Ελένης Κωνσταντίνου-Χριστοφόρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1028/98, 18 Ιανουαρίου 1999 Ελένης Κωνσταντίνου-Χριστοφόρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1028/98, 18 Ιανουαρίου 1999 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1028/98 ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΗΛΙΑΔΗ, Δ. Αναφορικά με το Αρθρο 146 του Συντάγματος. ΜΕΤΑΞΥ: Ελένης Κωνσταντίνου-Χριστοφόρου, από τη Λευκωσία, Αιτήτριας και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Καθ'ων η αίτηση ----------------------- 18 Ιανουαρίου 1999 Για την Αιτήτρια: κ. Μιχ. Τριανταφυλλίδης με κα Α. Ευσταθίου. Για τους Καθ'ων η αίτηση: κ. Α. Παπασάββας, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η (α) Τα γεγονότα Η αιτήτρια είναι Επιμελήτρια (Αναισθησιολογίας) στις Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στις 25/6/98 η αιτήτρια τέθηκε σε διαθεσιμότητα αναφορικά με τη διεξαγωγή έρευνας για ισχυριζόμενη εκ μέρους της διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε η υπ' αριθμό 524/98 προσφυγή η οποία απορρίφθηκε στις 10/11/
- Εν τω μεταξύ η διαθεσιμότητα της παρατάθηκε από τις 24/9/98 μέχρι τις 15/11/
- Η συνέχιση της παράτασης της διαθεσιμότητας της αιτήτριας ήταν το αποτέλεσμα επιστολής ημερομηνίας 13/11/98 που στάληκε από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, με την οποία ζητούσε την παράταση της διαθεσιμότητας της αιτήτριας για ένα ακόμα μήνα. Στην πιο πάνω επιστολή αναφέρεται ότι μια τέτοια ενέργεια επιβαλλόταν για τους ίδιους λόγους που είχε ζητηθεί προηγουμένως η διαθεσιμότητα της αιτήτριας και ότι η παράταση της διαθεσιμότητας δεν θα επηρέαζε αρνητικά τη λειτουργία της Υπηρεσίας. Οι λόγοι που προβλήθηκαν αρχικά για τη διαθεσιμότητα της αιτήτριας που ισχύουν και για την απόφαση της παράτασης της 13/11/98 ήταν οι ακόλουθοι: "(α) Η έρευνα διεξάγεται για πιθανή διάπραξη σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος από την κα Ελένη Κωνσταντίνου - Χριστοφόρου σε σχέση με την κατάθεση πλαστού Μεταπτυχιακού Τίτλου και δυνατόν άλλου Διπλώματος. Η διάρκεια της έρευνας και ο αριθμός των μαρτύρων που υπάρχει πρόθεση να κληθούν να καταθέσουν στα πλαίσια έρευνας, δεν είναι δυνατό να καθοριστούν λόγω της φύσεως του υπό διερεύνηση πιθανού πειθαρχικού παραπτώματος. (β) Η παρουσία της υπαλλήλου στα καθήκοντα της κατά τη διάρκεια της έρευνας ενδέχεται να επηρεάσει την ομαλή διεξαγωγή της έρευνας, δεδομένου ότι η καταγγελία έγινε και από τους δικηγόρους της Ιατρικού Λειτουργού Φαίδρας Λέρνη, η οποία υπηρετεί στην ίδια κλινική με την κα Ελένη Κωνσταντίνου - Χριστοφόρου. (γ) Η διαθεσιμότητα της υπαλλήλου δεν αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την ομαλή λειτουργία της Υπηρεσίας, αφού το κενό που θα δημιουργηθεί σε περίπτωση που τεθεί σε διαθεσιμότητα, μπορεί να καλυφθεί με άλλες διευθετήσεις. Ανεξάρτητα από αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το υπό εξέταση παράπτωμα θεωρείται σοβαρό και ως εκ τούτου δυνατό να κλονισθεί η εμπιστοσύνη των ασθενών και του κοινού σε ό,τι αφορά την προσφερόμενη ιατρική περίθαλψη." Συμπληρωματικά στην επιστολή του της 13/11/98 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας πληροφορούσε την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας ότι ο Ερευνών Λειτουργός τον είχε πληροφορήσει ότι είχε αποστείλει στην αιτήτρια αντίγραφα των μαρτυρικών καταθέσεων και των άλλων στοιχείων που είχε στη διάθεση του και ανέμενε τις απόψεις της αιτήτριας προτού υποβάλει το πόρισμα του στην αρμόδια Αρχή. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αφού έλαβε υπόψη της όλα τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον της, έκρινε ότι εξακολουθούσε να συντρέχει σοβαρός λόγος για τη συνέχιση της παράτασης της διαθεσιμότητας για ολοκλήρωση της πειθαρχικής έρευνας μέχρι τις 14/12/98 και με σχετική επιστολή της ημερομηνίας 13/11/98 κοινοποιούσε την πιο πάνω απόφαση της στην αιτήτρια. Η παρούσα προσφυγή στρέφεται εναντίον της απόφασης των καθ'ων η αίτηση της 13/11/98 με την οποία παρατάθηκε η διαθεσιμότητα της αιτήτριας από τις 15/11/98 μέχρι τις 14/12/
- Η αίτηση βασίζεται πάνω σε διάφορους λόγους που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων της αιτήτριας, την εσφαλμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας, την υπέρβαση εξουσίας, την έλλειψη δέουσας έρευνας, την έλλειψη αιτιολογίας και την παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης. Ειδικότερα είναι η θέση της αιτήτριας ότι δεν συντρέχει "σοβαρός λόγος" ούτε και λόγοι δημόσιου συμφέροντος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)του Νόμου 1/90, που θα δικαιολογούσαν την παράταση της διαθεσιμότητας της. (β) Η θέση της αιτήτριας Από το 1990 η αιτήτρια υπηρετούσε ως Αναισθησιολόγος στο Νοσοκομείο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και από τις 14/10/96 μετατέθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της ότι η διαθεσιμότητα της αντιστρατεύεται το δημόσιο συμφέρον η αιτήτρια έχει παρουσιάσει βεβαιώσεις του Διευθυντή του Τμήματος Αναισθησιολογίας Δρος Μιχαήλ Παπαναστασίου, του Διευθυντή της Ουρολογικής Κλινικής Δρος Σπύρου Ηλιάδη, ένορκη δήλωση της Ανώτερης Ειδικής Αναισθησιολόγου Δρος Αννας Αχιλλεούδη και ένορκη δήλωση της Ειδικής Παιδοχειρούργου Δρος Ελένης Θεοχάρους, σύμφωνα με τις οποίες η αιτήτρια ήταν εργατική, ευγενική, ευσυνείδητη, υπεύθυνη και δεν φειδόταν κόπου και χρόνου στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Για την κάλυψη των αναγκών που προέκυψαν από την απουσία από τα καθήκοντα της ως αποτέλεσμα της διαθεσιμότητας της αιτήτριας διορίστηκε έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός, που δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια Επιμελήτρια. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι η διαθεσιμότητα συνεπάγεται επαγγελματική και προσωπική μείωση της λόγω του διασυρμού και αδρανοποίηση των σχεδίων υπηρεσίας και ερευνών της και της εξέλιξης και προόδου στο χώρο της εργασίας της. Αναφορικά με τα οικογενειακά της περιστατικά η αιτήτρια (που είναι μητέρα δύο παιδιών ηλικίας 5 και 6 χρόνων αντίστοιχα) ισχυρίζεται ότι η διαθεσιμότητα συνεπάγεται αποστέρηση κατά ½ των μηνιαίων απολαβών της με αποτέλεσμα να λαμβάνει μόνο £700 μηναίως, ποσό το οποίο διοχετεύεται σχεδόν ολόκληρο για την αποπλήρωση δανείου για την ανέγερση της οικογενειακής κατοικίας. (γ) Διαθεσιμότητα Το άρθρο 85
(1)του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/90, προνοεί ότι, "Αν διαταχθεί έρευνα πειθαρχικού παραπτώματος, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του άρθρου 81, εναντίον κάποιου υπαλλήλου ή με την έναρξη αστυνομικής έρευνας με σκοπό την πειθαρχική δίωξη εναντίον του, η Επιτροπή μπορεί, αν το δημόσιο συμφέρον το απαιτεί, να θέσει σε διαθεσιμότητα τον υπάλληλο κατά τη διάρκεια της έρευνας ........ Νοείται ότι η διάρκεια της διαθεσιμότητας στην οποία τίθεται ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, μπορεί όμως να παραταθεί, αν συντρέχει σοβαρός λόγος, για άλλους τρεις μήνες." Εχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η απόφαση για να τεθεί κάποιος σε διαθεσιμότητα αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. (Ιδε Veis and others v. The Republic [1979] 3 C.L.R. 390, Payiatas v. The Republic [1984] 3(A) C.L.R. 165 και Grigoropoullos v. The Republic [1984] 3(A) C.L.R. 449.) Εχει επίσης επισημανθεί ότι η λήψη μιας απόφασης για διαθεσιμότητα δεν αποτελεί πειθαρχικό μέτρο ή πειθαρχική ποινή με τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά είναι ένα μέτρο που αποσκοπεί στην απρόσκοπτη συμπλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας. Οπως έχει λεχθεί στην Grigoropoullos (πιο πάνω), "The principal object of the power to interdict is to ensure the unobstructed investigation of a case. Temporary suspension from the Force is justified whenever the removal of the officer from the rank is judged expedient in the interests of the efficacy of the investigation." Η απόφαση για τη διαθεσιμότητα ενός υπαλλήλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημόσιο συμφέρον. Οπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Περικλέους ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας ([1993] 3 Α.Α.Δ. 579), "Το δημόσιο συμφέρον είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο ένας υπάλληλος μπορεί να τεθεί σε διαθεσιμότητα κατά τη διερεύνηση πειθαρχικών αδικημάτων εναντίον του, προς αποφυγή του ενδεχόμενου επηρεασμού της ομαλής διεξαγωγής της έρευνας. Οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά στην απόφαση του διοικητικού οργάνου. Για τον προσδιορισμό του δημοσίου συμφέροντος, ώστε να τεθεί ένας υπάλληλος σε διαθεσιμότητα κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και μέχρι την τελική εκδίκαση της πειθαρχικής υπόθεσης εναντίον του, είναι απαραίτητη η αποκάλυψη της αληθούς φύσης των παραπτωμάτων και των στοιχείων που τα συνθέτουν, ώστε το δημόσιο συμφέρον να εξειδικεύεται με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά και να προσδιορίζεται με τρόπο που να καθιστά εφικτό το δικαστικό του έλεγχο (βλ. σχετικά, P. Adamides v. R.
(1982)3 C.L.R. 343, Kazamias v. R.
(1982)3 C.L.R. 239, Σκαρπάρης ν. Ε.Δ.Υ., Υπ. Αρ. 263/92, ημερ. 5.3.93, Π. Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. , Υπ. Αρ. 692/92, ημερ. 22.10.92 και Θεόδουλος Χαραλαμπίδης ν. Ε.Δ.Υ., Υπ. Αρ. 61/93, ημερ. 17.11.93)." Ο προσδιορισμός του δημόσιου συμφέροντος δεν είναι εύκολος. Ομως μπορεί να λεχθεί ότι το δημόσιο συμφέρον είναι μια νομική έννοια που έχει κοινωνικό χαρακτήρα και συνδέεται άμεσα με την έννομη τάξη. Οπως αναφέρεται στο "Εγχειρίδιο του Διοικητικού Δικαίου" του Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου, σ. 84, "Το δημόσιον συμφέρον, βάσει του αντικειμενικού κριτηρίου, συμπίπτει αμέσως με το συμφέρον όλων των μελών της κρατικής κοινωνίας, διότι αφορά την ικανοποίησιν βασικών αναγκών τας οποίας δύνανται να έχουν όλα τα εν λόγω μέλη (π.χ. εθνική άμυνα, τάξις, ασφάλεια, υγιεινή και υγεία, διατροφή, παιδεία, συγκοινωνία, επικοινωνία, οικονομική ανάπτυξις κλπ.)." Η έννοια του δημόσιου συμφέροντος δεν αποτελεί ειδική κατηγορία που βρίσκεται έξω από την περιοχή του δικαίου και της νομιμότητας, αλλά εντάσσεται σε αυτή. (Ιδε Τουμαζής ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2081 της 16/12/97). Στην παρούσα περίπτωση η επίδικη απόφαση της 13/11/98 δεν περιέχει οποιαδήποτε συγκεκριμένη αιτιολογία για την παράταση της διαθεσιμότητας, άνκαι αναφέρεται ότι υπήρχε σοβαρός λόγος για τη συνέχιση της παράτασης όπως εισηγείται η αρμόδια Αρχή. Θα πρέπει έτσι να εξεταστεί κατά πόσο η σχετική αιτιολογία προκύπτει από το περιεχόμενο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εχω εξετάσει με προσοχή τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί και έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εισήγηση της αιτήτριας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι δύο πρώτοι λόγοι που προβάλλονται από το Υπουργείο Υγείας και πιο συγκεκριμένα, (α) η σοβαρότητα του πειθαρχικού παραπτώματος, η διάρκεια της έρευνας και ο αριθμός των μαρτύρων που θα καταθέσουν και (β) η καταγγελία που οδήγησε στη διαθεσιμότητα που προήλθε από συνάδελφο της αιτήτριας, δεν μπορεί να αποτελέσουν λόγους δημόσιου συμφέροντος. Επιπρόσθετα μπορεί να λεχθεί ότι η σοβαρότητα του εξεταζόμενου αδικήματος από μόνη της δεν θεωρείται ως επαρκής λόγος. Ομως ο χαρακτήρας του εξεταζόμενου αδικήματος (ισχυριζόμενη κατάθεση πλαστού Μεταπτυχιακού Διπλώματος με το οποίο αναγνωρίστηκε στην αιτήτρια ειδικότητα στην Αναισθησιολογία) σε σχέση με τα καθήκοντα που εκτελούσε στο Αναισθησιολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, είναι πιθανό ότι θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη τόσο των ασθενών όσο και του κοινού σε ό,τι αφορά τις προσφερόμενες ιατρικές υπηρεσίες. Κατά την κρίση μου η απόφαση λήφθηκε για την ομαλή διεξαγωγή της πειθαρχικής έρευνας, για το συμφέρον της υπηρεσίας και κατ' επέκταση για το δημόσιο συμφέρον. Εχει υποβληθεί εκ μέρους της αιτήτριας ότι η παράταση της διαθεσιμότητας δεν εδικαιολογείτο αφού ο ερευνών λειτουργός είχε συμπληρώσει τη λήψη των καταθέσεων και τις είχε αποστείλει στην αιτήτρια για να ετοιμάσει την απάντηση της. Ετσι δεν θα ελαμβάνοντο, ούτε και επρόκειτο να ληφθούν άλλες καταθέσεις και η πτυχή αυτή της έρευνας, σύμφωνα με την αιτήτρια, δεν μπορούσε να επηρεαστεί καθόλου. Η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η έρευνα δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 15/11/98. Θα συμπληρωνόταν μόνο με την κατάθεση της αιτήτριας. Η κατάθεση της αιτήτριας δυνατό να δημιουργούσε ερωτηματικά που θα χρειάζονταν κάποιες απαντήσεις. Οι απαντήσεις αυτές μπορούσαν να πάρουν το χαρακτήρα της λήψης κατάθεσης από πρόσωπα που δεν είχαν καταθέσει, ή τη λήψη συμπληρωματικών καταθέσεων από πρόσωπα που είχαν ήδη καταθέσει. Ετσι η εισήγηση ότι η έρευνα είχε ουσιαστικά συμπληρωθεί σε βαθμό που δεν δικαιολογούσε την περαιτέρω παράταση της διαθεσιμότητας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. Τ. ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο