Κουκκουρής Κώστας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)4 ΑΑΔ 647 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1999)4 ΑΑΔ 647 3 Ιουνίου, 1999 [ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΚΚΟΥΡΗΣ, Αιτητής, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Ή ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ/Ή ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΜΕΡΙΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 384/98) Διοικητική πράξη - Βεβαιωτική - Δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη η απόφαση της διοίκησης με την οποία δηλώνεται εμμονή της σε προγενέστερη απόφασή της - Εκτός αν εκδόθηκε μετά από εξέταση νέων ουσιωδών στοιχείων - Η κρίση κατά πόσο τα νέα στοιχεία ήταν ουσιώδη, που να οδηγήσουν στην έκδοση εκτελεστή απόφασης, ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο - Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση εκ νέου απόρριψης του αιτήματος για έκδοση προσφυγικής ταυτότητας, ήταν βεβαιωτική προηγούμενης, εφόσον δεν βασίστηκε σε νέα ουσιώδη στοιχεία - Η εμμονή της διοίκησης στην αρχική της απόφασης, ήταν ειλικρινής. Ο αιτητής προσέβαλε με την προσφυγή του, την απόφαση των καθ' ων η αίτηση με την οποία απέρριψαν αίτημά του για έκδοση προσφυγικής ταυτότητας, μετά από επανεξέταση που διεξήγαγαν με την προσκόμιση από τον αιτητή νέων στοιχείων και βεβαιώσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι: Σύμφωνα με τη νομολογία, εκτελεστή είναι η διοικητική πράξη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεσή της έννομα αποτελέσματα για το διοικούμενο, με άλλα λόγια δημιουργεί, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις. Οι βεβαιωτικές πράξεις, δηλαδή οι πράξεις που έχουν το ίδιο περιεχόμενο με την εκτελεστή πράξη που εκδόθηκε προηγουμένως και απλώς την επιβεβαιώνουν, δεν μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή επειδή στερούνται εκτελεστού χαρακτήρα.. Έτσι είναι βεβαιωτική η πράξη που δηλώνει απλή εμμονή της διοίκησης σε προηγούμενη πράξη, όπως είναι π.χ. η εμμονή σε προηγούμενη άρνηση. Οι πράξεις όμως που εκδίδονται ύστερα από "νέα έρευνα" της υπόθεσης, είναι εκτελεστές υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τη νέα έρευνα, λήφθηκαν υπόψη "νέα ουσιώδη νομικά ή πραγματικά στοιχεία". Η απλή βεβαίωση από τη διοίκηση ότι έγινε νέα έρευνα δεν είναι αρκετή και δε δεσμεύει το δικαστήριο το οποίο έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει κατά πόσο η προσφυγή είναι ή όχι παραδεκτή. Το νέο υλικό που χρησιμοποιήθηκε από τη διοίκηση κρίνεται αυστηρά διότι δεν πρέπει ο διοικούμενος που έχασε την προθεσμία για την προσβολή μιας εκτελεστής πράξης να μπορεί να καταστρατηγεί την προθεσμία αυτή με την δημιουργία νέας πράξης, η οποία "εξεδόθη καθ' επίφασιν μεν κατόπιν νέας έρευνας κατ' ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων". Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση της 5/3/1998 είναι αφ' εαυτής εκτελεστή ή είναι απλώς βεβαιωτική προγενέστερης απόφασης και δη της απόφασης της 21/2/1991. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου η ορθή απάντηση είναι ότι συμβαίνει το δεύτερο. Η απόφαση της 5/3/1998, που προσβάλλεται με την προσφυγή, αποτελεί μέχρι του σημείου που υπογραμμίστηκε από το Δικαστήριο, επανάληψη "verbatim" της απόφασης της 21/2/1991. Από τα όσα αναφέρονται είναι πρόδηλο ότι οι καθ' ων η αίτηση δε διεξήγαγαν οποιαδήποτε νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης που να δικαιολογεί το χαρακτηρισμό της απόφασης της 5/3/1998 ως νέας πράξης και, επομένως, εκτελεστής παρά την ταυτότητα του περιεχομένου της προς την πράξη που επιβεβαιώνει, δηλαδή εκείνη της 21/2/1991. Με την απόφαση της 5/3/1998, απλώς επιβεβαιώνεται η εμμονή των καθ' ων η αίτηση στην απόφαση της 21/2/1991, δηλαδή στην προγενέστερη άρνησή τους. Η απόφαση της 5/3/1998 περιέχει όλα τα γνωρίσματα της βεβαιωτικής πράξης. Τα «νεότερα στοιχεία» που εξέτασαν οι καθ' ων η αίτηση, δεν ήταν τέτοια που να έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή νέας εκτελεστής διοικητικής πράξης. Η «νέα έρευνα» απέληξε απλώς στην ενίσχυση και επιβεβαίωση της αρχικής αιτιολογίας της απόφασης της 21/2/1991 την οποία, όπως προκύπτει από το πρακτικό της 5/3/1998, οι καθ' ων η αίτηση εξακολουθούν να κρίνουν με ειλικρίνεια ότι ήταν επαρκής. H προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Δήμος Λευκωσίας ν. Γρηγορίου
(1996)3 Α.Α.Δ. 191, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 474, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 364, Ζίττης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ.
- Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της απόφασης των καθ' ων η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αιτητή για επανεξέταση την αίτησής του για αντικατάσταση της προσφυγικής του ταυτότητας. Α. Ευσταθίου-Νικολετοπούλου, για τον Αιτητή. Α. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Ο αιτητής κατάγεται από τη Βατυλή και η σύζυγός του από την Αθηαίνου. Παντρεύτηκαν στις 29/10/
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το 1974, ο αιτητής εργαζόταν στα Ψυχιατρικά Ιδρύματα Αθαλάσσας, ενώ η σύζυγος του είχε δικό της εργοστάσιο, το "BERTHA FASHION", στη Λευκωσία. Στις 6/9/1974 παραχωρήθηκε στον αιτητή προσφυγική ταυτότητα. Μετά από αρκετά χρόνια, συγκεκριμένα στις 24/8/1990, ενόψει σχετικής κυβερνητικής απόφασης, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα προς την καθ' ης η αίτηση για αντικατάσταση της προσφυγικής του ταυτότητας με τόπο εκτοπισμού τη Βατυλή και εξαρτώμενα πρόσωπα τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του. Από έρευνα που έγινε προέκυψαν τα ακόλουθα:- (α) Ο αιτητής ήταν καταχωρημένος ως ψηφοφόρος στους εκλογικούς καταλόγους 1972-1973 στη Βατυλή και η σύζυγός του στους αντίστοιχους της Αθηαίνου. (β) Όταν ο αιτητής ανανέωνε την άδεια οδηγού από τις 15/12/1970-18/12/1976 δήλωνε διεύθυνση διαμονής του τη Βατυλή. (γ) Όταν στις 28/5/1974 ενέγραψε τη θυγατέρα του Ανδριάνθη, που γεννήθηκε στις 17/5/1974, στο Γραφείο Επάρχου στη Λευκωσία, ως διεύθυνση διαμονής του δήλωσε την οδό Ομήρου 4, Αθηαίνου. (δ) Από την Αρχή Αδειών προέκυψε ότι, όταν ο αιτητής αγόρασε στις 26/5/1973 και πώλησε στις 30/12/1975 το αυτοκίνητο FS228, δήλωσε και στις δύο περιπτώσεις διεύθυνση διαμονής του την Αθηαίνου. (ε) Στον τηλεφωνικό κατάλογο του 1974-1975 υπήρχε τηλέφωνο στην οδό Έκτορος 17, Παλλουριώτισσα, στο "BERTHA FASHION". (στ) Από έρευνα στον προσωπικό φάκελο της συζύγου του στο Υπουργείο Παιδείας προέκυψε ότι:- (Ι) Σε αιτήσεις της για διορισμό στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία, ημερομηνίας 5/7/1971, 31/5/1972 και 20/12/1972 (μετά το γάμο της) δήλωσε διεύθυνση διαμονής την Αθηαίνου. (ΙΙ) Σε επιστολή της η οποία απευθύνετο προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, ημερομηνίας 13/10/1973, δήλωσε ως διεύθυνση διαμονής της πάλι την Αθηαίνου (μετά το γάμο της). (η) Από έρευνα στο Δήμο Λευκωσίας προέκυψε ότι η σύζυγός του ήταν φορολογημένη κατά τα έτη 1973 και 1974 στην οδό Έκτορος 16, Παλλουριώτισσα, με Επαγγελματικό Φόρο, Άδεια Λειτουργίας και Φόρο Σκυβάλων. Από πληροφορίες που ζητήθηκαν προέκυψαν τα ακόλουθα:- (α) Κάτοικοι των οικιών 15 και 19 στην οδό Έκτορος 17, Παλλουριώτισσα, ανέφεραν στον ερευνητή ότι ο αιτητής διέμενε εκεί οικογενειακώς πριν και μέχρι την εισβολή, όπου ειχαν επίσης και το εργοστάσιό τους. Επίσης ανέφεραν στον Ερευνητή ότι εκεί φιλοξένησε μετά την εισβολή και πρόσφυγες συγγενείς του. (β) Ο Κοινοτάρχης Βατυλής Γ. Ασπρής ανέφερε ότι ο αιτητής πριν και μέχρι την εισβολή δεν διέμενε στη Βατυλή. Κάποια κα. Ελένη Χ. Λούκα γειτόνισσα της μητέρας του, ανέφερε ότι ο αιτητής έμενε και στη Βατυλή και στην Αθηαίνου. Από επιτόπια έρευνα που έγινε στην Αθηαίνου προέκυψαν τα ακόλουθα:- (α) Πληροφορίες που λήφθηκαν από κατοίκους Αθηαίνου ανέφεραν ότι ο γάμος του αιτητή έγινε στην Αθηαίνου. Δεν είχε δικό του σπίτι, διέμενε στο σπίτι του πεθερού του και πηγαινοερχόταν καθημερινά στη Λευκωσία. Κάποτε όμως διέμενε και στη Λευκωσία. (β) Ο Κοινοτάρχης Αθηαίνου ανέφερε στον Ερευνητή ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που υπήρχαν στο αρχείο του ο αιτητής ήταν κάτοικος Αθηαίνου. Στο μητρώο γεννήσεων, που διατηρούσε για τα παιδιά των κατοίκων Αθηαίνου που γεννήθηκαν εκτός Αθηαίνου, ήταν καταχωρημένη και η θυγατέρα του αιτητή Ανδριάνθη, ότι γεννήθηκε στις 17/5/1974 εκτός Αθηαίνου. Ο αιτητής δεν ήταν φορολογημένος με Φόρο Σκυβάλων γιατί συγκατοικούσε με τον πεθερό του. Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία η αίτηση εξετάστηκε από την Επιτροπή Εξετάσεως Προσφυγικής Ιδιότητας κατά τη συνεδρία της στις 21/2/1991 και απορίφθηκε "γιατί η Επιτροπή, αφού μελέτησε σε βάθος όλα τα εις τη διάθεση της δεδομένα, κατέληξε στο συμπέρασμα πως τόσο ο αιτητής όσο κι η σύζυγος του δεν είχαν τη Βατυλή σαν τόπο διαμονής τους πριν και μέχρι την εισβολή". Ο αιτητής ενημερώθηκε γραπτώς στις 28/2/
- Στις 4/3/1991, με επιστολή του προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ζήτησε επανεξέταση της αίτησής του, το αίτημα όμως απορρίφθηκε και ενημερώθηκε γραπτώς στις 14/3/
- Αφού πέρασαν άπρακτα περισσότερα από έξι χρόνια ο αιτητής επανήλθε. Στις 16/5/1997 απευθύνθηκε και πάλιν προς τον Υπουργό Εσωτερικών, μέσω του δικηγόρου του, προσκομίζοντας τα ακόλουθα "νεότερα στοιχεία":- (α) Βιογραφικό σημείωμα. (β) Βεβαίωση από το Δήμαρχο Αθηαίνου, ημερομηνίας 24/6/1996, στην οποία αναφέρεται, αντίθετα από ό,τι προέκυψε από την επιτόπια επίσκεψη του Ερευνητή στον Κοινοτάρχη Αθηαίνου το 1990, ότι ο αιτητής δεν υπήρξε κάτοικος Αθηαίνου ούτε πριν το 1974 ούτε μετά το
- (γ) Βεβαίωση του Κοινοτάρχη Βατυλής, ημερομηνίας 6/5/1996, στην οποία αναφέρει, αντίθετα με όσα ο ίδιος είπε στον Ερευνητή το 1990, ότι ο αιτητής το 1974 ήταν κάτοικος Βατυλής και είχε ενοικιασμένο το σπίτι κάποιου Χρίστου Σ. Πογιατζή και ότι το ρεύμα ήταν στο όνομα κάποιου Κωστή Πούρου (γαμπρού του αιτητή). (δ) Βεβαίωση από κάποια Μ. Δημητρίου, που αναφέρει ότι ο αιτητής ενοικίασε το διαμέρισμα στην οδό Έκτορος 17Α, Παλλουριώτισσα, μετά την εισβολή του
- Στην ίδια οικοδομή είχε ενοικιάσει και το ένα κατάστημα που το χρησιμοποιούσε σαν εργαστήριο ειδών ένδυσης. Όπως σημείωσα προηγουμένως, από πληροφορίες που δόθηκαν από γείτονες το 1990, προέκυψε ότι ο αιτητής διέμενε στο διαμέρισμα οικογενειακώς πριν και μετά την εισβολή, όπου μάλιστα φιλοξένησε και πρόσφυγες συγγενείς του. Το αίτημα απορρίφθηκε εκ νέου και ο αιτητής ενημερώθηκε γραπτώς στις 10/6/
- Στις 4/9/1997 ο αιτητής συναντήθηκε με το Λειτουργό Εγγραφής, ο οποίος του "εξήγησε γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτοπισμένος" ενώ το ίδιο θέμα συζήτησε και με τον Υπουργό Εσωτερικών στις 6/10/1997 και "απορρίφθηκε και πάλιν το αίτημά του για να θεωρηθεί εκτοπισμένος". Στις 15/1/1998 ο αιτητής επανήλθε προσκομίζοντας διάφορα νέα έγγραφα στην προσπάθειά του να πείσει ότι μέχρι την εισβολή διέμενε στη Βατυλή. Προσκόμισε:- (α) Αίτηση για διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία με ημερομηνία έξι χρόνια πριν την εισβολή (13/8/1968) και διεύθυνση διαμονής τη Βατυλή. (β) Βεβαίωση από κάποιο Μάρκο Δημητρίου, χωρίς ημερομηνία, σύμφωνα με την οποία το Νοέμβριο 1973 ενοικίασε το κατάστημα στην οδό Έκτορος 17Α, Παλλουριώτισσα, το οποίο χρησιμοποιούσε ως εργαστήριο, ενώ μετά την εισβολή ενοικίασε και το διαμέρισμα. (γ) Βεβαίωση από κάποιο Λεοντή Χ. Σιάφκου, με ημερομηνία 16/1/1998, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής, από το 1969 μέχρι την εισβολή, κατοικούσε στη Βατυλή στο σπίτι των Χρίστου και Ελένης Πογιατζή, και βεβαίωση από κάποια Ελένη Χρίστου Πογιατζή, με ημερομηνία 15/1/1998, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής ενοικίασε το σπίτι της στη Βατυλή από το 1969 μέχρι την εισβολή του
- (δ) Διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά με ημερομηνία 25/10/1974 και εντεύθεν. (ε) Βεβαίωση από την Επιτροπή Ανακουφίσεως Παθόντων με ημερομηνία 14/11/1997, σύμφωνα με την οποία όλη η αλληλογραφία του αποστέλλετο στη Βατυλή. (στ) Βεβαίωση του Κοινοτάρχη Βατυλής, με ημερομηνία 6/5/1996, την οποία υπέβαλε και στις 16/5/1997, σύμφωνα με την οποία, αντίθετα με τα όσα ο ίδιος Κοινοτάρχης είπε στον Ερευνητή το 1990, ο αιτητής ήταν κάτοικος Βατυλής το
- (η) Διάφορες αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες φαίνεται ότι είναι από τη Βατυλή, τις οποίες εξασφάλισε προτού παντρευτεί το
- Η νέα αυτή αίτηση εξετάστηκε από την αρμόδια Επιτροπή στις 5/3/1998 και απορρίφθηκε. Ο αιτητής ειδοποιήθηκε σχετικά με επιστολή ημερομηνίας 11/3/
- Στις 17/3/1998 ο αιτητής ζήτησε επανεξέταση της αίτησής του, το αίτημά του όμως απορρίφθηκε και πάλιν και ενημερώθηκε γραπτώς στις 3/4/
- Η απορριπτική απόφαση της 5/3/1998 είναι το αντικείμενο της προσφυγής. Το κείμενο του σχετικού πρακτικού έχει ως εξής:- "Ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για αντικατάσταση της προσφυγικής του ταυτότητας με τόπο εκτοπισμού τη Βατυλή. Ο αιτητής κατάγεται από τη Βατυλή και η σύζυγός του από την Αθηαίνου. Παντρεύτηκαν στις 29.10.
- Πριν και μέχρι την εισβολή ο αιτητής εργαζόταν στο Ψυχιατρείο ενώ η σύζυγός του λειτουργούσε δικό της εργοστάσιο, το "BERTHA FASHION" στη Λευκωσία. Σε σειρά Κυβερνητικών εντύπων που συμπλήρωναν κατά καιρούς οι αιτητές, μετά το γάμο τους, δήλωναν σαν διεύθυνση τους την Αθηαίνου όπως κατά την εγγραφή της γέννησης της θυγατέρας του Ανδριάνθης στο γραφείο Επάρχου στις 17.5.74, κατά την αγορά και την πώληση του αυτοκινήτου FS228 στις 26.5.73 και 30.12.75 αντίστοιχα και σ' άλλες περιπτώσεις που προκύπτουν στο Φάκελο. Διάφορες πληροφορίες που λήφθηκαν αναφέρουν ότι ο αιτητής και η σύζυγός του διέμεναν πριν και μέχρι την εισβολή στην Αθηαίνου. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε σε βάθος όλα τα εις τη διάθεσή της δεδομένα, κατέληξε στο συμπέρασμα πως τόσον ο αιτητής όσο και η σύζυγός του δεν είχαν τη Βατυλή σαν τόπο διαμονής τους πριν και μέχρι την εισβολή. Η αίτησή του απορρίφθηκε. Τώρα ο αιτητής υποβάλλει νεότερα στοιχεία και η αίτησή του υποβάλλεται για λήψη απόφασης. Ο αιτητής παρουσιάστηκε στην Επιτροπή και έδωσε τις διευκρινίσεις που του ζητήθηκαν. Η Επιτροπή αφού μελέτησε προσεχτικά τα νεότερα στοιχεία που παρουσίασε ο αιτητής και όλα τα στοιχεία του φακέλου έκρινε ότι δεν παρουσιάστηκαν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ότι η μόνιμη διαμονή του αιτητή πριν και μέχρι την εισβολή ήταν η Βατυλή." (Η υπογράμμιση είναι δική μου.) Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας πρόβαλε προδικαστική ένσταση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως διατυπώνεται πιο πάνω, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά απλώς πράξη βεβαιωτική εκείνης της 21/2/1991 και, επομένως, δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τη νομολογία εκτελεστή είναι η διοικητική πράξη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεσή της έννομα αποτελέσματα για τον διοικούμενο, με άλλα λόγια δημιουργεί, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις. Οι βεβαιωτικές πράξεις, δηλαδή οι πράξεις που έχουν το ίδιο περιεχόμενο με την εκτελεστή πράξη που εκδόθηκε προηγουμένως και απλώς την επιβεβαιώνουν, δεν μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή επειδή στερούνται εκτελεστού χαρακτήρα. Έτσι είναι βεβαιωτική η πράξη που δηλώνει απλή εμμονή της διοίκησης σε προηγούμενη πράξη όπως είναι π.χ. η εμμονή σε προηγούμενη άρνηση. Οι πράξεις όμως που εκδίδονται ύστερα από "νέα έρευνα" της υπόθεσης είναι εκτελεστές υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τη νέα έρευνα, λήφθηκαν υπόψη "νέα ουσιώδη νομικά ή πραγματικά στοιχεία". Η απλή βεβαίωση από τη διοίκηση ότι έγινε νέα έρευνα δεν είναι αρκετή και δεν δεσμεύει το δικαστήριο το οποίο έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει κατά πόσο η προσφυγή είναι ή όχι παραδεκτή. Το νέο υλικό που χρησιμοποιήθηκε από τη διοίκηση κρίνεται αυστηρά διότι δεν πρέπει ο διοικούμενος που έχασε την προθεσμία για την προσβολή μιας εκτελεστής πράξης να μπορεί να καταστρατηγεί την προθεσμία αυτή με τη δημιουργία νέας πράξης η οποία "εξεδόθη κατ' επίφασιν μεν κατόπιν νέας έρευνας κατ' ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων". (Βλ. σχετικά τις πιο πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας στις υποθέσεις Δήμος Λευκωσίας ν. Μέλπως Γρηγορίου
(1996)3 Α.Α.Δ. 191, Γιάννης Κωνσταντίνου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 474, Γρηγόρης Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 364 και Αρχιμήδης Ζίττης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 394.) Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Θ. Τσάτσου "Η ΑΙΤΗΣΙΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ", Τρίτη Έκδοση,
(1971), σελίδες 136 έως 138, απόσπασμα που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ζίττη (πιο πάνω):- "Η εν τη πράξει βεβαίωσις, ότι εγένετο νέα έρευνα δεν αρκεί. Η τοιαύτη κρίσις της διοικήσεως δεν δεσμεύει το Συμβούλιον της Επικρατείας, το οποίον είναι μόνον αρμόδιον ν' αποφασίση κατά πόσον η αίτησις ακυρώσεως είναι τύποις παραδεκτή. Το Συμβούλιον της Επικρατείας δηλαδή οφείλει να εξετάση κατά πόσον διεξήχθη νέα έρευνα της υποθέσεως, δικαιολογούσα τον χαρακτηρισμόν της μετά ταύτην εκδοθείσης πράξεως, ως πράξεως νέας και ως εκ τούτου εκτελεστής, παρά την ταυτότητα του περιεχομένου της προς την επιβεβαιουμένην πράξιν. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Δεν αποτελεί όμως νέαν έρευναν ικανήν να καταστήση την βεβαιωτικήν πράξιν προσβλητήν οιαδήποτε μεταγενεστέρα της βεβαιουμένης πράξεως έρευνα, απολήξασα εις συμπλήρωσιν της αρχικής αιτιολογίας, εφ' όσον α) δεν ανατρέπεται εκ ταύτης ή προηγουμένη εν όλω και β) παρά πάσαν προσθήκην ή μερικήν μεταβολήν προκύπτει, ότι η διοίκησις εξακολουθεί πράγματι να κρίνη, ότι η αρχική αιτιολογία ήτο επαρκής. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη η κρίσις της διοικήσεως, ότι η αρχική της βεβαιουμένης πράξεως αιτιολογία ήτο επαρκής, απαιτείται να είναι ειλικρινής. Απλή βεβαίωσις, ότι εξακολουθεί να κρίνη την αρχικήν αιτιολογίαν ως επαρκή παρ' ότι αποδεικνύεται, ότι αύτη ήτο προφανώς ανεπαρκής, δεν εμποδίζει την προσβολήν της κατά τα λοιπά στοιχεία βεβαιωτικής πράξεως, της οποίας η αιτιολογία κατόπιν νέας ερεύνης συνεπληρώθη." Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση της 5/3/1998 είναι αφ' εαυτής εκτελεστή ή είναι απλώς βεβαιωτική προγενέστερης απόφασης και δη της απόφασης της 21/2/
- Κατά την άποψή μου η ορθή απάντηση είναι ότι συμβαίνει το δεύτερο. Η απόφαση της 5/3/1998, που προσβάλλεται με την προσφυγή, αποτελεί, μέχρι του σημείου που υπογράμμισα, επανάληψη "verbatim" της απόφασης της 21/2/
- (Βλ. Κυανούν 44 στο Τεκμήριο 1). Από τα όσα αναφέρονται από του σημείου που υπογράμμισα και μετά, είναι, κατά την άποψή μου, πρόδηλο ότι η καθ' ης η αίτηση δεν διεξήγαγε οποιαδήποτε νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης που να δικαιολογεί το χαρακτηρισμό της απόφασης της 5/3/1998 ως νέας πράξης και, επομένως, εκτελεστής παρά την ταυτότητα του περιεχομένου της προς την πράξη που επιβεβαιώνει, δηλαδή εκείνη της 21/2/
- Με την απόφαση της 5/3/1998 απλώς επιβεβαιώνεται η εμμονή της καθ' ης η αίτηση στην απόφαση της 21/2/1991, δηλαδή στην προγενέστερη άρνησή της. Η απόφαση της 5/3/1998 περιέχει όλα τα γνωρίσματα της βεβαιωτικής πράξης. Τα "νεότερα στοιχεία" που εξέτασε η καθ' ης η αίτηση δεν ήταν τέτοια που να έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή νέας εκτελεστής διοικητικής πράξης. Η "νέα έρευνα" απέληξε απλώς στην ενίσχυση και επιβεβαίωση της αρχικής αιτιολογίας της απόφασης της 21/2/1991 την οποία, όπως προκύπτει από το πρακτικό της 5/3/1998 (πιο πάνω), η καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να κρίνει με ειλικρίνεια ότι ήταν επαρκής. Η προσφυγή απορρίπτεται ως μη παραδεκτή, με έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο