← Κύπρος

Ευανθίας Ηρακλείδου ν. Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων κ.α., Υπόθεση Αρ. 927/97, 26 Μαΐου 1999

Ευανθίας Ηρακλείδου ν. Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων κ.α., Υπόθεση Αρ. 927/97, 26 Μαΐου 1999 Ευανθίας Ηρακλείδου ν. Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων κ.α., Υπόθεση Αρ. 927/97, 26 Μαΐου 1999 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ. 927/97 ΕΝΩΠΙΟΝ: ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος Μεταξύ: Ευανθίας Ηρακλείδου Αιτήτριας και

  1. Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος
  2. Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων
  3. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας Καθ΄ων η Αίτηση -------------- 26 Μαΐου 1999 Για την Αιτήτρια: κ. Γιαπανάς. Για τους Καθ΄ων η Αίτηση: κα. Καρακάννα, δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια κα. Ηρακλείδου επιδιώκει ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων η οποία της κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 10.9.1997 και με την οποία απόρριψε το αίτημα της για επιδότηση ανόρυξης γεώτρησης. Η κα. Ηρακλείδου είχε ανορύξει την εν λόγω γεώτρηση στην οικία της στις 4.7.1994 αφού είχε εξασφαλίσει τη σχετική άδεια από τον Έπαρχο στις 29.6.
  4. Η κα. Ηρακλείδου είχε τότε αποταθεί για επιδότηση της ανορύξεως της γεωτρήσεως της αλλά της ελέχθη ότι δεν εδίδοντο έντυπα αιτήσεων και δεν εγίνοντο αποδεκτές αιτήσεις καθ΄ότι το σχέδιο επιδοτήσεως ανορύξεως γεωτρήσεων είχε ανασταλεί. Με ανακοίνωση του ημερομηνίας 15.2.1996 ο Διευθυντής του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων πληροφορούσε τους κατοίκους των πόλεων ότι εδέχετο αιτήσεις από 1.3.1996 μέχρι 31.5.1996 (που ακολούθως παρατάθηκε σταδιακά μέχρι τις 20.12.1996) για επιδότηση με το ποσό των £100 γεωτρήσεων που θα ανορύσσοντο κατά την εν λόγω περίοδο. Η ανακοίνωση ανάφερε ότι η επιδότηση αφορούσε νέες γεωτρήσεις και θα παρεχωρείτο εφ΄όσον εξασφαλίζετο άδεια γεώτρησης από τον Έπαρχο, εφ΄όσον ο χώρος που θα ανορύσσετο η γεώτρηση επιθεωρείτο από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων μετά την υποβολή της αίτησης για άδεια και πριν ανορυχθεί η γεώτρηση και εφ΄όσον η διάτρηση ανορύσσετο από αδειούχο διατρητή. Η κα. Ηρακλείδου υπέβαλε αίτηση για επιδότηση της εν λόγω γεώτρησης της στις 29.7.1996, πληροφορήθηκε όμως τηλεφωνικά στις 11.9.1996 ότι η αίτηση της δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού αφορούσε γεώτρηση που ανορύχθηκε δύο χρόνια πριν από την καθοριζόμενη στην ανακοίνωση χρονική περίοδο και έτσι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για έγκριση. Στις 29.10.1996 η κα. Ηρακλείδου υπέβαλε σχετικό παράπονο στον Επίτροπο Διοικήσεως για την απόρριψη της αίτησης της και για την παράλειψη του Τμήματος να της απαντήσει γραπτώς. Ο Επίτροπος Διοικήσεως, στην έκθεση του ημερομηνίας 13.2.1997, αφού διαπιστώνει τα πιο πάνω, αποφαίνεται ότι η αίτηση της κας. Ηρακλείδου δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για έγκριση αφού ανορύχθηκε δύο χρόνια πριν από την καθορισμένη στην ανακοίνωση χρονική περίοδο, κρίνει όμως ότι το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων όφειλε να απαντήσει γραπτώς στην κα. Ηρακλείδου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 29 του Συντάγματος. Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων απάντησε γραπτώς στην κα. Ηρακλείδου με επιστολή ημερομηνίας 8.4.1997, αναφέροντας ότι, όπως είχε ήδη πληροφορηθεί προφορικά, η γεώτρηση της δεν μπορούσε να επιδοτηθεί αφού δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις επιδότησης μη έχοντας ανορυχθεί στην καθορισθείσα χρονική περίοδο από 1.3.1996 μέχρι 20.12.
  5. Με επιστολή ημερομηνίας 17.4.1997 η κα. Ηρακλείδου αναφέρετο στο χρόνιο υδατικό πρόβλημα της νήσου και τα κρατικά μέτρα ενθάρρυνσης ανόρυξης ιδιωτικών γεωτρήσεων στα πλαίσια των οποίων και η ίδια ανόρυξε την εν λόγω γεώτρηση και παρεπονείτο για δυσμενή διάκριση εναντίον της, παραπέμποντας στην περί Προϋπολογισμού Αναπτύξεως του 1994 νομοθεσία ως περιέχουσα τις σχετικές πιστώσεις για τις εν λόγω επιδοτήσεις και ζητώντας αναθεώρηση της απόφασης. Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 5.5.1997 ότι στην αναφορά "Εκστρατείες Εξοικονόμησης Ύδατος" στην εν λόγω νομοθεσία δεν γίνεται ένδειξη ως προς τη χρήση του κονδυλίου που αφήνεται να προσδιορισθεί από το Υπουργείο Οικονομικών, απορρίπτοντας και την εισήγηση για δυσμενή διάκριση σε αναφορά με το ότι καμμιά γεώτρηση δεν επιδοτήθηκε το
  6. Η κα. Ηρακλείδου επανήλθε με επιστολή ημερομηνίας 26.5.1997, εισηγούμενη ότι η άποψη του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων ότι στον Προϋπολογισμό του 1994 δεν υπήρχε ένδειξη ως προς τη χρήση του κονδυλίου ήταν ανακριβής, παραπέμποντας στο υπόμνημα στο οποίο αναφέρεται ότι οι προτεινόμενες πιστώσεις των £50,000 προορίζοντο για κάλυψη δαπανών για συνέχιση του σχεδίου επιχορήγησης ανόρυξης ιδιωτικών γεωτρήσεων στο ποσό των £40,000 και για την εκστρατεία διαφώτισης για εξοικονόμηση νερού στο ποσό των £10,000, και ζητώντας αναθεώρηση της απόφασης. Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων απευθύνθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος με επιστολή ημερομηνίας 24.7.1997 απάντησε ότι η αίτηση της κας. Ηρακλείδου δεν μπορούσε να γίνει δεκτή αφού δεν ικανοποιούσε τις χρονικές προϋποθέσεις της ανακοίνωσης, ότι εν πάση περιπτώσει έργο του 1994 δεν μπορούσε να καλυφθεί από μετέπειτα προϋπολογισμό και ότι οι ισχυρισμοί της κας. Ηρακλείδου σε αναφορά με τον Προϋπολογισμό Αναπτύξεως του 1994 ήσαν άσχετοι με το θέμα. Κατόπιν τούτου, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων απέστειλε στην κα. Ηρακλείδου επιστολή με ημερομηνία 10.9.1997 πληροφορώντας την ότι σύμφωνα με τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα η αίτηση της δεν ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις της ανακοίνωσης και έτσι δεν μπορούσε να γίνει δεκτή. Με αυτά τα δεδομένα, η ευπαίδευτη συνήγορος για τη Δημοκρατία στη γραπτή αγόρευση της εγείρει τρεις προδικαστικές ενστάσεις:
  7. Ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά βεβαιωτική προηγούμενης διοικητικής πράξης.
  8. Ότι η κα. Ηρακλείδου στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη πράξη.
  9. Ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη. Αναπτύσσοντας τις προδικαστικές ενστάσεις στην αγόρευση της, η κα. Καρακάννα εισηγείται ότι η επιστολή της 24.7.1997 ήταν απλώς επαναβεβαίωση της απόφασης που κοινοποιήθηκε με την επιστολή της 8.4.1997 και επαναλήφθηκε με την επιστολή της 5.5.
  10. Η κυρία Καρακάννα εισηγείται επίσης ότι η κα. Ηρακλείδου στερείται εννόμου συμφέροντος καθ΄όσον η περίπτωση της δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανακοίνωσης. Η κυρία Καρακάννα δεν αναπτύσσει την τρίτη προδικαστική ένσταση του εκπρόθεσμου της προσφυγής, που προφανώς αναφέρεται στην επιστολή της 24.7.
  11. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την κα. Ηρακλείδου σχολιάζει το θέμα λέγοντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι η επιστολή της 10.9.1997 η οποία και δεν είναι βεβαιωτική της επιστολής της 24.7.1997 αφού εν τω μεταξύ ετέθησαν ενώπιον της διοικήσεως νέα στοιχεία καθώς και το νομικό καθεστώς των πραγμάτων, εζητήθη δε και γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα. Ως εκ τούτου, λέγει, ούτε μπορεί η προσφυγή να είναι εκπρόθεσμη. Όσον αφορά τα περί εννόμου συμφέροντος της κας. Ηρακλείδου, ο κ. Γιαπανάς εισηγείται ότι η κα. Ηρακλείδου είχε έννομο συμφέρον καθ΄όσον ήταν δικαιούχος για επιδότηση. Επί της ουσίας, η θέση του κ. Γιαπανά είναι ότι, καθ΄όσον οι σχετικές πιστώσεις για το σχέδιο επιχορήγησης ανορύξεως γεωτρήσεων είχαν περιληφθεί στον Προϋπολογισμό Αναπτύξεως του 1994, ο Διευθυντής του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων δεν είχε δικαίωμα να αναστείλει την εφαρμογή του σχεδίου άνευ δεούσης εξουσιοδοτήσεως, αρνούμενος να παραλάβει αίτηση της κας. Ηρακλείδου το 1994, και έτσι ενήργησε παράνομα και αναιτιολόγητα. Η διάτρηση της κας. Ηρακλείδου, λέγει ο κ. Γιαπανάς, ενέπιπτε στα πλαίσια των επιδοτήσεων για τις οποίες έγινε πρόνοια στον προϋπολογισμό του 1994 και δεν εξαρτάτο από τους όρους της ανακοίνωσης του 1996, μπορούσε δε να επιδοτηθεί από προϋπολογισμό επόμενου έτους. Η κα. Καρακάννα απαντά στα πιο πάνω γεγονότα ότι η περίληψη πρόνοιας στον προϋπολογισμό για την επιδότηση ανορύξεως διατρήσεων ουδόλως επενεργεί ως υποχρέωση για τη Διοίκηση να υλοποιήσει τέτοιο σχέδιο παρά μόνο δυνητικά και εφ΄όσον η ίδια η διοίκηση καθορίσει τα δέοντα κριτήρια. Για το 1994 η διοίκηση απεφάσισε ότι δεν θα υπήρχε σχέδιο τέτοιας επιδοτήσεως και η κα. Ηρακλείδου δεν μπορεί επομένως να έχει δικαίωμα με βάση το σχέδιο για το
  12. Αναφέρομαι πρώτα στην ουσία του πράγματος διότι, όπως το θέτει και το συζητεί ο κ. Γιαπανάς, είναι καθαρό ότι η προσφυγή δεν μπορεί να επιτύχει. Η βασική θέση της κας. Ηρακλείδου είναι ότι η διάτρηση της ενέπιπτε στα πλαίσια των επιδοτήσεων για τις οποίες έγινε πρόνοια στον προϋπολογισμό του 1994 και ότι κακώς το 1994 η διοίκηση δεν έκανε δεκτές αιτήσεις για επιδότηση. Αυτό όμως σημαίνει ότι, καθ΄όσον εκείνο που ουσιαστικά προσβάλλεται είναι η απόφαση της διοίκησης να μην κάνει δεκτές αιτήσεις το 1994, σε σχέση με αυτό η παρούσα προσφυγή είναι καθαρά εκπρόθεσμη. Δεν είναι πλέον δυνατό για το δικαστήριο να αποφανθεί για τη νομιμότητα απόφασης της διοίκησης που ανάγεται στο 1994 επί προσφυγής που καταχωρήθηκε το
  13. Ο κ. Γιαπανάς λέγει βέβαια ότι, εφ΄όσον η κα. Ηρακλείδου είχε δικαίωμα επιδότησης το 1994, μπορεί να επιδοτηθεί από προϋπολογισμό επόμενου έτους, και έτσι το παράπονο της μπορεί να επεκτείνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία η διοίκηση αρνήθηκε να την επιδοτήσει από τον προϋπολογισμό του 1996 στον οποίο επίσης περιελήφθη πρόνοια για επιδοτήσεις διατρήσεων. Ούτε αυτό όμως βοηθά την κα. Ηρακλείδου. Κατά πρώτο, διότι η θέση αυτή εξακολουθεί να εδράζεται στο ισχυριζόμενο δικαίωμα της να επιδοτηθεί δυνάμει του προϋπολογισμού του 1994 και της άρνησης της διοίκησης να της αναγνωρίσει το δικαίωμα αυτό, το οποίο οδηγεί και πάλι στα λεχθέντα ανωτέρω σε σχέση με το εκπρόθεσμο της προσφυγής. Και κατά δεύτερο, με την ίδια λογική που η κα. Ηρακλείδου βασίζει το δικαίωμα της στο ότι η πρόνοια για επιδότηση της διάτρησης της που έγινε το 1994 αντλείται από την περίληψη της σχετικής πίστωσης στον προϋπολογισμό του 1994, έτσι και η σχετική πίστωση στον προϋπολογισμό του 1996 θα αφορούσε τις γεωτρήσεις του 1996, όπως και έκρινε η διοίκηση απορρίπτοντας το αίτημα της κας. Ηρακλείδου. Όντως, διερωτώμαι πώς θα ήταν δυνατό να διατεθούν πιστώσεις στους προϋπολογισμούς του 1996 για έργα που είχαν ήδη γίνει το 1994 καθ΄όσον είναι καθαρό από το τεκ. Β ότι δεν προορίζοντο για τα έργα του 1994 αλλά για τα έργα του
  14. Τόσο η ανακοίνωση του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων για το 1996 όσο και η απόρριψη της αίτησης της κας. Ηρακλείδου ως μη ικανοποιούσας τις προϋποθέσεις του σχεδίου για το 1996, λοιπόν, ήσαν απόλυτα μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας. Αλλά και επί της προδικαστικής ένστασης, μου είναι καθαρό ότι η προσφυγή πρέπει να αποτύχει. Η αρχική απόφαση της διοίκησης ήταν εκείνη της 8.4.
  15. Και αν ακόμα θεωρηθεί ότι η κα. Ηρακλείδου υπέβαλε νέα στοιχεία με την επιστολή της 17.4.1997 καθ΄όσον παρέπεμπε στην περίληψη των πιστώσεων στον Προϋπολογισμό του 1994, η απόφαση που περιέχεται στην επιστολή της 5.5.1997 εκάλυψε και αυτό το θέμα. Η απόφαση αυτή βέβαια δεν προσβάλλεται, αφού εξ άλλου η προσβολή της κατέστη πλέον εκπρόθεσμη όταν κατεχωρήθη η προσφυγή. Η απόφαση που προσβάλλεται, λέγει ο κ. Γιαπανάς, είναι εκείνη της 10.9.1997 η οποία ακολούθησε την επιστολή της κας. Ηρακλείδου της 29.5.1997, καθ΄όσον, όπως εισηγείται, με αυτή ετέθησαν νέα στοιχεία ενώπιον της διοίκησης και έγινε νέα έρευνα αφού εζητήθη και η γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα. Κατά την άποψη μου, ούτε νέα στοιχεία ετέθησαν ενώπιον της διοίκησης με την επιστολή της 29.5.1997 ούτε νέα έρευνα έγινε. Πέραν των γενικών σχολίων τα οποία γίνονται στην εν λόγω επιστολή, το μόνο ουσιαστικά προβαλλόμενο είναι η παράθεση της πρόνοιας του Υπομνήματος στον Προϋπολογισμό του 1994 σε στήριξη της θέσης της κας. Ηρακλείδου ότι εδικαιούτο επιδότησης. Η αναφορά της στο θέμα αυτό όμως είχε ήδη γίνει στην επιστολή της 17.4.1997 και εξετασθεί από τη διοίκηση και απορριφθεί με την επιστολή της 5.5.1997, της οποίας επομένως η επιστολή της 10.9.1997 συνιστούσε απλώς βεβαιωτική πράξη. Το γεγονός δε ότι, πριν αποσταλεί η επιστολή της 10.9.1997, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων είχε απευθυνθεί στο Γενικό Εισαγγελέα δεν συνιστά νέα εξέταση του πράγματος αφού δεν υπήρξαν νέα στοιχεία για να θεωρείται νέα η εξέταση. Όπως αναφέρει ο Στασινόπουλος, Δίκαιον Διοικητικών Διαφορών, 4η έκδοση, σελ. 176: "Πότε υπάρχει νέα έρευνα, είναι ζήτημα πραγματικόν. Θεωρείται όμως γενικώς νέα έρευνα η λήψις υπ΄όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, κρίνεται δε αυστηρώς το χρησιμοποιηθέν νέον υλικόν, διότι δεν πρέπει ο απολέσας την προθεσμίαν δια την προσβολήν μια εκτελεστής πράξεως, να δύναται να καταστρατηγή την προθεσμίαν ταύτην διά της δημιουργίας νέας πράξεως, η οποία εξεδόθη κατ΄επίφασιν μεν κατόπιν νέας ερεύνης, κατ΄ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων. Ούτω, δεν θεωρείται νέα έρευνα η παραπομπή της υποθέσεως εκ νέου εις συμβούλιον, προς εξέτασιν από νομικής αποκλειστικώς πλευράς ή η παραπομπή προς γνωμάτευσιν εις το νομικόν συμβούλιον ή η επίκλησις άλλης νομικής διατάξεως εκτός εκείνης εφ΄ης είχε στηριχθή η αρχική πράξις, εφ΄όσον δεν γίνεται επίκλησις και νέων πραγματικών στοιχείων." Και στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας, 1929-1959, Κεφ. Ε΄, §3, ΙΙΙ, σ. 241: "Νέα έρευνα υπάρχει εάν, προ της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις νεωστί προκυπτόντων, ή προϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων κυρίων στοιχείων κρίσεως, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως υπ΄όψιν. Ούτω εκρίθη, ότι συνιστά νέαν έρευναν η αίτησις συμπληρωματικών πληροφοριών: 109

(45), ή η διενέργεια αυτοψίας: 758
(38), ή η παραπομπή της υποθέσεως προς εξέτασιν ειδικόν διοικητικόν συμβούλιον: 769
(33)," Όπως το έθεσε ο Τριανταφυλλίδης, Δ. (ως ήτο τότε), στην υπόθεση Kelpis v. Republic
(1970)3 CLR 196 στη σ. 263: "In any case, it is quite clearly established in administrative law that the re-examination from the legal aspect only of a matter, in relation to which an executory decision has already been reached, does not amount to a new inquiry resulting in a new executory decision, but results only in a confirmatory act; and this is so even in cases in which, in relation to the legal aspect, there has been sought by the administration legal advice or the matter has been referred for the purpose to an appropriate organ, such as the State Legal Council in Greece (see the decisions of the Greek Council of State in cases 345/35, 5/37, 229/38, 439/38, 34/54, 479/66, 1013/66 and 752/30, in which even the inclusion in a subsequent decision of a further legal ground in support of a decision already reached previously in the same matter was not held sufficient to render the later decision anything more than confirmatory of the earlier one)." Ομοίως, στην υπόθεση Razis v. Republic
(1983)3 CLR 1917, στην οποία γίνεται αναφορά και στο γενικώτερο πλαίσιο της διάκρισης μεταξύ νέας εκτελεστής και βεβαιωτικής απόφασης όπως συζητήθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pieris v. Republic
(1983)3 CLR 1054. Και επί της προδικαστικής ένστασης και επί της ουσίας λοιπόν η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η κα. Ηρακλείδου θα καταβάλει τα έξοδα της Δημοκρατίας. Δ. Χατζηχαμπής Δ. /ΚΧ"Π cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.