Νικόλα Αντωνίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Συγκοινωνιών, Υπόθεση Αρ. 305/97, 27 Οκτωβρίου 1998 Νικόλα Αντωνίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Συγκοινωνιών, Υπόθεση Αρ. 305/97, 27 Οκτωβρίου 1998 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ. 305/97 ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος Μεταξύ: Νικόλα Αντωνίου, εκ Λευκωσίας, Αιτητή - και - Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας, Καθ΄ ων η αίτηση --------------------------- 27 Οκτωβρίου 1998 Για τον αιτητή: Μ.Γ. Πικής. Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Α. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Καθίσταται πρώτα αναγκαία η σκιαγράφηση των εξελίξεων που οδήγησαν στην παρούσα προσφυγή. Λαμβάνω ως αφετηρία την 19 Ιουνίου 1996, ημερομηνία επιστολής του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων με την οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή η αποδοχή αιτήματος του για πρακτική εξάσκηση σε Πύργο Ελέγχου προς απόκτηση ειδικότητας στον Έλεγχο Προσέγγισης και Αεροδρομίου. Η θετική απάντηση ήταν το αποτέλεσμα αναγνώρισης από τον Υπουργό, ως αρμοδίας αρχής, της ισοτιμίας της εκπαίδευσης του αιτητή σε σχολή του εξωτερικού με ό,τι πρόσφερε η Εκπαιδευτική Μονάδα του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας. Στην προϊστορία του ζητήματος δεν παρίσταται ανάγκη να αναφερθώ γιατί τη νομιμότητα της εν λόγω απόφασης, που αποτελεί το θεμέλιο της θέσης του αιτητή, θα πρέπει να την εκλάβω ως δεδομένη παρόλον που ο συνήγορος των καθ΄ ων αναφέρθηκε σε στοιχεία που μου φαίνονται να κατατείνουν σε αμφισβήτηση. Παραθέτω το κείμενο της επιστολής ημερ. 19 Ιουνίου 1996 το οποίο αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση: "Παροχή διευκολύνσεων για πρακτική εξάσκηση σε Πύργο Ελέγχου Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερομ. 4 Μαρτίου 1996 και σας πληροφορώ ότι το αίτημα σας για παροχή διευκολύνσεων για πρακτική εξάσκηση σε Πύργο Ελέγχου προς απόκτηση της ειδικότητας (rating) στον Έλεγχο Προσέγγισης και Αεροδρομίου έχει γίνει αποδεκτό.
- Παρακαλώ όπως για τον πιο πάνω σκοπό παρουσιαστείτε στο Κέντρο Ελέγχου Περιοχής τη Δευτέρα 24 τρέχοντος μηνός και ώρα 8 π.μ. (κ. Κώστα Ορφανό) για έναρξη της ενημέρωσής σας πάνω στις τοπικές διαδικασίες των Αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου, προτού τοποθετηθείτε για πρακτική εξάσκηση σε Πύργο Ελέγχου." Ο αιτητής παρουσιάστηκε κατά την ορισθείσα ημερομηνία για την προβλεφθείσα ενημέρωση η οποία διάρκεσε δύο εβδομάδες. Ωστόσο, δεν τοποθετήθηκε ακολούθως για πρακτική εξάσκηση σε Πύργο Ελέγχου. Το γιατί εξηγήθηκε από τους καθ΄ ων ως εξής: "....... ο Κλάδος Υπαλλήλων (ΠΑΣΥΔΥ) του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας αντέδρασε προς την απόφαση του Υπουργού, ζήτησε την αναστολή της και απείλησε ότι αν η απόφαση υλοποιείτο θα αντιδρούσε δυναμικά. Ανάλογη αντίδραση είχε και ο ημερήσιος τύπος. Ακολούθησαν διαβουλεύσεις με αποτέλεσμα η απόφαση του Υπουργού δεν έτυχε εφαρμογής." Στις 17 Ιουλίου 1996 δημοσιεύτηκε ανακοίνωση της Επιτροπής Υποτροφιών αναφορικά με δέκα υποτροφίες που θα παραχωρούσε η Δημοκρατία για εκπαίδευση - διάρκειας μέχρι δύο ετών - στον Έλεγχο Εναέριας Κυκλοφορίας. Προβλεπόταν ότι: "Υποψήφιοι που έχουν συμπληρώσει κύκλο σπουδών στον Έλεγχο Εναέριας Κυκλοφορίας (Έλεγχο Προσέγγισης και Αεροδρομίου) σε Σχολές του Εξωτερικού, αντίστοιχο του κύκλου σπουδών της Σχολής Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας, η Επιτροπή Υποτροφιών δυνατό να το θεωρήσει πλεονέκτημα." Ο αιτητής αποτάθηκε για την υποτροφία και επιλέγηκε ως ο δέκατος στη σειρά αφού προσμέτρησε το πλεονέκτημα. Σε σχέση με την υποτροφία, ο αιτητής την 1 Δεκεμβρίου 1996 υπέγραψε συμβόλαιο με τη Δημοκρατία, το ίδιο όπως και οι άλλοι υπότροφοι. Καθώς ο ίδιος εξήγησε, χωρίς να αντικρουστεί, αποδέκτηκε την υποτροφία "άνευ επηρεασμού της δεσμεύσεως της αρχής να υλοποιήσει την εν λόγω απόφαση 19.6.96.". Στις 20 Ιανουαρίου 1997, μετά που υποδείχθηκε στον αιτητή ότι θα πρέπει να παρακαθήσει σε εξετάσεις της Σχολής του Τμήματος ως προϋπόθεση για τοποθέτηση του σε Πύργο Ελέγχου προς απόκτηση πρακτικής εξάσκησης, ο αιτητής με επιστολή του προς το Υπουργείο Συγκοινωνικών και Έργων εξέφρασε αντίρρηση, επισημαίνοντας σχετικά την απόφαση της 19ης Ιουνίου
- Απάντησε το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας με επιστολή ημερ. 27 Ιανουαρίου
- Ο αιτητής επληροφορείτο ότι αποφασίστηκε η διεξαγωγή των εξετάσεων στη βάση προγράμματος που αφορούσε και τον ίδιο. Στις 9 Απριλίου 1997 ο αιτητής καταχώρησε αυτή την προσφυγή με την οποία ζητά: "
- Δήλωση ότι η απόφαση ή πράξη των καθών η αίτηση η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 27/01/1997, και παραλήφθηκε από τον ίδιο στις 28/01/1997, με την οποία του ζητείται όπως παρακαθήσει γραπτές εξετάσεις για απόκτηση πτυχίου ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας για τοποθέτηση του σε Πύργο Ελέγχου για την απόκτηση της ειδικότητας Αεροδρομίου και Προσέγγισης, είναι άκυρη καθ΄ ολοκληρία και στερείται οιουδήποτε αποτελέσματος.
- Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη ή άρνηση των καθ΄ ων η αίτηση να τοποθετήσουν τον αιτητή για πρακτική εξάσκηση σε Πύργο Ελέγχου προς απόκτηση της ειδικότητας στον Έλεγχο Προσέγγισης και Αεροδρομίου, ως η απόφαση κοινοποιηθείσα σ΄ αυτόν ημερομηνίας 19/06/1996, είναι παράνομη και ό,τι παν το παραληφθέν έδει να είχεν εκτελεσθεί." Παράλληλα, ο αιτητής συνέχισε τη διαμαρτυρία του με επιστολή ημερ. 4 Απριλίου 1997 του δικηγόρου του προς τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων. Με θετικό αποτέλεσμα. Ο Υπουργός, απέστειλε την εξής επιστολή ημερ. 22 Μαίου 1997: "Πρακτική εκπαίδευση στον Πύργο Ελέγχου Αεροδρομίου των κ.κ. Νικόλα Αντωνίου και Μιχάλη Γεωργίου Έχω οδηγίες ν΄ αναφερθώ στην επιστολή σας προς τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων ημερ. 4.4.97 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω ότι μετά από γνωμάτευση του Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Ρ. Γαβριηλίδη, έχουμε αποδεκτεί την ένσταση των αιτητών και ήδη δόθηκαν οδηγίες στο Διευθυντή Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας να προχωρήσει στην άμεση υλοποίηση της απόφασης η οποία διαβιβάστηκε στους αιτητές με τις επιστολές μου με αρ. 73/73/13 ημερ. 19.6.
- Είμαστε στη διάθεση σας για οποιεσδήποτε συμπληρωματικές πληροφορίες ή/και διευκρινίσεις." Στις 7 Ιουλίου 1997 που η προσφυγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, ο συνήγορος των καθ΄ ων προέβη στην ακόλουθη δήλωση: "Με βάση πρόσφατη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα γνωματεύουμε στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη για το λόγο ότι παραβιάζει τη χρηστή διοίκηση ενόψει προηγούμενων αποφάσεων του ιδίου του Υπουργείου για το ίδιο φυσικό πρόσωπο τον αιτητή. Γι΄ αυτό το λόγο δεν θα υπερασπίσουμε περαιτέρω την υπόθεση αυτή. Τα δε γεγονότα είναι ενώπιον σας. Είναι ισχυρισμός μας ότι έχει ήδη ανακληθεί. Ενόψει του ότι επιμένει η άλλη πλευρά και δεν αποσύρει την υπόθεση δεχόμαστε ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη και θα πρέπει να ακυρωθεί. Είχα αναφέρει στις 12 Ιουνίου 1997 ότι δεν υπήρξε ανάκληση. Τα όσα έχω ήδη αναφέρει αναιρούν την προηγούμενη δήλωση μου." Επεσήμανα τότε ότι το ενδεχόμενο δικαστικής ακύρωσης προϋπέθετε, παρά την ανάκληση, δυνατότητα συνέχισης της προσφυγής που σήμαινε εξέταση ισχυρισμού του αιτητή περί προκληθείσας ζημιάς για την οποία θα διεκδικούσε θεραπεία στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Στον εν λόγω ισχυρισμό του αιτητή εν τέλει αντιτάχθηκαν οι καθ΄ ων. Κατόπιν ακρόασης, εξέδωσα στις 29 Ιανουαρίου 1998 απόφαση με την οποία κατέληξα ότι προέκυπτε εκ πρώτης όψεως θέμα ζημιάς και ότι ως εκ τούτου η ανάκληση δεν ανέκοπτε την πορεία της προσφυγής. Εν συνεχεία όμως σημειώθηκε μεταβολή στη θέση των καθ΄ ων. Ενώ στη συνεδρία του Δικαστηρίου ημερ. 7 Ιουλίου 1997 δήλωσαν μέσω του συνηγόρου τους ότι "η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη και θα πρέπει να ακυρωθεί" εντούτοις, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29 Ιανουαρίου 1998 στην οποία παρατήρησα ότι εγείρονταν ενόψει του αιτητικού ορισμένα ζητήματα, ο συνήγορος των καθ΄ ων, επικαλούμενος εκείνη την παρατήρηση, επανήλθε στην καταχωρηθείσα ένσταση των καθ΄ ων με την οποία προέβαλλαν ότι "η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη" και πρόσθεσε ότι "..... το δεύτερο θέμα της παράλειψης εφαρμογής των όσων η διοίκηση ανέφερε σε επιστολή της ημερομηνίας 19 Ιουνίου 1996 που είναι η προσβαλλόμενη πράξη νομίζω ότι εκφεύγει σαφώς της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου διότι το Δικαστήριο μόνο ακύρωση πράξης ή παράλειψης μπορεί να κάνει, όχι να διατάξει όπως γίνει συγκεκριμένη πράξη." Το λιγότερο που θα μπορούσα να καταλογίσω σε αυτή την τοποθέτηση είναι βέβαια η έλλειψη ευκρίνειας. Στη δε αγόρευση του ο συνήγορος των καθ΄ ων έθεσε για πρώτη φορά ζήτημα ανεπίτρεπτης, λόγω έλλειψης συνάφειας, συμπροσβολής με την ίδια προσφυγή (α) ό,τι εμφανίζεται ως η απόφαση της 27 Ιανουαρίου 1997 στην παράγραφο
(1)του αιτητικού. και (β) της παράλειψης ή άρνησης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος
(2)του αιτητικού σε σχέση με την απόφαση ημερ. 19 Ιουνίου
- Εισηγήθηκε ότι εν προκειμένω θα πρέπει, σύμφωνα με πάγια νομολογία, να θεωρηθεί πως προσβάλλεται μόνο η πρώτη προτασσόμενη ως απόφαση στην παράγραφο 1 του αιτητικού. Αντικρίζοντας πλέον με αυτό τον τρόπο την προσφυγή, ο συνήγορος των καθ΄ ων προχώρησε να εισηγηθεί ότι η επελθούσα ανάκληση δεν αφορούσε την προβαλλόμενη ως απόφαση της 27 Ιανουαρίου 1997, αλλά την παράλειψη εκπλήρωσης της υποχρέωσης βάσει της απόφασης της 19 Ιουνίου
- Αυτή η θέση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με το περιεχόμενο της ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσης του συνήγορου ημερ. 7 Ιουλίου 1997 "ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη για το λόγο ότι παραβιάζει τη χρηστή διοίκηση ενόψει προηγούμενων αποφάσεων του ιδίου Υπουργείου για το ίδιο φυσικό πρόσωπο του αιτητή". Το πλήρες κείμενο της δήλωσης ήδη το παρέθεσα. Επισημαίνω ότι η αναφορά εκεί ήταν σε πράξη, όχι σε παράλειψη. Και απέληγε σε εισήγηση για ακύρωση της πράξης - παρά την ανάκληση της - ώστε να δοθεί τέλος στην προσφυγή εφόσον ο αιτητής δεν την απέσυρε. Έπειτα, κατά το συνήγορο των καθ΄ ων, ό,τι απέμενε, που ήταν η εμφανιζόμενη ως η απόφαση της 27 Ιανουαρίου 1997 να παρακαθήσει ο αιτητής σε γραπτές εξετάσεις, δεν ήταν εκτελεστή για να υπόκειται στον αναθεωρητικό έλεγχο αλλά απλώς πρόσκληση να παρακαθήσει σε εξετάσεις. Το πώς, στις διάφορες φάσεις, τοποθετήθηκαν οι καθ΄ ων το αναφέρω ως μέρος του ιστορικού των εξελίξεων. Το ζήτημα θα κριθεί βέβαια εξ αντικειμένου. Είναι νομίζω σαφές ότι η ανάκληση η οποία συνάγεται από την επιστολή του Υπουργείου, ημερ. 22 Μαίου 1997, αφορούσε την απόφαση που γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με την επιστολή της 27 Ιανουαρίου 1997 να παρακαθήσει σε εξετάσεις δεδομένου ότι με την επιστολή της 22 Μαίου 1997 η ανάκληση εκφράζεται ως αποδοχή της ένστασης που ο αιτητής διατύπωσε με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 4 Απριλίου 1997 επί της απαίτησης να παρακαθήσει σε εξετάσεις. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας την οποία εντόπισα στο διοικητικό φάκελο: βλ. το κυανούν αρ. 100, επιστολή ημερ. 18 Ιουνίου 1997, παράγραφος (γ). Έχω την άποψη ότι η απαίτηση να παρακαθήσει ο αιτητής σε εξετάσεις ως προϋπόθεση για την πρακτική εξάσκηση σε Πύργο Ελέγχου, που του κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερ. 27 Ιανουαρίου 1997, συνιστούσε εκτελεστή διοικητική απόφαση ως την εν τέλει διατυπωθείσα άρνηση της διοίκησης να συμμορφωθεί με το καθεστώς που είχε προηγουμένως θέσει η απόφαση της 19 Ιουνίου
- Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δικαιολογούν συμπέρασμα πως υπήρξε μέχρι τότε ο,τιδήποτε πέρα από παράλειψη συμμόρφωσης. Αυτή υπενθυμίζω ήταν ενώπιον μου και η θέση των καθ΄ ων. Ως προς την πορεία που ο αιτητής ακολούθησε, προφανώς εξ ανάγκης, ενόψει της εν λόγω παράλειψης - εννοώ την από μέρους του αποδοχή της κρατικής υποτροφίας - δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς το ήδη κεκτημένο δικαίωμα του ακόμα και αν εκληφθεί ως αποδοχή από μέρους του όλων των άλλων πτυχών τις οποίες συνεπαγόταν η εκπαίδευση για την οποία, διαρκούσας της παράλειψης της διοίκησης, πήρε την υποτροφία. Ως προς το αιτητικό, τα ζητήματα που προκύπτουν αφορούν κυρίως στην ταξινόμηση και διατύπωση. Σε σχέση με αυτά, μου φαίνεται εν τέλει πως δεν παρίσταται ανάγκη να προβώ σε εκτενή ανάλυση και συζήτηση. Περιορίζομαι στην παρατήρηση ότι στην ουσία, ό,τι ζητείται στην 1η παράγραφο του αιτητικού έχει ως υπόστρωμα την απόφαση ημερ. 19 Ιουνίου 1996 που αναφέρεται στη 2η παράγραφο και είναι ταυτόσημο με ό,τι στη 2η παράγραφο ζητείται σε σχέση με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1996 στη βάση άρνησης των καθ΄ ων. Η εναλλακτική αναφορά στην παράγραφο 2 σε παράλειψη μου φαίνεται να είναι χωρίς νόημα δεδομένης της αποκρυστάλλωσης της κατάστασης με τη διατυπωθείσα άρνηση της 27 Ιανουαρίου
- Δεν προκύπτει λοιπόν εδώ ζήτημα προσβολής πλείονος της μιας πράξης και, εν πάση περιπτώσει, η σημασία της υπόθεσης έγκειται σε ό,τι προτάσσεται με την 1η παράγραφο του αιτητικού. Καταλήγω ότι η ανακληθείσα απόφαση, που είναι η προσβαλλόμενη, κοινοποιηθείσα στον αιτητή με την επιστολή ημερ. 27 Ιανουαρίου 1997, θα πρέπει να ακυρωθεί. Και ακυρώνεται βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Έξοδα υπέρ του αιτητή. Γ.Κ. Νικολάου, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο