← Κύπρος

S KOULENDROS CONSTRUCTIONS CO LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 539/97., 29 Απριλίου, 1998

S KOULENDROS CONSTRUCTIONS CO LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 539/97., 29 Απριλίου, 1998 S. KOULENDROS CONSTRUCTIONS CO. LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 539/97., 29 Απριλίου, 1998 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 539/

  1. ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΚΑΛΛΗ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Μεταξύ: S. KOULENDROS CONSTRUCTIONS CO. LTD, Αιτητών και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, Καθ΄ ων η αίτηση. _________________ 29 Απριλίου,
  2. Για τους αιτητές: Σπ. Ευαγγέλου. Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Λ. Χριστοδουλίδου-Ζαννέτου (κα.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γεν. Εισ. ___________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια εταιρεία ("η αιτήτρια") ζητά τις πιο κάτω θεραπείες: "Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του καθ΄ ου η αίτηση να επιβάλει και/ή να απαιτήσει ποσό ίσο με 5% και τόκο 9% πάνω στο ποσό του φόρου εισοδήματος που προέκυψε από τη φορολογία εισοδήματος που απέστειλε στην αιτήτρια αναφορικά με το φορολογικό έτος 1993 μαζί με την επιστολή του με αρ. φακ. 1220594Κ (αναφορά φορολογίας 119961066531) και ημ. 18/4/1997 (Τεκμήριο "1" στην Αίτηση) είναι άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Β. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, δήλωση του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 39

(2)του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου (Νόμος 4 του 1978, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα) είναι αντίθετο με τις πρόνοιες των ΄Αρθρων 12
(3), 23, 24
(4), 28 και 35 του Συντάγματος." Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία περιβάλλουν την προσφυγή: Το εισόδημα της αιτήτριας κατά τον ουσιώδη χρόνο προερχόταν κατά κύριο λόγο από οικοδομικές και εργοληπτικές εργασίες. Στις 28.12.1995 η αιτήτρια υπέβαλε εξελεγμένους λογαριασμούς μαζί με δήλωση εισοδήματος για το φορολογικό έτος
  1. Η φορολογία φόρου εισοδήματος επιβλήθηκε στις 30.10.
  2. Αφορούσε το ποσό των £209,
  3. Ταυτόχρονα ο ΄Εφορος Φόρου Εισοδήματος ("ο ΄Εφορος") αποφάσισε να επιβάλει 5% πρόσθετη επιβάρυνση καθώς και τόκο 9% από την 1.8.1994 μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης των φόρων. Μέχρι την ημερομηνία εκείνη (30.10.96) η αιτήτρια δεν είχε υπολογίσει και καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο, με βάση το άρθρο 13
(1)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρου Νόμων του 1978-1995 ("ο Νόμος"). Ο Διευθυντής της αιτήριας υπέβαλε ένσταση κατά της πιο πάνω φορολογίας. Ανέφερε ότι συμφωνεί να πληρώσει το πιο πάνω ποσό των £209,057 "πλέον τόκο από 1.8.94 έως 31.1.1996 που είναι ένας μήνας μετά την υποβολή των λογαριασμών (28.12.95)". Δεν αποδεχόταν, όμως, την πιο πάνω επιβάρυνση των 5% "ούτε τόκους μετά από την 31.1.96". Ο ΄Εφορος μετά από εξέταση της υπόθεσης αποφάσισε την ένσταση σύμφωνα με την αρχική απόφαση. Η απόφαση του περιέχεται σε επιστολή του προς την αιτήτρια, ημερ. 17.2.97. Παραθέτω το σχετικό μέρος της απόφασης. Αυτό θα καταστήσει περισσότερο κατανοητό τον λόγο ακυρώσεως και θα φωτίσει πλήρως το βάθρο της προσβαλλόμενης απόφασης: "2. Το άρθρο 13
(1)των Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978 - 1996 που τέθηκε σε ισχύ την 1 Ιανουαρίου 1989, καθορίζει ότι, οργανισμός προσώπων που είναι υπόχρεος να καταβάλει φόρο και ο οποίος υποβάλλει λογαριασμούς και προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος για κάθε φορολογικό έτος, υπολογίζει το ποσό φόρου και το καταβάλλει πριν ή κατά την 1 Αυγούστου του έτους το οποίο έπεται του φορολογικού έτους.
  1. Επιπρόσθετα το ίδιο άρθρο που αναφέρθηκε πιο πάνω, προνοεί ότι στην περίπτωση υποβολής των λογαριασμών μετά την 1η Αυγούστου του έτους το οποίο έπεται του φορολογικού έτους, ο φόρος καταβάλλεται κατά την ημερομηνία υποβολής των λογαριασμών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, των ίδιων Νόμων δηλαδή θα εισπράττεται με τόκο από την καθοριζομένη ημερομηνία που είναι η 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος. Επιπρόσθετα, το άρθρο 39 προνοεί ότι σε περίπτωση που υπάρχει καθυστέρηση στην βεβαίωση της φορολογίας που οφείλεται σε αδικαιολόγητη παράλειψη του φορολογουμένου, καταβάλλεται ποσό 5% επί του οφειλόμενου φόρου.
  2. Δεν έχετε συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθου 13
(1)αφού κατά την ημερομηνία υποβολής των λογαριασμών παραλείψατε να καταβάλετε τον υπολογιζόμενο από εσάς φόρο μαζί με τόκο. Με βάση το Νόμο, έπρεπε να είχατε καταβάλει το ποσό του οφειλόμενου φόρου, μαζί με τόκο από την 1 Αυγούστου που ακολουθεί το φορολογικό έτος και η δική σας άρνηση ή/και παράλειψη να συμμορφωθείτε με τη νομοθεσία δεν μπορεί να σας δώσει πλεονέκτημα έναντι άλλων φορολογούμενων που έχουν συμμορφωθεί με το Νόμο.
  1. Θεωρώ αβάσιμο και νομικά αστήρικτο το αίτημα σας για μη καταβολή τόκου ο οποίος αποτελεί την αποζημίωση προς το Κράτος για την παρακράτηση από μέρους σας φόρου που σύμφωνα με τον Νόμο έπρεπε να είχατε καταβάλει πριν ή κατά την 1 Αυγούστου που έπεται του φορολογικού έτους. Ως εκ τούτου εμμένω στην αρχική μου απόφαση να επιβάλω τόκο από την καθορισμένη από το Νόμο ημερομηνία, προς 9% με βάση το άρθρο 39 των ιδίων Νόμων.
  2. Δεν υποβάλατε τους λογαριασμούς και δηλώσεις σας για το έτος 1993 μέχρι την ημερομηνία που καθορίζει το άρθρο 5
(1)του ιδίου Νόμου, δηλαδή την 31.12.94. Ως εκ τούτου η καθυστέρηση στην βεβαίωση της φορολογίας σας προέκυψε λόγω της δικής σας αδικαιολόγητης παράλειψης και με βάση τα πιο πάνω σας επιβλήθηκε πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 5% όπως προνοεί το άρθρο 39
(2)." Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας έκαμε αναφορά στο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης το οποίο αποδίδει την καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας στην αδικαιολόγητη παράλειψη της αιτήτριας. Υπέδειξε συναφώς ότι "καμιά αναφορά δεν γίνεται και/ή κανένας λόγος δεν δίνεται από τον καθ΄ ου η αίτηση στην εν λόγω συνοδευτική επιστολή του προς την αιτήτρια γιατί η καθυστέρηση στη διενέργεια της βεβαίωσης οφείλεται σε αδικαιολόγητη παράλειψη της αιτήτριας, ποιά ήταν αυτή η αδικαιολόγητη παράλειψη και πώς οδήγησε ή συσχετίζεται με την καθυστέρηση στη βεβαίωση". Ο ευπαίδευτος συνήγορος έκαμε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την Χ" Παναγή ν. Δημοκρατίας, Υποθ. αρ. 158/93/6.11.95 (απόφαση Κωνσταντινίδη, Δ.): "Οι ειδοποιήσεις επιβολής φορολογίας αναφέρονται σε αδικαιολόγητη παράλειψη του αιτητή αλλά ούτε σ΄ αυτές ούτε στην τελική απόφαση ή σε άλλο έγγραφο υπάρχει εξήγηση ως προς το ποιά ήταν η αδικαιολόγητη παράλειψη που είχε υπόψη του ο ΄Εφορος και ακόμα ως προς το ποιός ήταν ο συσχετισμός της με την βεβαίωση για το κάθε φορολογικό έτος." Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν "υπήρξε καμιά παράλειψη από μέρους της αιτήτριας η οποία να οδηγήσει στην καθυστέρηση της βεβαίωσης ή άλλως πως". Αντίθετα, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, η "αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διενέργεια της βεβαίωσης υπήρξε από μέρους του καθ΄ ου η αίτηση, γιατί ο τελευταίος βεβαίωσε την επίδικη φορολογία ένα σχεδόν χρόνο μετά την υποβολή των λογαριασμών από μέρους της αιτήτριας". Από την άλλη η ευπαίδευτη συνήγορος του Εφόρου παίρνοντας αφορμή από την κατά ένα έτος καθυστέρηση της αιτήτριας στην υποβολή των λογαριασμών - υποβλήθηκαν στις 28.12.95 αντί στις 31.12.94 - υποστήριξε πως η καθυστέρηση "που υπήρξε στη διενέργεια της βεβαίωσης οφειλόταν στην αδικαιολόγητη παράλειψη της αιτήτριας στο να μην υποβάλει την δήλωση εισοδήματος και λογαριασμούς κατά τον καθορισμένο χρόνο. Για αυτό ακριβώς τον λόγο οι καθ΄ ων η αίτηση επέβαλαν στην αιτήτρια πρόσθετη επιβάρυνση 5% όπως προνοεί το άρθρο 39
(2)καθώς και τόκο 9%". Με βάση τα δικόγραφα των μερών και τις γραπτές αγορεύσεις τους προκύπτει για εξέταση το πιό κάτω ζήτημα: Κατά πόσο η καθυστέρηση στην υποβολή της δήλωσης εισοδήματος και λογαριασμών αποτελεί "αδικαιολόγητη παράλειψη" εντός της έννοιας του άρθρου 39
(2)του Νόμου. Ο όρος "αδικαιολόγητη παράλειψη" έχει ερμηνευθεί ως πιο κάτω στην υπόθεση Michaelides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 1836, 1852, από τον Στυλιανίδη, Δ. - όπως ήταν τότε: "For interest to be payable there must be unjustifiable omission. 'Omission' means a failure to give any notice, make any return, produce or furnish any document or other information required by or under the law. The omission must be unjustifiable. A distinction must be made between unjustifiable and unreasonable. It is upon the Administration to determine, in each particular case, subject to judicial review by this Court, whether an omission is unjustifiable or not." Σε ελληνική μετάφραση: "Για να είναι πληρωτέος τόκος πρέπει να υπάρχει αδικαιολόγητη παράλειψη. 'Παράλειψη' σημαίνει παράλειψη να δοθεί οποιαδήποτε ειδοποίηση, να υποβληθεί οποιαδήποτε κατάσταση, να παρουσιασθεί ή να δοθεί οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλη πληροφορία το οποίο απαιτείται από ή δυνάμει του Νόμου. Η παράλειψη πρέπει να είναι αδικαιολόγητη. Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ αδικαιολόγητης και παράλογης παράλειψης. Εναπόκειται στη διοίκηση να αποφασίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τηρουμένης της δικαστικής αναθεώρησης, κατά πόσο μια παράλειψη είναι αδικαιολόγητη ή όχι." Βλ. και Roushias Ltd v. Republic, Υποθ. αρ. 6/86/30.6.89. Η υπόθεση Michaelides (πιο πάνω) υιοθετήθηκε από τον Πογιατζή, Δ. στην Φάνος Ιωνίδης Λτδ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. αρ. 453/90/18.12.91. Κρίθηκε ότι "η αδικαιολόγητη παράλειψη του φορολογούμενου να υποβάλει έγκαιρα στον ΄Εφορο τη φορολογική του δήλωση αναφορικά με οποιοδήποτε φορολογικό έτος αποτελεί, ασφαλώς, παράλειψη εν τη εννοία του εδαφίου
(2)του άρθρου 39 του Νόμου, που επιτρέπει στον ΄Εφορο να επιβάλει την επιβάρυνση και τον τόκο επί της φορολογίας που προνοεί η εν λόγω νομοθετική διάταξη". Συμφωνώ με την ερμηνεία που έχει δοθεί στην Michaelides (πιο πάνω) και την υιοθετώ. Η αιτήτρια δεν έχει δώσει οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη της να υποβάλει τους λογαριασμούς κλπ. εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το Νόμο. Οι λογαριασμοί και δήλωση εισοδήματος αποτελούν έγγραφα των οποίων η υποβολή απαιτείται από το Νόμο. ΄Εχουν υποβληθεί με καθυστέρηση ενός έτους χωρίς να είχε προβληθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Κρίνω ότι έχει σημειωθεί "αδικαιολόγητη παράλειψη" εντός της έννοιας του άρθρου 39
(2)του Νόμου. Το επόμενο ζήτημα το οποίο προκύπτει για εξέταση είναι κατά πόσο η καθυστέρηση εις την διενέργεια της βεβαίωσης οφείλεται στην πιο πάνω "αδικαιολόγητο παράλειψη" του φορολογούμενου. ΄Οπως έχει νομολογηθεί στην Roushias Ltd (πιο πάνω) η παράλειψη πρέπει να είναι αδικαιολόγητη και να αποτελεί και την αιτία της καθυστέρησης στη διενέργεια της βεβαίωσης. ΄Ηταν η θέση του Εφόρου (βλ. Παράγραφο 6 της προσβαλλόμενης απόφασης στη σελ. 3, πιο πάνω) ότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε τους λογαριασμούς και δηλώσεις της για το έτος 1993 μέχρι την ημερομηνία που καθορίζει το άρθρο 5
(1)του Νόμου, δηλαδή την 31.12.94. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον ΄Εφορο, η καθυστέρηση στη βεβαίωση της φορολογίας προέκυψε λόγω της αδικαιολόγητης παράλειψης της αιτήτριας. Πριν επιχειρήσω να εξετάσω του πιο πιο πάνω ζήτημα θα πρέπει να παρεμβάλω τα πιο κάτω: (α) Η αιτήτρια είχε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό του φόρου "πριν ή κατά την 1.8.1994" (βλ. άρθρο 13
(1)του Νόμου). (β) Δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω υποχρέωση της. Η μη συμμόρφωση της έχει δημιουργήσει την υποχρέωση της να καταβάλλει τόκο επί του ποσού του φόρου από την 1.8.94. Στην κρινόμενη περίπτωση η διενέργεια της βεβαίωσης έλαβε χώραν ένα σχεδόν έτος μετά την υποβολή των λογαριασμών κλπ. οι οποίοι - τονίζεται - υποβλήθηκαν με καθυστέρηση ενός έτους. Η ουσία του επιχειρήματος του ευπαίδευτου συνήγορου έγκειται στο εξής: ΄Οτι έχει σημειωθεί καθυστέρηση στη διενέργεια της βεβαίωσης της φορολογίας από τον ΄Εφορο γιατί ο τελευταίος βεβαίωσε την επίδικη φορολογία ένα σχεδόν έτος μετά την υποβολή των λογαριασμών από μέρους της αιτήτριας, η οποία - καθυστέρηση - δεν μπορεί να συσχετισθεί με οποιαδήποτε αδικαιολόγητη παράλειψη της αιτήτριας. Προβάλλει λοιπόν για εξέταση ένα περαιτέρω ζήτημα. Κατά πόσο η οποιαδήποτε βραδυπορεία του Εφόρου αποτελεί σχετικό παράγοντα όταν εξετάζεται ζήτημα εφαρμογής και ερμηνείας του άρθρου 39
(2)του Νόμου. Το ερώτημα έχει επιλυθεί αυθεντικά από τη νομολογία μας στη Δημοκρατία ν. Αλεξάνδρας Τριμιθιώτου (Ρ Ρ) Λτδ., Α.Ε. 2065/30.9.97 (απόφαση Νικολάου, Δ.): "Το πρόβλημα είναι το κατά πόσο θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η βραδυπορεία του Εφόρου μετά την επιβολή της αρχικής φορολογίας. Κατά την άποψη μας, η παράλειψη της εφεσίβλητης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επελθούσα καθυστέρηση γιατί ενέχει επιπτώσεις που ανατρέχουν σε ό,τι θα έπρεπε να είχε γίνει με την πρώτη ευκαιρία. ΄Ετσι τίθεται σε εφαρμογή το άρθρο 39
(2)του Νόμου. Ενώ η βραδυπορεία του Εφόρου αποτελεί εξωγενή ή παρεμφερή παράγοντα που εν πάση περιπτώσει δεν αποσυνδέει την εγγενή συνάφεια μεταξύ της παράλειψης της εφεσίβλητης και της τελικής βεβαίωσης." Υιοθετώ την προσέγγιση της Ολομέλειας στην Τριμιθιώτου (πιο πάνω). ΄Εχω ήδη αποφανθεί ότι έχει σημειωθεί "αδικαιολόγητη παράλειψη" εντός της έννοιας του άρθρου 39
(2)του Νόμου. Αυτή η "αδικαιόγητη παράλειψη" δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επελθούσα καθυστέρηση στη διενέργεια της βεβαίωσης. Η δε βραδυπορεία του Εφόρου αποτελεί εξωγενή ή παρεμφερή παράγοντα (Βλ. Τριμιθιώτου, πιο πάνω). Ενεργοποιούνται, λοιπόν, οι πρόνοιες του άρθρου 39
(2)του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν εύλογα επιτρεπτή στον ΄Εφορο με βάση το υλικό που βρισκόταν ενώπιον του και υπό το φως των προνοιών των πιο πάνω άρθρων 13
(1)και 39
(2)του Νόμου. Ακολουθεί πως η προσφυγή στο βαθμό που αναφέρεται στη θεραπεία (Α) πρέπει να απορριφθεί. Η υπόθεση Χ" Παναγή (πιο πάνω) διακρίνεται λόγω των γεγονότων της. Πριν τελειώσω θα ήθελα να προσθέσω: Πρόκειται για Φορολογικό Νόμο. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Φορολογικών Νόμων αποτελεί ύψιστη υποχρέωση και καθήκον όλων των πολιτών. Ενισχύει τα οικονομικά του κράτους και το καθιστά ικανό να προγραμματίσει και σχεδιάσει την οικονομική πολιτική του για την καλύτερη εξυπηρέτηση και προώθηση των συμφερόντων του συνόλου των πολιτών και κατ΄ επέκταση του δημοσίου συμφέροντος. Οι Φορολογικές Αρχές βαρύνονται με την υποχρέωση ορθής και πιστής εφαρμογής των Φορολογικών Νόμων. Αυτό επιβάλλεται όχι μόνο σαν θέμα ενίσχυσης των οικονομικών του κράτους αλλά και σαν θέμα χρηστής διοίκησης. Πρώτιστα, όμως, επιβάλλεται σαν θέμα έμπρακτης εφαρμογής της επιταγής του άρθρου 24.1 του Συντάγματος. Ο νομοθέτης προφανώς για σκοπούς εφαρμογής μιας σωστής δημοσιονομικής πολιτικής έχει τάξει προθεσμίες για την υποβολή λογαριασμών και για την καταβολή του πληρωτέου φόρου. Είναι, νομίζω, λογικό δια τις φορολογικές αρχές να αναμένουν όπως οι πολίτες συμμορφώνονται με τις σχετικές προθεσμίες. Είναι περαιτέρω λογικό δια τις ίδιες αρχές να προβαίνουν σε διευθετήσεις και προγραμματισμό για την έγκαιρη διενέργεια της βεβαίωσης με βάση την προοπτική ότι οι φορολογούμενοι θα συμμορφωθούν με τις προθεσμίες. ΄Ενας φορολογούμενος ο οποίος καθυστερεί για ένα ολόκληρο έτος την υποβολή των σχετικών λογαριασμών και ανατρέπει με αυτό τον τρόπο τον πιο πάνω προγραμματισμό και διευθετήσεις δεν μπορεί να αναμένει - εφόσον έχει καθυστερήσει - την έγκαιρη ανταπόκριση των Φορολογικών Αρχών. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να επωφελείται από τη δική του αδιαφορία και παράλειψη. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που η οποιαδήποτε βραδυπορεία του Εφόρου, μετά τη δεδομένη αδικαιολόγητη καθυστέρηση του φορολογούμενου, δεν μπορεί να κριθεί ότι είναι ικανή να ατονίσει τις πρόνοιες του άρθρου 39
(2)του Νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας δεν έχει προβάλει επιχειρηματολογία σε σχέση με τη θεραπεία (Β). Το εκλαμβάνω ότι την έχει εγκαταλείψει. Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της με έξοδα £300. Π. ΚΑΛΛΗΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.