισσα μας είναι σε θέση ακόμα και σήμερα να σας παρουσιάσει μεγάλο αριθμό εμπορευμάτων που αγοράστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και βρίσκονται ακόμα στα καταστήματα της, γιατί λόγω αλλαγής στη μόδα μένουν αδιάθετα." Είναι γεγονός ότι ο Έφορος θεώρησε πως τα αρχικά αποθέματα ήταν τα ίδια με τα τελικά. Ένας λόγος γιαυτό ήταν ότι δεν υπήρχαν στοιχεία με μηχανογραφημένο ή άλλο αξιόπιστο σύστημα, για τη διακύμανσή τους. Πρόσθετους λόγους περιέχει η επιστολή της 20/4/95: "3 (α) Στην τριμηνία 1/4/92-30/6/92 πραγματοποιήθηκαν αγορές που ανέρχοντο σε £17750 και οι οποίες είναι οι μεγαλύτερες από οποιαδήποτε άλλη τριμηνία μέχρι σήμερα. Με αυτό φαίνεται ότι υπήρχε αύξηση αποθεμάτων 1/7/
  8. β. Στην τριμηνία 1/7/94-30/9/94 (τελευταία τριμηνία που λήφθηκε υπόψη για σκοπούς βεβαίωσης) πραγματοποιήθηκαν αγορές £6926 ενώ οι αντίστοιχες πωλήσεις ανέρχονται σε £
  9. Να σημειωθεί ότι από την 1/1/92 ήταν σε σειρά οι δεύτερες χαμηλότερες αγορές σε μία τριμηνία μέχρι σήμερα. Με αυτό φαίνεται ότι υπήρχε μείωση των αποθεμάτων στις 30/9/94." Ο Έφορος δε συμφώνησε με την άποψη του λογιστή, που ουσιαστικά επανατοποθετήθηκε ενώπιον μου από τον κ. Γ. Τριανταφυλλίδη, ότι για να μπορεί να επιβιώσει μία επιχείρηση πρέπει πάντοτε τα αποθέματα της να βρίσκονται σε ανοδική πορεία σε σχέση με τα αρχικά. Αλλά και αν ακόμη έτσι είχαν τα πράγματα, ο Έφορος διερωτήθηκε γιατί σε αυτή την περίπτωση οι πωλήσεις των ετών 1993 και 1994, σε σύγκριση με εκείνες του 1992, να εμφανίζονται μειωμένες. Ο δικηγόρος της αιτήτριας, υποστηρίζοντας την ακύρωση της επίδικης απόφασης, έθεσε τα παρακάτω ζητήματα:
  10. Ο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμος του 1990 δε δημιουργεί υποχρέωση τήρησης βιβλίων που να δείχνουν την κατάσταση των αποθεμάτων μιας επιχείρησης σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της δραστηριότητας της. Επομένως η επιμονή των καθών σε αυτό το θέμα συνιστούσε υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας.
  11. Εν πάση περιπτώσει η αιτήτρια παρουσίασε τέτοιες καταστάσεις για τα αποθέματα των ετών 1993 και
  12. Ωστόσο ο Έφορος τις αγνόησε και αρνήθηκε τη διενέργεια ελέγχου με βάση τις καταστάσεις αυτές, τον οποίο ζήτησε η ίδια η αιτήτρια. Τα στοιχεία που περιέχουν αντικρούουν τις θέσεις του καθού και ανατρέπουν τη βάση των υπολογισμών του διότι όντως φανερώνουν αυξητική τάση στα αποθέματα.
  13. Ο Έφορος, όπως είναι παραδεκτόν στην παράγραφο 4 της ένστασης, είχε μόνο ενδείξεις και όχι αποδείξεις για τα συμπεράσματα του. Η αιτήτρια υπέβαλε για το κάθε τι τεκμηριωμένους λογαριασμούς, που δεν άφηναν περιθώρια για τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη ο Έφορος. Άλλωστε τους λογαριασμούς αυτούς τους δέχθηκε για σκοπούς φορολόγησης του εισοδήματος της αιτήτριας ο Έφορος Φόρου Εισοδήματος. Και δεν είναι δυνατό να υπάρχει διαφοροποιημένη αντιμετώπιση. Περαιτέρω ο συνήγορος υπέβαλε ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος για τη διαπίστωση του περιθωρίου κέρδους σε σχέση με το κόστος, γνωστό με την αγγλική έκφραση mark-up, δε διέφερε ουσιαστικά από αυτό που δείχνουν οι λογαριασμοί της αιτήτριας. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο Έφορος καθόρισε το μέσο σταθμικό περιθώριο κέρδους σε 70%, ενώ η αιτήτρια σε ποσοστό 59% μέχρι 67%. Ο κ. Τριανταφυλλίδης προέβη σε ορισμένες μαθηματικές πράξεις για να δείξει πως και στην περίπτωση που ο έλεγχος υπήρξε ορθός οι δηλώσεις πωλήσεων δεν είναι £20.985, όπως υπολόγισε ο Έφορος, αλλά μόνο £6.796, που δείχνει και την αναξιοπιστία του ελέγχου. Ας σημειωθεί ότι κατά την υπό επισκόπηση περίοδο ο Έφορος έκρινε πως οι αγορές ανήλθαν σε £99.636 μείον οι απώλειες που δέχθηκε για την περίοδο (£2.542). Το ύψος των εκροών υπολογίστηκε σε £165.
  14. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι ορθή η εισήγηση πως καμιά διάταξη του νόμου δεν επιβάλλει την τήρηση αρχείων που πρέπει να παρουσιάζουν την κίνηση των αποθεμάτων. Το άρθρ. 39 απαιτεί την τήρηση βιβλίων και αρχείων από τα οποία μπορεί να εξακριβωθούν οι φορολογήσιμες παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών. Το περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Τήρηση Βιβλίων, Αρχείων και Στοιχείων) Διάταγμα του 1992 (Κ.Δ.Π. αρ. 114/92), που 'ψηφίστηκε σύμφωνα με την εξουσιοδοτική ρήτρα του άρθρ. 39
(3), παρέχει ορισμούς των εννοιών "στοιχείο" και "αρχείο". Βασικό χαρακτηριστικό του αρχείου είναι ότι πρέπει να τηρείται κατά τρόπο συστηματικό. Σημαντικό είναι το άρθρ. 3
(3)του Διατάγματος που προβλέπει ότι: "Τα εν λόγω αρχεία και στοιχεία πρέπει να τηρούνται ενημερωμένα και να περιέχουν τέτοια στοιχεία που να είναι δυνατό να υπολογιστεί ορθά το ποσό του καταβλητέου φόρου και το ποσό του φόρου που δύναται να πιστωθεί." Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι βιβλία αποθήκης ή καταστάσεις αποθεμάτων είναι μεταξύ των στοιχείων και αρχείων που οφείλει μια επιχείρηση να τηρεί. Ελλειπόντων αυτών των καταστάσεων, ο προσδιορισμός των εκροών για "να υπολογιστεί σωστά το ποσό του καταβλητέου φόρου" είναι ανέφικτος διότι δεν μπορεί με την αντιπαραβολή των καταστάσεων με τα άλλα στοιχεία και τις δηλώσεις να εξαχθούν ακριβή αποτελέσματα. Η μη τήρηση των καταστάσεων αποθεμάτων, εφόσον υφίσταται νόμιμη για το σκοπό αυτό υποχρέωση, καθιστά δικαιολογημένη την απόρριψη των φορολογικών δηλώσεων για ανακρίβεια και ανεπάρκεια τους. Την παραπάνω άποψη μου ενισχύει η απόφαση του Καλλή Δ. στην Kokos Athanasiou Motors Ltd. v. Δημοκρατίας
(1997)4 Α.Α.Δ. 292, στην οποία αναφέρει: "Κατά την κρίση μου η τήρηση κατάστασης αποθεμάτων αποτελεί πρωταρχικό ζήτημα το οποίο καθιστά ικανό τον Έφορο να υπολογίσει ορθά το ποσό του καταβλητέου φόρου. Συνιστά αρχείο μέσα στην έννοια του πιο πάνω άρθρου 39
(1)." Η μη αμφισβήτηση των φορολογικών δηλώσεων από το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος δε συνεπάγεται αποδοχή τους κατ' ανάγκη από άλλη φορολογική αρχή. Όπως ακριβώς κρίθηκε σε αριθμό υποθέσεων ότι η εκτίμηση ακινήτου από το Κτηματολόγιο, για σκοπούς καταβολής τελών μεταβίβασης, δε δημιουργεί υποχρέωση αποδοχής τέτοιας εκτίμησης και για σκοπούς φορολογίας κεφαλαιουχικών κερδών, που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων διαφορετικής νομοθεσίας: βλέπε Ελένη Κωνσταντή Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ.3047 και Μιχαλάκης Χριστοδονλου Λαμπασκής ν. Δημοκρατίας
(1994)4 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό με φέρνει στο δεύτερο σημείο ότι δόθηκαν οι καταστάσεις, αλλά αγνοήθηκαν. Ο Έφορος λέγει - και δεν αμφισβητήθηκε - ότι τις εξέτασε αλλά η αιτήτρια καθυστέρησε 7% μήνες να τις προσκομίσει. Οι καταστάσεις για το έτος που έληγε την 31/12/94 ήταν ελλείπεις. Υπήρχαν καταχωρήσεις εμπορευμάτων όχι όμως και η αξία όλων. Στην επιστολή της 20/4/95 προς το λογιστή της αιτήτριας αναφέρεται - χωρίς πάλιν να υπάρχει διάψευση - ότι ο τελευταίος είπε σε λειτουργό του Φ.Π.Α. πως η ίδια η πελάτις του του δήλωσε ότι η αξία των τελικών αποθεμάτων στις 31/12/94 ήταν γύρω στις £30.
  2. Ενώ στο λειτουργό που διενήργησε τον έλεγχο, η αιτήτρια απάντησε, σε σχετική ερώτηση του, πως δεν μπορούσε να υπολογίσει τα τελικά αποθέματα μέχρι να συμπληρώσει την αξία και του τελευταίου είδους που περιλήφθηκε στις καταστάσεις (βλέπε την έκθεση ελέγχου σελ. 28 σημ. 5). Ο Έφορος υποχρεούται να αναγνωρίζει τα δεδομένα των βιβλίων μόνο εφόσον αυτά τηρήθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και (β) όταν τα βιβλία ενημερώνονται εμπρόθεσμα. Διαφορετικά υποχρεούται να μην τα λαμβάνει υπόψη αν από τα στοιχεία που κατέχει προκύπτει πως οι εγγραφές δεν εικονίζουν την πραγματική κατάσταση της επιχείρησης. Υπό τις συνθήκες που έχω εκθέσει η απόφαση του Εφόρου να μη δώσει πίστη σε ότι του παρουσιάστηκε εκ των υστέρων ήταν εύλογα επιτρεπτή. Οι σκέψεις του και τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό των αποθεμάτων περιλαμβάνονται στην έκθεση ελέγχου και ιδιαίτερα στις σελ. 30,31 και
  3. Η απόφαση του Εφόρου δεν στηρίζεται σε αόριστες ενδείξεις, όπως έγινε η εισήγηση, αλλά έχει το υπόστρωμα που ήταν δυνατό να έχει υπό τις περιστάσεις. Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών η επίδικη απόφαση ήταν λογικά εφικτή. Για τους λόγους που εξέθεσα η προσφυγή απορρίπτεται. Με έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.