← Κύπρος

Αδάμου Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣΑΡ. 365/98 και 402/98., 12 Μαΐου, 1999

Αδάμου Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣΑΡ. 365/98 και 402/98., 12 Μαΐου, 1999 Αδάμου Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣΑΡ. 365/98 και 402/98., 12 Μαΐου, 1999 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΡ. 365/98 και 402/

  1. ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΚΑΛΛΗ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος. ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 365/
  2. Μεταξύ: Αδάμου Ανδρέου, Αιτητή και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Καθ΄ ων η αίτηση. _________________ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 402/
  3. Μεταξύ: Κώστα Κυριάκου, Αιτητή και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Καθ΄ ων η αίτηση. ___________________ 12 Μαΐου,
  4. Για τον αιτητή στην 365/98: Α. Κουκούνης. Για τον αιτητή στην 402/98: Α. Σ. Αγγελίδης. Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Τ. Πολυχρονίδου (κα.), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γ-Ε. Για το ενδιαφερόμενο μέρος: Ι. Νικολάου. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι πιο πάνω προσφυγές έχουν συνεκδικαστεί. Στρέφονται κατά της απόφασης ("η προσβαλλόμενη απόφαση") της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ("η Ε.Δ.Υ.") ημερ. 18.2.98 με την οποία ο Αιμίλιος Μακρίδης ("το Ε.Μ.") προάχθηκε στη μόνιμη θέση Διευθυντή, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ("η επίδικη θέση") από την 1.3.
  5. Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία περιβάλλουν τις προσφυγές: Η επίδικη θέση είναι θέση Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής. Μετά την δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας υποβλήθηκαν επτά αιτήσεις. Επειδή είναι θέση Προϊσταμένου Τμήματος εξαιρείται από τη διαδικασία των Συμβουλευτικών Επιτροπών (βλ. αρ. 32

(1)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1990 (Ν 1/90) και απόφαση της Ε.Δ.Υ. ημερ. 18.12.97 - Παράρτημα 5 στην ένσταση). Τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα έχουν ως ακολούθως: "3. Απαιτούμενα προσόντα:
(1)Πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν στη Διαχείριση Ακινήτων, στις Εκτιμήσεις, στα Νομικά (συμπεριλαμβανομένου του Barrister-at-Law), στη Χωρομετρία, στη Χαρτογραφία ή σε άλλο θέμα σε συναφείς τομείς, ή πλήρες μέλος (Fellow ή Professional Associate) του Royal Institution of Chartered Surveyors (General Practice ή Land Surveying Division) ή μέλος άλλου ισότιμου σχετικού επαγγελματικού σώματος μετά από επιτυχή συμπλήρωση τριετούς τουλάχιστον ακαδημαϊκού κύκλου σπουδών. (Σημ.: Ο όρος πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος καλύπτει και μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλο).
(2)(α) Δεκαετής τουλάχιστο πείρα σε υπεύθυνη θέση σε θέματα σχετικά με έναν ή περισσότερους από τους Κλάδους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από την οποία πενταετής τουλάχιστο διοικητική πείρα, ή (β) δεκαπενταετής τουλάχιστο πείρα σε έναν ή περισσότερους Κλάδους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από την οποία πενταετής τουλάχιστο διοικητική πείρα σε υπεύθυνη θέση.
(3)΄Αριστη γνώση των διαδικασιών εκτελέσεως της εργασίας στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρο- μετρίας ως και γνώση της εργασίας και των βασικών αρχών λειτουργίας όλων των Κλάδων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
(4)Ακεραιότητα χαρακτήρα, διοικητική, οργανωτική και διευθυντική ικανότητα, υπευθυνότητα, πρωτο- βουλία και ευθυκρισία.
(5)΄Αριστη γνώση της Ελληνικής και πολύ καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας.
(6)Πείρα που αποκτήθηκε σε έναν ή περισσότερους Κλάδους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας θα αποτελεί πλεονέκτημα." Από την εξέταση των αιτήσεων η Ε.Δ.Υ. έκρινε ότι όλοι οι υποψήφιοι ικανοποιούν την παραγ. 3
(1)του Σχεδίου Υπηρεσίας. Αναφορικά με την παραγ. 3
(2)(α) η Ε.Δ.Υ. έκρινε ότι με εξαίρεση τον υποψήφιο Ανδρέα Χριστοδούλου, οι άλλοι 6 υποψήφιοι κατέχουν την πείρα που προβλέπεται στην πιο πάνω παράγραφο του Σχεδίου Υπηρεσίας, γιατί υπηρετούν ή υπηρέτησαν στο Κτηματολόγιο για πάρα πολλά χρόνια. Οι υποψήφιοι αυτοί ικανοποιούν και την απαιτούμενη διοικητική πείρα δεδομένου ότι υπηρέτησαν για τουλάχιστο δέκα έτη σε ψηλές θέσεις στην ιεραρχία του Τμήματος. Η Ε.Δ.Υ. έκρινε, επίσης, ότι όλοι οι υποψήφιοι κατέχουν κατά τεκμήριο την απαιτούμενη από το σχέδιο υπηρεσίας πολύ καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας "λόγω του ότι τα σχέδια υπηρεσίας της παρούσας θέσης τους προβλέπουν το ίδιο επίπεδο". ΄Εκρινε περαιτέρω ότι 4 από τους υποψηφίους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δύο αιτητές, ικανοποιούν την απαίτηση του σχεδίου υπηρεσίας για άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας "γιατί υπηρέτησαν ή υπηρετούν στη θέση Πρώτου Κτηματολογικού Λειτουργού, το Σχέδιο Υπηρεσίας της οποίας προβλέπει το ίδιο επίπεδο γνώσης της Ελληνικής". Το Ε.Μ. και ο υποψήφιος Ανδρέας Χριστοδούλου ικανοποιούν - σύμφωνα με την Ε.Δ.Υ. - την εν λόγω απαίτηση γιατί είναι απόφοιτοι Ελληνικού Πανεπιστημίου. Αναφορικά με το προσόν πλεονέκτημα - πείρα που αποκτήθηκε σε έναν ή περισσότερους κλάδους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας - η Ε.Δ.Υ. έκρινε ότι το κατέχουν όλοι οι υποψήφιοι πλην του Ανδρέα Χριστοδούλου, λόγω της μακράς υπηρεσίας και πείρας τους στο εν λόγω τμήμα, όπως αυτή διαφαίνεται από τους υπηρεσιακούς τους φακέλους. Στη συνέχεια η Ε.Δ.Υ. υπέβαλε τους υποψηφίους σε προφορική εξέταση στην παρουσία του Γενικού Διευθυντή. Κατά την προφορική εξέταση "τόσο ο Γενικός Διευθυντής όσο και η Επιτροπή υπέβαλαν στους υποψηφίους ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, πάνω σε θέματα που άπτονται των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης καθώς και των απαιτήσεων του Σχεδίου Υπηρεσίας, με σκοπό τη διαπίστωση των γνώσεων, της κρίσης, της προσωπικότητας, της πρωτοβουλίας, της διοικητικής και διευθυντικής ικανότητας των υποψηφίων, της ικανότητάς τους για επικοινωνία, περιλαμβανομένης της έκφρασης, ολοκλήρωσης σκέψης, σαφήνειας, πειστικότητας, και γενικά της ικανότητας τους να ανταποκριθούν στα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της θέσης. Μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης, ο Γενικός Διευθυντής αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων σ΄ αυτήν ως εξής: Ανδρέου Αδάμος (Αιτητής στην προσφυγή 365/98): Πάρα πολύ καλός. Κυριάκου Κώστας (Αιτητής στην προσφυγή 402/98): Σχεδόν πάρα πολύ καλός. Μακρίδης Αιμίλιος (Ε.Μ.): Εξαίρετος. Η κρίση της Ε.Δ.Υ., όσον αφορά την απόδοση του κάθε υποψηφίου στην προφορική εξέταση, έχει ως εξής: Ανδρέου Αδάμος (Αιτητής στην Προσφυγή 365/98): Σχεδόν πάρα πολύ καλός. Κυριάκου Κώστας (Αιτητής στην Προσφυγή 402/98): Πολύ καλός. Μακρίδης Αιμίλιος: Σχεδόν εξαίρετος. Τόσο η κρίση της Ε.Δ.Υ. για την απόδοση των υποψηφίων όσο και η αιτιολογία για την αξιολόγηση φαίνονται στον πιο κάτω πίνακα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πρακτικού: "ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ. ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ- ΑΛΛΕΣ ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ (΄Εκφραση, ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΗΤΑ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΑΞΙΟΛΟ- (Ενημερότητα ολοκλήρωση ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ (Ωριμότητα, (Ηγετική ΓΗΣΗ για τη θέση, σκέψης- (Αποφασι- άνεση, αυτο- ικανότητα αντίληψη απάντησης, στικότητα, πεποίθηση νοητικές Γενικών Αρχών σαφήνεια, ανεξαρτησία ευγένεια, ικανότητες, Διοίκησης, τεκμηρίωση, σκέψης, εντιμότητα) ευφυΐα, αυτο- Νομοθεσίας & πειστικό- ωριμότητα γνωσία, όραμα, σχετικών προ- τητα) σκέψης) συναίσθηση βλημάτων. ευθύνης) ΄Εφεση για Ανάπτυξη) ΑΝΔΡΕΟΥ Αδάμος ΠΠΚ ΠΠΚ ΠΠΚ ΠΚ ΠΚ ΣχΠΠΚ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κώστας ΠΚ ΠΚ ΠΚ ΠΚ ΠΚ ΠΚ ΜΑΚΡΙΔΗΣ Αιμίλιος Ε Ε Ε ΠΠΚ ΠΠΚ ΣχΕ" Ακολούθησε η γενική αξιολόγηση των υποψηφίων. Σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό η Ε.Δ.Υ. "έλαβε δεόντως υπόψη την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, τα προσόντα των υποψηφίων σε σχέση με τα καθήκοντα της θέσης, όπως επίσης και τα υπόλοιπα στοιχεία των αιτήσεων, το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων που είναι όλοι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και την απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή". Η Ε.Δ.Υ. έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητα τους. Με βάση όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, περιλαμβανομένων και των καθιερωμένων κριτηρίων στο σύνολό τους η Ε.Δ.Υ. έκρινε ότι ο ΜΑΚΡΙΔΗΣ Αιμίλιος (Ε.Μ.) υπερέχει γενικά των άλλων υποψηφίων και τον επέλεξε ως τον πιο κατάλληλο για προαγωγή στην επίδικη θέση. Το πρακτικό της απόφασης καταλήγει ως πιο κάτω: "Επιλέγοντας το Μακρίδη, η Επιτροπή σημείωσε ότι αυτός δεν υστερεί των ανθυποψηφίων του σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση στα τελευταία χρόνια στα οποία δίδεται βαρύτητα, υπερέχει σε αρχαιότητα καθότι υπηρετεί σε θέση στην κλίμακα Α15, ενώ οι ανθυποψήφιοι του σε θέσεις στην κλίμακα Α14 ή Α13, βαθμολογήθηκε ψηλότερα στην ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας προφορική εξέταση (πλην του Χριστοδούλου με τον οποίο ισοβαθμεί), διαθέτει, όπως και οι άλλοι υποψήφιοι το προβλεπόμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας πλεονέκτημα και έχει υπέρ του τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή και ως εκ τούτου γενικά υπερέχει και είναι ο καταλληλότερος για να καταλάβει την υπό πλήρωση θέση. Η Επιτροπή, επιλέγοντας το Μακρίδη, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ότι οι υποψήφιοι Ανδρέου και Αριστείδου κατέχουν μεταπτυχιακά διπλώματα, στα οποία έδωσε την ανάλογη βαρύτητα δεδομένου ότι δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας ούτε αποτελούν πρόσθετο προσόν ή πλεονέκτημα." Οι λόγοι ακύρωσης: Οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι επειδή η επίδικη θέση αφορούσε υπάλληλο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών δεν ήταν Προϊστάμενος, "εν τη εννοία του όρου όπως ερμηνεύεται στο άρ. 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (1/90) ("ο Νόμος") και δεν μπορούσε να κληθεί ενώπιον της Ε.Δ.Υ. για να προβεί σε συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 34
(9)του Νόμου. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω παρόμοιο λόγο ακύρωσης στην Τσίκκου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 162/96/11.3.97 στην οποία έθεσα το θέμα ως εξής: "Στην Δημοκρατία ν. Στυλιανίδη κ.α., Α.Ε. 2157/21.6.96 αποφασίστηκε ότι όταν ο Νόμος εναποθέτει την άσκηση εξουσίας σε καθοριζόμενο αξιωματούχο η εκχώρηση της δεν επιτρέπεται εκτός και αν ο ίδιος ο νόμος ρητά το επιτρέπει. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Νόμος έχει εναποθέσει την άσκηση της σχετικής εξουσίας στον Διευθυντή του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Πρόσθετα ο Νόμος δεν επιτρέπει την εκχώρηση της σχετικής εξουσίας σε άλλο αξιωματούχο. Ωστόσο στην Στυλιανίδη (πιο πάνω) έχει νομολογηθεί πως η μοναδική περίπτωση που μπορεί να γίνουν οι συστάσεις από άλλο λειτουργό, εκτός από τον Προϊστάμενο του Τμήματος, 'είναι όταν η θέση του Προϊσταμένου χηρεύει ή ο ίδιος απουσιάζει από τα καθήκοντα του λόγω ανυπέρβλητου αντικειμενικού κωλύματος και πάντοτε εφόσον ορίζεται λειτουργός που ασκεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του Τμήματος'. Στην κρινόμενη υπόθεση ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενδιαφερόμενου μέρους έχει δεχθεί ότι 'Προϊστάμενος Τμήματος' ήταν ο Διευθυντής Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Ταυτόχρονα έχει προβάλει τον ισχυρισμό ότι 'κατά τον ουσιώδη χρόνο πλήρωσης της θέσης, η θέση του Προϊσταμένου του Τμήματος είχε χηρεύσει και δεν είχε πληρωθεί'. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει αντικρουσθεί από τον αιτητή. Παρέμεινε, επομένως, αναντίλεκτος. Λαμβάνω υπόψη μου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η θέση του Προϊσταμένου του Τμήματος είχε χηρεύσει και δεν είχε πληρωθεί. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την πιο πάνω νομολογιακή αρχή σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Νόμου 1/90 (ορισμός του όρου 'Προϊστάμενος Τμήματος'). Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας είναι ο ιεραρχικά ανώτερος λειτουργός στην όλη δομή του Υπουργείου Υγείας, στο οποίο υπάγεται η επίδικη θέση. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου νομίμως μπορούσε να ήταν ο συστήνων κατά το άρθρο 35
(4)του Νόμου 1/90." Με βάση την ορθή ερμηνεία του όρου "Προϊστάμενος Τμήματος" (βλ. ορισμό του από το άρ. 2 του Νόμου) ο Προϊστάμενος Τμήματος στην κρινόμενη περίπτωση ήταν ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δηλαδή ο κάτοχος της υπό πλήρωση θέσης. Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών. Υιοθετώ τα νομολογηθέντα στην Τσίκκος (πιο πάνω). Λαμβάνω υπόψη ότι - όπως και στην υπόθεση Τσίκκος - ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών είναι ο ιεραρχικά ανώτερος λειτουργός στη όλη δομή του Υπουργείου Εσωτερικών στο οποίο υπάγεται το πιο πάνω Τμήμα. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών νομίμως μπορούσε να ήταν ο συστήνων κατά το άρ. 34
(9)του Νόμου. Ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν μπορεί να πετύχει. Με τον επόμενο λόγο ακύρωσης οι αιτητές πρόβαλαν τη θέση ότι η Ε.Δ.Υ. παρέλειψε να προβεί στη δέουσα έρευνα αναφορικά με την κατοχή από το Ε.Μ. του προσόντος της πολύ καλής γνώσης της Αγγλικής γλώσσας. Η Ε.Δ.Υ. απεφάσισε ότι οι υποψήφιοι κατέχουν κατά τεκμήριο το πιο πάνω προσόν λόγω του ότι τα σχέδια υπηρεσίας της παρούσας θέσης τους προβλέπουν την κατοχή του προσόντος αυτού στο ίδιο επίπεδο. Ωστόσο οι αιτητές εισηγήθηκαν ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και αμφισβήτησαν την κατοχή από το Ε.Μ. του πιο πάνω προσόντος. Η πιο πάνω εισήγηση των αιτητών δεν βρίσκει έρεισμα στη Νομολογία. Στην Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1835/20.1.98 κρίθηκε ότι "εφόσον η νομιμότητα των προηγούμενων διορισμών ή προαγωγών δεν προσβλήθηκε πάνω στη βάση ότι τα Ε.Μ. δεν κατείχαν το υπό αναφορά προσόν, τεκμαίρεται πλέον αμάχητα ότι το κατέχουν προς τον σκοπό διεκδίκησης ανωτέρω θέσεων". Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος ακύρωσης πρέπει ν΄ απορριφθεί (Βλ. και Δημοκρατία ν. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 422, 428, 429 και Μάρκου ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 213, 216, 217). Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι και οι αιτητές έχουν κριθεί με βάση την κατά τεκμήριο αρχή ότι ικανοποιούν την απαίτηση του σχεδίου υπηρεσίας για άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας. Υπενθυμίζεται ότι δεν μπορούν ταυτόχρονα να επιδοκιμάζουν και να αποδοκιμάζουν μια προσέγγιση (Βλ. Platis v. Republic
(1978)3 C.L.R. 384). Οι αιτητές ισχυρίσθηκαν, επίσης, ότι η σύσταση του Γενικού Διευθυντή στερείται αιτιολογίας. Η πιο πάνω εισήγηση και πάλιν δεν βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του Νόμου ή στη νομολογία. Το θέμα των συστάσεων διέπεται από το άρ. 34
(9)του Νόμου το οποίο απλώς αναφέρεται σε συστάσεις και όχι σε αιτιολογημένες συστάσεις όπως είναι η περίπτωση με το άρ. 35
(4)του Νόμου. Σύμφωνα με τη νομολογία όταν ο Νόμος ομιλεί απλώς για συστάσεις αυτές δεν είναι απαραίτητο να είναι αιτιολογημένες νοουμένου ότι δεν είναι αντίθετες με το περιεχόμενο των φακέλων. Θέμα αιτιολογίας προκύπτει μόνο στην περίπτωση που ο Προϊστάμενος επιλέγει να παραθέσει τους λόγους της εισήγησης του οπόταν αν προκύψει ότι η αιτιολογία που δόθηκε πάσχει η απόφαση πρέπει να ανατραπεί γι΄ αυτό το λόγο (Βλ. Παπαϊωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 713 και Δημοκρατία ν. Κωνσταντινίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 234, 241, 242). Τονίζεται ότι η πιο πάνω θέση της νομολογίας έχει διαμορφωθεί σε σχέση με την ερμηνεία του άρ. 44
(3)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1967 (Ν 33/67) και του άρ. 35
(3)του περί της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου 1969 (Ν 10/69) τα οποία όπως και στην περίπτωση του επίδικου άρ. 34
(9)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 1990 (Ν 1/90) αναφέρονται σε "συστάσεις" και όχι σε "αιτιολογημένες συστάσεις". Στην παρούσα υπόθεση οι συστάσεις δεν συγκρούονται με τα στοιχεία του φακέλου. Δεν ήταν απαραίτητο να είναι αιτιολογημένες. Ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται. Μια άλλη θέση που έχουν προβάλει οι αιτητές σχετίζεται με την αιτιολογία της γενικής εντύπωσης της Ε.Δ.Υ. όσο αφορά την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. Υποστηρίχθηκε: Ο γενικός χαρακτηρισμός "εξαίρετος", "πολύ καλός κλπ." δίπλα από το όνομα ενός υποψηφίου δεν είναι αιτιολογία όπως ο Νόμος και η Νομολογία απαιτούν. Η ύπαρξη του Πίνακα, Παράρτημα Α, με τις πέντε υποδιαιρέσεις και τους γενικούς χαρακτηρισμούς "δεν αποτελούν κατά τον ίδιο λόγο αιτιολογία". Ο ένας γενικός χαρακτηρισμός ή υποδιαιρεμένος σε 5 στήλες δεν περιέχει αιτιολογία σε καμιά περίπτωση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών έκαμαν ιδιαίτερη αναφορά στην υποδιαίρεση της "Προσωπικότητας" που αφορά την "Εντιμότητα". Διερωτήθηκαν πως κρίθηκε η εντιμότητα των αιτητών και του Ε.Μ. "Μήπως - συνεχίζει η εισήγηση τους - ρώτησαν για ποιά και πόση κτηματική περιουσία απέκτησαν ενώ υπηρετούσαν στο Κτηματολόγιο"; Τόνισαν, επίσης, ότι η Ε.Δ.Υ. δεν έχει αιτιολογήσει γιατί έδωσε ΠΠΚ, ΠΚ, Εξ. κλπ. στην κάθε στήλη. Οι συγκεκριμένοι λόγοι "γιατί κρίθηκε το Ε.Μ. τελικά καλύτερος των άλλων δεν αποκαλύπτονται". Οι αιτητές ισχυρίσθηκαν, περαιτέρω, ότι η προφορική εξέταση "περιεστράφη σε τομείς εκτός προνοιών του σχεδίου υπηρεσίας ενώ θα έπρεπε να περιστρέφεται γύρω από τις πρόνοιες του σχεδίου υπηρεσίας". Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ε.Δ.Υ. υποστήριξε: (α) Ο Νόμος δεν προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή θα πρέπει να αιτιολογεί την εντύπωσή της από την αξιολόγηση των υποψηφίων κατά τις συνεντεύξεις. Εναπόκειται στην Επιτροπή να επιλέξει τον τρόπο αιτιολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση του Νόμου για αιτιολογία ικανοποιείται. (β) Ο Πίνακας θα πρέπει να διαβαστεί ως ολότητα, η δε τελευταία στήλη δεικνύει τον μέσο όρο της αξιολόγησης με βάση την αξιολόγηση των υποψηφίων στα επί μέρους θέματα ή κριτήρια τα οποία αναγράφονται στις υπόλοιπες στήλες και δεν απαιτείται να δοθεί γι΄ αυτό τον μέσο όρο ξεχωριστή αιτιολογία. (γ) Το γεγονός ότι η αξιολόγηση γίνεται με την μορφή Πίνακα δεν αλλάζει την εξειδίκευση της αξιολόγησης σε σχέση με τον καθένα και την αιτιολογία της. (δ) Τα στοιχεία που η Επιτροπή έλαβε υπόψη της δεν είναι εξωγενή στοιχεία αλλά απόλυτα σχετικά τόσο με τα απαιτούμενα προσόντα, όσο και με την καταλληλότητα των υποψηφίων λόγω της φύσης των καθηκόντων της θέσης και ορθά λήφθηκαν υπόψη. Η ευπαίδευτη συνήγορος επεσήμανε ιδιαίτερα τα καθήκοντα που περιγράφονται στην παράγραφο 2(α) (ι) του Σχεδίου Υπηρεσίας - οργάνωση, διοίκηση και αποτελεσματική λειτουργία του Τμήματος. Τόνισε ότι σύμφωνα με τη νομολογία η προσωπικότητα του κατόχου της θέσης αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την καταλληλότητα του για εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης, ιδίως όταν η θέση είναι ψηλά στην ιεραρχία και έχει ευρείες διοικητικές ευθύνες, όπως η παρούσα (Βλ. Ανδρέου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 205/88 κ.α./27.11.90, σελ. 15). Προκύπτει για εξέταση το πιο κάτω ζήτημα: Κατά πόσο το περιεχόμενο του πιο πάνω πίνακα - παρατίθεται στη σελ. 5 - ικανοποιεί την απαίτηση του άρ. 34
(10)του Νόμου για καταγραφή και αιτιολόγηση της γενικής εντύπωσης της Ε.Δ.Υ., όσο αφορά την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. ΄Εχω εξετάσει παρόμοιο λόγο ακύρωσης στις υποθέσεις Ευθυμίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 435/97 κ.α./12.11.98, Καραολή ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 129/98/21.12.98 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 65/98/26.4.98). Στην Ευθυμίου (πιο πάνω) το Δικαστήριο αυτό έχει υιοθετήσει την πιο κάτω προσέγγιση: "Η απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία επιλογής του πιο κατάλληλου υποψήφιου (βλ. άρθρο 34
(9)του Νόμου). Η καταγραφή της γενικής εντύπωσης όσο αφορά την απόδοση των υποψηφίων σε προφορική εξέταση αποτελεί επιταγή του άρθρου 34
(10)του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο η εντύπωση 'καταγράφεται στα πρακτικά και αιτιολογείται'. ΄Εχω την άποψη πως σύμφωνα με την ορθή ερμηνεία του άρθρου 34
(10)του Νόμου μετά την προφορική εξέταση πρέπει να γίνει πρώτα η καταγραφή της γενικής εντύπωσης και ν΄ ακολουθήσει η αιτιολόγηση της (Βλ. και Χατζηχάννα κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 3/97, 51/97, 149/97/19.6.98). ΄Εχω παραθέσει το μέρος των πρακτικών της Ε.Δ.Υ. το οποίο - σύμφωνα με την ίδια την Ε.Δ.Υ. - αποτελεί την αιτιολογία της αξιολόγησης της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση (βλ. σελ. 6). Θεωρώ ότι η τελευταία στήλη η οποία αφορά τη 'Γενική Αξιολόγηση' αποτελεί απλώς καταγραφή της γενικής εντύπωσης. Στην περίπτωση του αιτητή αυτή ήταν 'Πολύ καλή' και στην περίπτωση του Ε.Μ. 'Πάρα πολύ καλή+'. Το ίδιο ισχύει και με τις προηγούμενες 5 στήλες. Καταγράφουν την εντύπωση σε σχέση με τα στοιχεία της γνώσης, έκφρασης, επικοινωνίας, νοητικών ικανοτήτων και άλλων στοιχείων της προσωπικότητας. Ελλείπει παντελώς η οποιαδήποτε αιτιολογία της γενικής εντύπωσης όσον αφορά την απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση. Η πορεία που έχει υιοθετήσει η Ε.Δ.Υ. - η καταγραφή της εντύπωσης σε στήλες - δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 34
(10)του Νόμου. Ακολουθεί πως η Ε.Δ.Υ. έχει ενεργήσει κατά παράβαση του άρθρου 34
(10)του Νόμου. Εφόσο η απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές στοιχείο κρίσης αυτή αποτελεί και συστατικό στοιχείο της πράξης προαγωγής απαραίτητο για την τελείωση της. Στην απουσία έγκυρης αιτιολόγησης της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση η πράξη είναι ατελής, γεγονός που την αποστερεί νομικού κύρους. Η αιτιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση αποτελεί ουσιώδη νομοθετικό τύπο για την κατάρτιση της πράξης προαγωγής, παρέκκλιση από τον οποίο καθιστά την πράξη άκυρη (Βλ. Αργύρη ν. Ε.Δ.Υ., Υποθ. 974/93/28.4.95 - απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε και Στασινόπουλου 'Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων', σελ. 216, Βλ. και Λεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1579/29.5.98). Ακολουθεί πως η προσφυγή 435/97 επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται λόγω παράβασης ουσιώδους νομοθετικού τύπου." Η υπόθεση Ευθυμίου (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Καραολή (πιο πάνω) με την πιο κάτω προσθήκη: "Θα πρέπει να προστεθεί ότι στη διάρκεια της άσκησης της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου από το 1960 μέχρι σήμερα αυτή είναι η δεύτερη περίπτωση - η πρώτη ήταν η Ευθυμίου (πιο πάνω) - κατά την οποία Συλλογικό ΄Οργανο έχει αιτιολογήσει την πράξη του με τον πιο πάνω τρόπο. Η χρήση 'στήλης' για αιτιολόγηση διοικητικών πράξεων αποτελεί μέθοδο εντελώς άγνωστη στην έννομη τάξη της Κύπρου που σχετίζεται με το διοικητικό δίκαιο. Στην κρινόμενη περίπτωση η αιτιολογία απαιτείται ρητώς από το Νόμο. Αποτελεί ουσιώδη τύπο της πράξης. Πρέπει να υπάρχει στο σώμα της πράξης (Βλ. Θ.Δ. Τσάτσου 'Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας', σελ. 233, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-59, σελ. 185). ΄Οπως υποδεικνύεται από τον Γ. Μ. Παπαχατζή στο 'Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου', σελ. 663: 'Η αγαθή (χρηστή) διοίκηση οφείλει να αποκαλύπτει και να φανερώνει και να αναφέρει σαφώς τους λόγους, τα αίτια, που την οδηγούν στην συγκεκριμένη λύση του ζητήματος. Πρέπει να γίνεται φανερό με ποιά σειρά σκέψεων κατέληξε η δημόσια υπηρεσία στη λύση που επροτίμησε και όχι σε κάποια άλλη. ΄Οταν τα κινήσαντα τη διοικητική υπηρεσία αίτια παραμένουν καλυμμένα, παντός είδους παρανομίες μπορεί να εμφιλοχωρήσουν, χωρίς να είναι δυνατή η αποτελεσματική επέμβαση του ακυρωτικού δικαστηρίου.' Στην παρούσα υπόθεση η φερόμενη σαν αιτιολογία της πράξης δεν αποκαλύπτει, δεν φανερώνει και δεν αναφέρει σαφώς τους λόγους, τα αίτια, που έχουν οδηγήσει τη διοίκηση στη συγκεκριμένη λύση. Η διοίκηση δεν κάμνει φανερό με ποιά σειρά σκέψεων κατέληξε στη λύση που προτίμησε.'" Στην κρινόμενη περίπτωση σύμφωνα με τη γενική αξιολόγηση της Ε.Δ.Υ. ο αιτητής στην προσφυγή 365/98 ήταν "ΣχΠΠΚ", ο αιτητής στην προσφυγή 402/98 "ΠΚ" και το Ε.Μ. "ΣχΕ". Φαίνεται πως αυτή η γενική αξιολόγηση έχει σαν βάση της την βαθμολογία που δόθηκε στους δύο υποψηφίους στις προηγούμενες πέντε στήλες π.χ. σε σχέση με το στοιχείο "Γνωστικό αντικείμενο" - πρώτη στήλη - ο αιτητής στην προσφυγή 365/98 έχει βαθμολογηθεί ως "ΠΠΚ". Δεν αναφέρεται όμως τί ήταν εκείνο που οδήγησε στο "ΠΠΚ". Δεν αναφέρεται γιατί ο αιτητής εκείνος ήταν "ΠΠΚ" στο στοιχείο "Γνωστικό αντικείμενο" ή "ΠΚ" στο στοιχείο "Προσωπικότητα". Είναι αλήθεια ότι ο Νόμος δεν προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αιτιολογείται η γενική εντύπωση. Ωστόσο τα όσα προηγούνται της γενικής εντύπωσης - εδώ περιγράφεται ως γενική αξιολόγηση - πρέπει να αποτελούν την αιτιολογία της. Οι πέντε στήλες οι οποίες προηγούνται της "γενικής αξιολόγησης" δεν αποτελούν την αιτιολογία της γιατί όπως υποδεικνύεται πιο πάνω δεν καταγράφουν και δεν αιτιολογούν γιατί ο συγκεκριμένος υποψήφιος κρίθηκε ως "ΠΠΚ" ή "ΠΚ" ή "Ε". Δεν προσθέτουν τίποτε στην περιγραφή της "γενικής αξιολόγησης". Περίπου παρόμοιος τρόπος αιτιολόγησης είχε υιοθετηθεί και στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αναστασιάδου-Vantieghem κ.α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 119. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον αποδοκίμασε. ΄Εθεσε το θέμα ως εξής: "Είναι όμως η γνώμη μας πως αυτή η ούτω καλούμενη αιτιολογία δεν προσθέτει τίποτε στην περιγραφή της γενικής εντύπωσης που διαβαθμίζεται ως 'εξαιρετική', 'πάρα πολύ καλή', 'πολύ καλή' και 'καλή'. Στην κάθε ομάδα με φραστικό απλώς πλεονασμό, ανάλογα με την περίπτωση, προστίθεται πως οι υποψήφιοι απάντησαν κατά τρόπο εξαιρετικό, πάρα πολύ καλό, κ.λ.π., στις ερωτήσεις γνώσεων και κρίσεως. Το 'εξαιρετικά' γίνεται 'πάρα πολύ καλά', 'πολύ καλά', και 'καλά', ανάλογα με την ομάδα στην οποία κατατάσσονται οι υποψήφιοι, όπως αναφέρουμε παραπάνω. Αναιτιολόγητη είναι επίσης και η κρίση της Επιτροπής σε ότι αφορά την προφορική εξέταση. Στο πρακτικό αναγράφεται μόνο η γενική της εντύπωση για τον κάθε υποψήφιο με τις καθιερωμένες φράσεις, που παραθέτουμε αμέσως πιο πάνω. Το γεγονός πως καθορίστηκαν γενικά κριτήρια, για την αξιολόγιση των υποψηφίων στη συνέντευξη, δεν σημαίνει πως αυτά αποτελούν την αιτιολογία για την απόδοση του καθενός στη συνέντευξη." (Βλ. και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 172/96 κ.α./29.9.98 και Φωτίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 66/94/28.3.95). Στην Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ. 574 η Συμβουλευτική Επιτροπή αξιολογώντας την απόδοση των υποψηφίων στις ενώπιον της συνεντεύξεις και αφού στηρίχθηκε πάνω στην ορθότητα των απαντήσεων που έδωσαν οι υποψήφιοι στις ερωτήσεις, στη διατύπωση των απαντήσεων, στο βαθμό ευθυκρισίας και επίσης στην προσωπικότητα τους, αποφάσισε όπως αξιολογήσει τρεις από τους υποψηφίους ως "εξαίρετους", ένα υποψήφιο ως "πάρα πολύ καλό" και τους υπόλοιπους ως "πολύ καλούς". Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι η γενική αναφορά στα κριτήρια που έλαβε υπόψη η Συμβουλευτική Επιτροπή για την αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση ενώπιον της δεν ικανοποιεί την απαίτηση του Νόμου για αιτιολόγηση της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υιοθετώ την Αναστασιάδου-Vantieghem (πιο πάνω) καθώς και την προσέγγιση μου στις υποθέσεις Ευθυμίου και Καραολή. Κρίνω ότι η φερόμενη σαν αιτιολογία της γενικής εντύπωσης ή γενικής αξιολόγησης, όπως αυτή παρατίθεται στις πέντε στήλες του Πίνακα, δεν προσθέτει τίποτε στην περιγραφή της γενικής εντύπωσης ή αξιολόγησης. Δεν συνιστά, επομένως, έγκυρη αιτιολογία της γενικής εντύπωσης ή αξιολόγησης. Ακολουθεί πως η γενική εντύπωση όσο αφορά την προφορική εξέταση δεν ικανοποιεί την απαίτηση του άρ. 34
(10)του Νόμου γιατί δεν είναι αιτιολογημένη. Η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβασης ουσιώδους νομοθετικού τύπου. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη διάσταση του θέματος που σχετίζεται με την αιτιολογία της γενικής εντύπωσης όσο αφορά την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. Η διάσταση αυτή σχετίζεται άμεσα με το περιεχόμενο της προφορικής εξέτασης. Θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο στοιχείο της "εντιμότητας" το οποίο ήταν ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το κριτήριο της "Προσωπικότητας" (Βλ. την τέταρτη στήλη του σχετικού Πίνακα στη σελ. 5). Στη στήλη "Προσωπικότητα" στην οποία περιλαμβάνεται και το στοιχείο της "εντιμότητας" οι δύο αιτητές έχουν αξιολογηθεί ως "Π.Κ." ενώ το Ε.Μ. ως "Π.Π.Κ.". Επομένως με την επίδικη αξιολόγηση οι αιτητές κρίθηκαν ότι υστερούν σε εντιμότητα έναντι του Ε.Μ.. Η εντιμότητα αποτελεί στοιχείο που έχει άμεση σχέση με την φήμη, το κύρος, την αξιοπρέπεια και την υπόληψη του ατόμου. Αξιολόγηση η οποία φέρει δύο υποψηφίους να υστερούν σε εντιμότητα άλλου υποψηφίου πλήττει την υπόληψη τους. Οι αιτητές χωρίς να γνωρίζουν το "γιατί" έχουν στιγματισθεί ότι υστερούν σε εντιμότητα του Ε.Μ.. Διαπιστώσεις οι οποίες φέρουν ένα άτομο να υστερεί σε εντιμότητα ενός άλλου ατόμου αποτελούν μια πάρα πολύ σοβαρή μομφή κατά της προσωπικότητας και της υπόληψης του. Η εντιμότητα δεν είναι δεκτική διαβαθμίσεων χωρίς συνέπειες για το συγκεκριμένο υποψήφιο. Η φύση λοιπόν της σχετικής διαπίστωσης της Ε.Δ.Υ. ήταν τέτοια που υπαγορεύει την παράθεση αιτιολογίας. Οι αιτητές πρέπει να γνωρίζουν γιατί κρίθηκαν ότι υστερούν σε εντιμότητα του Ε.Μ.. Η εμπλοκή της Ε.Δ.Υ. στην εξέταση στοιχείων όπως είναι η εντιμότητα καθιστά επιβεβλημένη την παράθεση αιτιολογίας όχι μόνο γιατί μια τέτοια πορεία επιβάλλεται από το Νόμο αλλά και γιατί μια τέτοια πορεία είναι αναγκαία για την προστασία της φήμης και υπόληψης των υποψηφίων. Αναφορικά με το λόγο ακύρωσης που σχετίζεται με τα θέματα της προφορικής εξέτασης παρατηρώ: Πρόκειται για διευθυντική θέση. ΄Εχοντας υπόψη αυτό τον παράγοντα και τις πρόνοιες του σχεδίου υπηρεσίας δεν θα έλεγα ότι οι υποψήφιοι έχουν εξεταστεί σε σχεση με άσχετα ή εξωγενή θέματα όπως είναι η εισήγηση των αιτητών. Για τον πιο πάνω λόγο - παράβαση ουσιώδους νομοθετικού τύπου - οι προσφυγές επιτυγχάνουν. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται στην ολότητά της με έξοδα £300 στην κάθε μια από τις δύο προσφυγές. Καμία διαταγή για τα έξοδα του Ε.Μ.. Π. ΚΑΛΛΗΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.