← Κύπρος

Poseidon Lines Shipping Ltd Co. και Άλλοι ν. Aρχής Λιμένων Kύπρου (1998) 4 ΑΑΔ 1039

Poseidon Lines Shipping Ltd Co. και Άλλοι ν. Aρχής Λιμένων Kύπρου

(1998)4 ΑΑΔ 1039 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1998)4 ΑΑΔ 1039 16 Νοεμβρίου, 1998 [ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 285/96)
  1. POSEIDON LINES SHIPPING LTD CO.,
  2. PANTRANS NAVIGATION LTD, Αιτητές, v. ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 286/96)
  3. PRINCESA MARISA COMPANY LTD,
  4. LOUIS TOURIST AGENCY LTD, Αιτητές, v. ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 287/96)
  5. KYPROHELLENIC SHIPPING CO. LTD,
  6. SALAMIS LINES LTD,
  7. SALAMIS TOURS LTD, Αιτητές, v. ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. (Υποθέσεις Αρ. 285/96, 286/96, 287/96) Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου ― Αρχή Λιμένων Κύπρου ― Καταβλητέα δικαιώματα για τη χρήση των λιμενικών περιοχών και εγκαταστάσεων ― Το κανονιστικό καθεστώς και η κατά νόμον αρμοδιότητα επιβολής και διακανονισμού των καταβλητέων δικαιωμάτων ― Κατά πόσο η σχετική αρμοδιότητα ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής ή δύναται να αποφασίζει σχετικά ο Γενικός Διευθυντής της ― Συστηματική ερμηνεία των κρίσιμων προνοιών του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου 38/73 σε συνδυασμό με το κανονιστικό πλαίσιο και τα νομολογιακά δεδομένα ― Κρίθηκε ότι η επίδικη απόφαση περί καταβλητέων δικαιωμάτων αναρμοδίως λήφθηκε από το Γενικό Διευθυντή της Αρχής. Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου ― Αρχή Λιμένων Κύπρου ― Γενικός Διευθυντής ― Ο ρόλος και οι αρμοδιότητες του με βάση τις νομοθετικές πρόνοιες που τον αφορούν. Οι αιτητές προσέβαλαν τον τρόπο εφαρμογής εις βάρος τους της Κ.Δ.Π. 307/95 εν σχέση με τα δικαιώματα χρήσης των λιμένων και λιμενικών εγκαταστάσεων που όφειλαν να καταβάλουν ως προς το έτος
  8. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας τις επίδικες αποφάσεις, αποφάσισε ότι:
  9. Ο περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (Καταβλητέα Δικαιώματα) Κανονισμοί του 1976 (Κ.Δ.Π. 45/76), όπως τροποποιήθηκαν, προβλέπουν ότι για κάθε πλοίο που φτάνει σε περιοχή λιμένος από λιμάνι της αλλοδαπής, καταβάλλονται λιμενικά δικαιώματα. Σχετικός εν προκειμένω είναι ο Κανονισμός. Ο Πίνακας καθορισμού των δικαιωμάτων υπέστη αριθμό τροποποιήσεων. Κατόπιν εκείνης την οποία επέφερε η Κ.Δ.Π. 95/86, δεν υπήρξε ουσιαστική μεταβολή μέχρι την έκδοση της Κ.Δ.Π. 307/95 στις 22 Δεκεμβρίου,
  10. Περί της διοίκησης και ενεργείας της Αρχής Λιμένων Κύπρου προνοεί το Άρθρο 5
(1)του Ν. 38/73. Οι αρμοδιότητες της Αρχής, οι οποίες σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου περιλαμβάνουν εξουσίες και καθήκοντα, εκτίθενται με λεπτομέρεια στο Μέρος ΙΙΙ του Νόμου στο οποίο περιλαμβάνεται και η πρόνοια στο Άρθρο 10
(1)(α), (β) και (γ). Στο Μέρος VII - Δικαιώματα Πληρωτέα διά τας Παρεχομένας υπό της Αρχής Υπηρεσίας, κ.λπ. του Νόμου, παρέχεται με το Άρθρο 25
(1)εξουσία για την έκδοση Κανονισμών με τους οποίους να καθορίζονται τα πληρωτέα δικαιώματα για τη χρήση περιοχών λιμένων και εγκαταστάσεων, για αγαθά και για υπηρεσίες ή διευκολύνσεις που παρέχει η Αρχή και, συνακόλουθα, να ρυθμίζεται ο τρόπος επιβολής, οι όροι πληρωμής και η είσπραξη. Είναι προφανές ότι η εν λόγω κανονιστική εξουσία είναι συναρτημένη με τα όσα αναφέρονται στο Άρθρο 10
(1)(α), (β) και (γ) ως καθήκοντα της Αρχής. Ο Κανονισμός 3, που παραπέμπει στον υπό αναφορά Πίνακα, εκδόθηκε βάσει του Άρθρου 25
(1). Το Άρθρο 18
(1)αναφέρεται στο διορισμό και τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή. 3. Αρμοδιότητα για τη λήψη απόφασης επί του ζητήματος εφαρμογής των Κανονισμών είχε η ιδία η Αρχή ενεργώντας διά του Διοικητικού Συμβουλίου και όχι ο Γενικός Διευθυντής. Η αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου δεν εξαντλείτο με την απόφαση που απέληξε στην έκδοση Κανονισμών. Τη φυσιογνωμία της κανονιστικής πράξης και την αντιδιαστολή της με την ατομική διοικητική, την εξήγησε η Ολομέλεια, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, στην Kanika Hotels Ltd κ.ά. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(1996)3 Α.Α.Δ.
  1. Το ότι παρέχεται στην Αρχή εξουσία για την έκδοση Κανονισμών δεν σημαίνει ότι της αφαιρείται ο περαιτέρω ρόλος στον ίδιο τομέα ευθύνης. Τουναντίον, η Αρχή διατηρεί τη δοθείσα αρμοδιότητα εφόσον ο Νόμος δεν την ανέθεσε αλλού.
  2. Προκύπτει από το Άρθρο 18
(1), με απόλυτη βεβαιότητα μάλιστα, ότι τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή σε σχέση με τρέχουσες υποθέσεις και με την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου είναι αποκλειστικά μηχανιστικού περιεχομένου. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από την ιδία τη φρασεολογία με την οποία περιγράφονται αυτά τα καθήκοντα αλλά και με την πρόνοια ότι ο Γενικός Διευθυντής ενεργεί "υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Συμβουλίου". Η πρόνοια με βάση την οποία ορίζεται ο Γενικός Διευθυντής ως ο λειτουργός που ασκεί έλεγχο επί των κονδυλίων που έχουν σχέση και με τυχόν διακανονισμό, δεν αναφέρεται παρά μόνο σε λειτουργία μηχανιστικής φύσης και δεν παρέχει αρμοδιότητα για τη λήψη εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων, σε τομέα μάλιστα που ο περί Αρχής Λιμένων Νόμος ρητώς εναποθέτει την αρμοδιότητα στην ιδία την Αρχή. 5. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν αναρμοδίως. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν με έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Kanika Hotels Ltd κ.ά. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(1996)3 Α.Α.Δ. 169, Δημοκρατία ν. Cyprus General Bonded and Transit Stores Association κ.ά.
(1998)3 Α.Α.Δ.
  1. Προσφυγές. Προσφυγές με τις οποίες προσβάλλεται το ύψος των προβλεπόμενων δικαιωμάτων για το έτος 1995 σε σχέση με την άφιξη πλοίων των αιτητών στο λιμένα Λεμεσού. Ρ. Καλλίγερου με Γ. Αγαπίου, για τους Αιτητές. A. Λυκούργου για T. Παπαδόπουλο, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. NIKOΛAOY, Δ.: Οι περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (Καταβλητέα Δικαιώματα) Κανονισμοί του 1976 (Κ.Δ.Π. 45/76), όπως τροποποιήθηκαν, προβλέπουν ότι για κάθε πλοίο που φτάνει σε περιοχή λιμένος από λιμάνι της αλλοδαπής, καταβάλλονται λιμενικά δικαίωματα. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3: "Τα εκάστοτε καταβλητέα τη Αρχή δικαιώματα διά την χρήσιν των υπό την δικαιοδοσίαν αυτής περιοχών λιμένων και των εν αυταίς εγκαταστάσεων και δι' αγαθά, υπηρεσίας ή διευκολύνσεις παρεχομένας υπό της Αρχής ή υφ' ετέρων εντός των περιοχών λιμένων καθορίζονται εν τω Πίνακι." Ο Πίνακας υπέστη αριθμό τροποποιήσεων. Κατόπιν εκείνης την οποία επέφερε η Κ.Δ.Π. 95/86, δεν υπήρξε ουσιαστική μεταβολή σχετικά με ό,τι απασχόλησε εδώ, μέχρι την έκδοση της Κ.Δ.Π. 307/95 στις 22 Δεκεμβρίου
  2. Άλλες μεταγενέστερες τροποποιήσεις δεν ενδιαφέρουν εδώ. Η διαφορά που προέκυψε μεταξύ των αιτητών - παραμένουν μόνο οι αιτητές αρ. 1 στην κάθε προσφυγή κατόπιν απόσυρσης από τους άλλους - και της Αρχής Λιμένων Κύπρου (στα επόμενα η "Αρχή"), αφορά στο ύψος των προβλεπόμενων δικαιωμάτων για το έτος 1995 σε σχέση με την άφιξη πλοίων τους στο λιμένα Λεμεσού. Η Αρχή, κατά τη λήψη των προσβαλλόμενων αποφάσεων εφάρμοσε για ολόκληρο το έτος 1995 τον Κανονισμό όπως διαμορφώθηκε με την Κ.Δ.Π. 307/
  3. Οι αιτητές υποστήριξαν ότι, για τις αντίστοιχες περιπτώσεις τους, ίσχυε το καθεστώς όπως ήταν πριν από την Κ.Δ.Π. 307/95 ενόψει αποκρυστάλλωσης μέχρι τότε της κατάστασης. Ενώ η Αρχή προέβαλε ότι με την Κ.Δ.Π. 307/95 μεταβλήθηκε το καθεστώς για ολόκληρο το έτος εφόσον δεν είχε ακόμα επέλθει τελικός διακανονισμός. Οι πρόνοιες που έχουν σχέση με το ζήτημα περιέχονται στην παράγραφο 1 του Μέρους I - Γενικά Λιμενικά Δικαιώματα, του Πίνακα. Στην υποπαράγραφο
(1)καθορίζονται τα δικαιώματα για όλες γενικά τις περιπτώσεις όπου δεν συντρέχει ειδική περίσταση για διαφορετική ρύθμιση με βάση άλλες υποπαραγράφους. Με την εν λόγω τροποποίηση, η υποπαράγραφος
(1)παρέμεινε άθικτη. Καταργήθηκε όμως, η υποπαράγραφος
(2)μαζί με τις συναφείς προς αυτήν υποπαραγράφους
(4),
(5)και
(6). Πρόκειται για τις πρόνοιες που επικαλούνται οι αιτητές. Παράλληλα η υποπαράγραφος
(3)που αφορούσε αφίξεις ειδικά στην περιοχή του λιμένος Λάρνακας, αναμορφώθηκε ως η μόνη απομένουσα περίπτωση με διαφορετική - αλλά ανάλογη με ό,τι ήδη ίσχυε - ρύθμιση για τα καταβλητέα δικαιώματα. Παραθέτω, εκ της παραγράφου 1, τις υποπαραγράφους
(2),
(4),
(5)και
(6)πριν από την κατάργηση τους με την Κ.Δ.Π. 307/95: "1-
(1)................................................................................................
(2)Τηρουμένης της υποπαραγράφου
(4), δι' έκαστον επιβατικόν σκάφος αφικνούμενον εις περιοχήν λιμένος εκ λιμένος της αλλοδαπής όπερ ανήκει εις τακτικήν ναυτιλιακήν γραμμήν Κύπρου - εξωτερικού της οποίας σκάφος ή σκάφη πραγματοποιούν ανελλιπώς διά την περίοδον από 1ης Ιουνίου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου δύο τουλάχιστον προσεγγίσεις την εβδομάδα και την υπόλοιπον περίοδον του έτους μίαν προσέγγισιν την εβδομάδα εις περιοχήν λιμένος και παραβάλλει με την πρύμνην, καταβάλλονται τα ακόλουθα δικαιώματα: (α) Δι' έκαστον κόρον καθαράς χωρητικότητος μέχρι 800 κόρους: 2,4 σεντ: (β) Δι' έκαστον κόρον καθαράς χωρητικότητος πέραν των 800 κόρων: 1,2 σεντ: Νοείται ότι το συνολικόν ποσόν των δυνάμει της παρούσας παραγράφου καταβλητέων δικαιωμάτων δεν δύναται να υπερβή τας £45,00.
(3)..................................................................................................
(4)Οι διατάξεις των υποπαραγράφων
(2)και
(3)δεν εφαρμόζονται εκτός εάν η ενδιαφερόμενη τακτική ναυτιλιακή γραμμή - (α) έδωσε κοινοποίηση στην Αρχή αναφορικά με την πρόθεση της για διενέργεια δρομολογίων Κύπρου - εξωτερικού πάνω σε μόνιμη ετήσια βάση πριν την έναρξη του ημερολογιακού έτους στο οποίο αναφέρεται η κοινοποίηση· και (β) παρέσχε στην Αρχή τις τυχόν απαιτηθείσες από την Αρχή πληροφορίες και στοιχεία σε σχέση με τα διενεργηθέντα ή σκοπούμενα δρομολόγια και τις συναφείς διευθετήσεις· και (γ) διατηρούσε ικανοποιητικές διευθετήσεις για εξυπηρέτηση της Κύπρου - εξωτερικού· και (δ) το σκάφος ή τα σκάφη της τακτικής ναυτιλιακής γραμμής πραγματοποίησαν τις προβλεπόμενες ελάχιστες προσεγγίσεις σε περιοχή λιμανιού μέσα στο έτος αναφορικά με το οποίο δόθηκε η κοινοποίηση.
(5)Τα δικαιώματα για το έτος αναφορικά με το οποίο ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις της υποπαραγράφου
(4), υπολογίζονται, ύστερα από αίτηση της τακτικής ναυτιλιακής γραμμής, σύμφωνα με τις υποπαραγράφους
(2)και
(3)και η Αρχή προβαίνει στον κατάλληλο διακανονισμό των δικαιωμάτων τα οποία έχουν καταβληθεί για το εν λόγω έτος σύμφωνα με την υποπαράγραφο
(1). ............................................................................................................." Περί το τέλος του 1995-αρχές του 1996 οι αιτητές υπέβαλαν αίτημα για διακανονισμό δικαιωμάτων δυνάμει των ανωτέρω προνοιών, στηρίζοντας το στο ότι ήδη πληρούνταν οι τιθέμενες προϋποθέσεις. Έλαβαν όλοι αρνητική απάντηση με επιστολές, όμοιες μεταξύ τους σε ό,τι αφορούσε την προσέγγιση, προερχόμενες από τον Γενικό Διευθυντή της Αρχής. Παραθέτω ενδεικτικά το κείμενο μόνο μιας, ήτοι, εκείνης που στάληκε στους αιτητές στην προσφυγή αρ. 285/96: "Αναφέρομαι στην επιστολή σας της 2.1.96 με την οποία ζητάτε διακανονισμό των λιμενικών δικαιωμάτων που πληρώθηκαν το 1995 για τα επιβατηγά πλοία SEA HARMONY II και SEA SERENADE. Σχετικά σας πληροφορώ ότι το αίτημά σας δεν μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί οι σχετικές διατάξεις έχουν καταργηθεί με την Κ.Δ.Π. 307/95 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της 22.12.95." Με τις απαντήσεις δεν προβλήθηκε σε σχέση με οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις ότι, αν ίσχυε το καθεστώς πριν από την έκδοση της Κ.Δ.Π. 307/95 δεν θα πληρούνταν οι προϋποθέσεις για καθορισμό των δικαιωμάτων στη βάση που έθετε η υποπαράγραφος
(2). Ωστόσο, στην προσφυγή αρ. 287/96 η Αρχή προέβαλε εκ των υστέρων, ήτοι, με τη διατυπωθείσα ένσταση της, ότι οι εκεί αιτητές δεν είχαν συμπληρώσει εντελώς τον αριθμό των απαιτούμενων αφίξεων. Αυτό δεν είναι όμως ανάγκη να με απασχολήσει περαιτέρω. Ας σημειωθεί ότι τα δικαιώματα που καθορίζονταν με την υποπαράγραφο
(2)δεν ανέρχονταν παρά μόνο στο ήμισυ εκείνων που καθορίζονταν στην υποπαράγραφο
(1). Ας σημειωθεί επίσης ότι για την κάθε άφιξη σκάφους στη διάρκεια του έτους, καταβάλλονταν από όλους, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου
(5), τα ψηλότερα δικαιώματα και στο τέλος, εφόσον διαπιστωνόταν ότι εφαρμοζόταν για την περίπτωση η υποπαράγραφος
(2), επερχόταν διακανονισμός με την επιστροφή του ανάλογου, επιπλέον πληρωθέντος ποσού. Σε σχέση με το βασικό ζήτημα της χρονικής εμβέλειας της Κ.Δ.Π. 307/95, τέθηκαν προς εξέταση διάφορα νομικά σημεία σε σχέση με τα οποία αναπτύχθηκε εκτενής επιχειρηματολογία. Έπειτα όμως, στο στάδιο των διευκρινήσεων, προέκυψε και ζήτημα αρμοδιότητας στη λήψη των προσβαλλόμενων αποφάσεων αφού, όπως εν τέλει διαπιστώθηκε κατόπιν αναδίφησης του διοικητικού φακέλου από τους συνηγόρους, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν όχι από το Διοικητικό Συμβούλιο αλλά από τον Γενικό Διευθυντή της Αρχής. Παρασχέθηκε στους συνηγόρους χρόνος για να τοποθετηθούν, δεδομένου ότι επρόκειτο περί ζητήματος δημόσιας τάξης που έπρεπε να εξεταστεί και μάλιστα κατά προτεραιότητα. Προτού όμως προχωρήσω με αυτό, είναι ανάγκη να κατευθύνω την προσοχή μου και σε ένα άλλο ζήτημα ακόμα μεγαλύτερης προτεραιότητας το οποίο έθεσε η Αρχή σχετικά με την προσφυγή αρ. 287/
  1. Σε σχέση με το οποίο μπορώ να είμαι σύντομος. Η Αρχή προέβαλε ότι η εν λόγω προσφυγή είναι εκπρόθεσμη. Κι αυτό διότι καταχωρίστηκε μετά την πάροδο 75 ημερών από την ημερομηνία που έφερε η επιστολή του Γενικού Διευθυντή, με την οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση. Οι αιτητές υποστήριξαν ότι η σταλείσα επιστολή λήφθηκε όχι κατά την ημερομηνία που φέρει, που ήταν η 19 Ιανουαρίου 1996, αλλά στις 26 Ιανουαρίου
  2. Αυτό σήμαινε εμπρόθεσμη καταχώρηση της προσφυγής. Το θέμα παρέμεινε εκεί, χωρίς να επιχειρηθεί αντίκρουση από μέρους της Αρχής. Με αυτά τα δεδομένα δεν θεώρησα ότι θα έπρεπε να προβώ αυτόβουλα σε περαιτέρω διερεύνηση. Η προσφυγή αρ. 287/96 θα εξεταστεί ως εμπρόθεσμη. Επανέρχομαι στο ζήτημα της αρμοδιότητας. Είναι η θέση των αιτητών ότι την αρμοδιότητα για λήψη απόφασης αναφορικά με το εν τέλει ύψος των δικαιωμάτων, στη βάση ερμηνείας των Κανονισμών προς διαπίστωση του ισχύοντος νομικού καθεστώτος, την είχε δυνάμει του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου του 1973 (Ν. 38/73 όπως τροποποιήθηκε) το Διοικητικό Συμβούλιο. Πρόνοια για εκχώρηση των αρμοδιοτήτων του Διοικητικού Συμβουλίου προς τον Γενικό Διευθυντή δεν υπήρχε αλλά ούτε και έγινε από μέρους της Αρχής επίκληση σε εκχώρηση. Η θέση που διατύπωσε η Αρχή είναι ότι δυνάμει του σχετικού Νόμου, την αρμοδιότητα στον υπό αναφορά τομέα την είχε ο ίδιος ο Γενικός Διευθυντής και όχι το Διοικητικό Συμβούλιο. Το άρθρο 5
(1)του Νόμου ορίζει ότι: "Η Αρχή διοικείται υπό, και ενεργεί μέσω, επταμελούς Διοικητικού Συμβουλίου (εν τοις εφεξής αναφερομένου ως "το Συμβούλιον") όπερ και διαχειρίζεται την περιουσίαν και τους πόρους αυτής και εκπροσωπεί ταύτην ενώπιον πάσης αρχής." Οι αρμοδιότητες της Αρχής, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 2 περιλαμβάνουν εξουσίες και καθήκοντα, εκτίθενται με λεπτομέρεια στο Μέρος ΙΙΙ του Νόμου στο οποίο περιλαμβάνεται και η πρόνοια στο άρθρο 10
(1)(α), (β) και (γ) ότι η Αρχή έχει, ανάμεσα σε άλλα, καθήκον: "10 -
(1)............................................................................................. (α) να παρέχη και διατηρή εις τους υπό την δικαιοδοσίαν αυτής λιμένας, επαρκείς και ικανάς λιμενικάς υπηρεσίας και διευκολύνσεις, ως ήθελον εκάστοτε κριθή αναγκαίαι ή επιθυμηταί ως και να επιμελήται τα της οργανώσεως, διοικήσεως και λειτουργίας των τοιούτων λιμένων· (β) να καθορίζη, ρυθμίζη, ελέγχη και απαγορεύη την χρήσιν οιωνδήποτε περιοχών λιμένων ή την κίνησιν ή οιασδήποτε δραστηριότητας εντός αυτών· (γ) να προνοή διά ή εν σχέσει προς τας περιοχάς λιμένων και τα χωρικά ύδατα της Κύπρου τας αναγκαίας ή ευκταίας υπηρεσίας πλοηγήσεως, φάρους, σημαντήρας και ετέρας ναυτιλιακάς υπηρεσίας ή μέσα βοηθείας." Στο Μέρος VII - Δικαιώματα Πληρωτέα διά τας Παρεχομένας υπό της Αρχής Υπηρεσίας, κλπ. του Νόμου, παρέχεται με το άρθρο 25
(1)εξουσία για την έκδοση Κανονισμών με τους οποίους να καθορίζονται τα πληρωτέα δικαιώματα για τη χρήση περιοχών λιμένων και εγκαταστάσεων, για αγαθά και για υπηρεσίες ή διευκολύνσεις που παρέχει η Αρχή και, συνακόλουθα, να ρυθμίζεται ο τρόπος επιβολής, οι όροι πληρωμής και η είσπραξη. Το άρθρο 25
(1)έχει ως εξής: "25 -
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η Αρχή δύναται, τη εγκρίσει του Υπουργικού Συμβουλίου, να καθορίζη δια Κανονισμών, τα εκάστοτε πληρωτέα δικαιώματα διά την χρήσιν των υπό την δικαιοδοσίαν αυτής περιοχών λιμένων και των εν αυταίς εγκαταστάσεων και δι' αγαθά, υπηρεσίας ή διευκολύνσεις παρεχομένας υπό του Οργανισμού ή υφ΄ ετέρων εντός των περιοχών λιμένων, ως και τους όρους πληρωμής και τον τρόπον επιβολής και εισπράξεως αυτών: ..........................................................................................................." Είναι νομίζω προφανές ότι η εν λόγω κανονιστική εξουσία είναι συναρτημένη με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 10
(1)(α), (β) και (γ) ως καθήκοντα της Αρχής. Ο Κανονισμός 3, που παραπέμπει στον υπό αναφορά Πίνακα, εκδόθηκε βέβαια βάσει του άρθρου 25
(1). Συμπληρώνω την απεικόνιση του νομοθετικού πλαισίου, στην έκταση που αφορά το υπό συζήτηση ζήτημα, με το άρθρο 18
(1)το οποίο αναφέρεται στο διορισμό και τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή. Έχει ως εξής: "18 -
(1)Το Υπουργικόν Συμβούλιον, εν διαβουλεύσει μετά του Συμβουλίου, διορίζει Γενικόν Διευθυντήν της Αρχής όστις, υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Συμβουλίου, θα επιλαμβάνηται των τρεχουσών υποθέσεων της Αρχής και θα εκτελή τας αποφάσεις του Συμβουλίου." Η συνήγορος της Αρχής εισηγήθηκε ότι σε σχέση με τα προβλεπόμενα δικαιώματα και για τα συνακόλουθα της ρύθμισης τους, η αρμοδιότητα της Αρχής, ενεργούσας διά του Διοικητικού Συμβουλίου της, εξαντλείται με την Κανονιστική πράξη στην οποία προβαίνει δυνάμει του άρθρου 25
(1)και ότι, εν συνεχεία, αρμοδιότητα για τη λήψη διοικητικών εκτελεστών αποφάσεων σε σχέση με ανακύπτοντα ζητήματα έχει ο Γενικός Διευθυντής, βάσει της πρόνοιας στο άρθρο 18
(1)ότι "θα επιλαμβάνηται των τρεχουσών υποθέσεων της Αρχής και θα εκτελή τας αποφάσεις του Συμβουλίου". Κατά την συνήγορο, το ζήτημα ερμηνείας των Κανονισμών - ενόψει ιδιαίτερα της τροποποίησης τους με την Κ.Δ.Π. 307/95 - εντασσόταν στην έννοια τρεχουσών υποθέσεων και επιπλέον αποτελούσε μέρος της εκτέλεσης απόφασης της Αρχής, ενσωματωθείσας σε κανονιστική πράξη. Για την εφαρμογή της οποίας χρειαζόταν η έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης. Δεν υπήρξε εισήγηση ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν ήταν εκτελεστές. Κατά τη γνώμη μου, αρμοδιότητα για τη λήψη απόφασης επί του ανακύψαντος ζητήματος εφαρμογής των Κανονισμών είχε η ιδία η Αρχή ενεργώντας διά του Διοικητικού Συμβουλίου και όχι ο Γενικός Διευθυντής. Η αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου δεν εξαντλείτο με την απόφαση που απέληξε στην έκδοση Κανονισμών και που ήταν βέβαια άρρηκτα συνυφασμένη με αυτούς. Τη φυσιογνωμία της κανονιστικής πράξης και την αντιδιαστολή της με την ατομική διοικητική, την εξήγησε η Ολομέλεια, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, στην Kanika Hotels Ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(1996)3 Α.Α.Δ. 169 και δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθώ σε αυτό. Ο απ' ευθείας αναθεωρητικός έλεγχος δεν προσφέρεται παρά μόνο κατόπιν εφαρμογής της κανονιστικής πράξης με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής απόφασης: βλ. την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Δημοκρατία ν. Cyprus General Bonded and Transit Stores Association κ.ά.
(1998)3 Α.Α.Δ. 57, στην οποία γίνεται αναφορά σε προηγούμενη νομολογία. Ήταν επομένως αναγκαία και εδώ η λήψη εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων αναφορικά με την εφαρμογή του Κανονισμού. Δεν επρόκειτο για περιπτώσεις εκτέλεσης. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ήταν λοιπόν εκτελεστές. Η αρμοδιότητα για την έκδοση τους διακριβώνεται με ερμηνεία των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Τις οποίες παρέθεσα. Με αυτές, η ευθύνη που μεταφράζεται σε καθήκον, συνώνυμο με την αρμοδιότητα για το υπό αναφορά ζήτημα, εναποτίθεται σε όλη του την έκταση και σε όλες του τις εκφάνσεις μέχρι τέλους, στην ιδία την Αρχή ενεργούσας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 5
(1). Το ότι παρέχεται στην Αρχή εξουσία για την έκδοση Κανονισμών δεν σημαίνει ότι της αφαιρείται ο περαιτέρω ρόλος στον ίδιο τομέα ευθύνης. Τουναντίον, μου φαίνεται να μοιάζει αυτονόητο ότι η Αρχή διατηρεί τη δοθείσα αρμοδιότητα εφόσον ο Νόμος δεν την ανέθεσε αλλού. Τα όσα στο άρθρο 18
(1)του Νόμου αναφέρονται ως καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή δεν επιδέχονται, κατά την άποψη μου, της ερμηνείας που πρότεινε η συνήγορος της Αρχής. Μου φαίνεται να προκύπτει από το άρθρο 18
(1), με απόλυτη βεβαιότητα μάλιστα, ότι τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή σε σχέση με τρέχουσες υποθέσεις και με την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου είναι αποκλειστικά μηχανιστικού περιεχομένου. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από την ιδία τη φρασεολογία με την οποία περιγράφονται αυτά τα καθήκοντα αλλά και με την πρόνοια ότι ο Γενικός Διευθυντής ενεργεί "υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Συμβουλίου". Σημειώνω για συμπλήρωση, ότι ως προς τους Νόμους που αφορούν τους προϋπολογισμούς της Αρχής, στους οποίους παρέπεμψε η συνήγορος της Αρχής - Ν. 23(ΙΙ)/95 και Ν. 38(ΙΙ)/96 - η πρόνοια με βάση την οποία ορίζεται ο Γενικός Διευθυντής ως ο λειτουργός που ασκεί έλεγχο επί των κονδυλίων που έχουν σχέση και με τυχόν διακανονισμό, δεν αναφέρεται παρά μόνο σε λειτουργία μηχανιστικής φύσης και δεν παρέχει αρμοδιότητα για τη λήψη εκτελεστών διοικητικών αποφάσεων, σε τομέα μάλιστα που ο περί Αρχής Λιμένων Νόμος ρητώς εναποθέτει την αρμοδιότητα στην ιδία την Αρχή. Καταλήγω λοιπόν ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν αναρμοδίως και θα πρέπει να ακυρωθούν. Δεν μπορεί επομένως να απασχολήσει εδώ οποιοδήποτε περαιτέρω ζήτημα. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν με έξοδα. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ακυρώνονται βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.