← Κύπρος

Ευαγγελίστρια Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 1173

Ευαγγελίστρια Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας

(1999)4 ΑΑΔ 1173 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(1999)4 ΑΑΔ 1173 29 Οκτωβρίου, 1999 [ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ ΛΤΔ, Αιτήτρια, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 973/97) Φορολογία ― Ένσταση ― Φορολογία έκτακτης αμυντικής εισφοράς ― Προσφυγή χωρίς να έχει προηγηθεί η υποβολή ένστασης κατά της φορολογίας ― Η ένσταση αποτελεί ενδικοφανή προσφυγή και δυνάμει του Άρθρου 20Α
(1)(α) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978, όπως προστέθηκε στο νόμο με τον Ν. 80
(1)/99, αποτελεί προϋπόθεση για την καταχώρηση προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Φορολογία ― Φορολογία Εισοδήματος ― Εμπορία γης ― Ζήτημα μικτό, νομικό και πραγματικό ― Αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση κάθε φορά ― Τα νομολογηθέντα κριτήρια δεν είναι από μόνα τους αποφασιστικής σημασίας ― Στην προκειμένη υπόθεση, η απόφαση του Εφόρου ήταν εύλογη ― Κριτής των γεγονότων ο Έφορος ― Το Δικαστήριο παρεμβαίνει μόνο αν υπάρχει υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας. Φορολογία ― Φορολογία Έκτακτης Εισφοράς ― Η επιβολή της δεν στερείτο νομοθετικού ερείσματος ― Εφαρμογή είχε ο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμος του
  1. Η αιτήτρια προσέβαλε την απόφαση του Εφόρου, με την οποία της επιβλήθηκε φόρος εισοδήματος, έκτακτης εισφοράς και έκτακτης αμυντικής εισφοράς. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
  2. Το Δικαστήριο, αποδέχεται τις προδικαστικές ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση. Η αιτήτρια προσβάλλει τη φορολογία έκτακτης εισφοράς για τις τριμηνίες των ετών 1982-1983, ενώ δεν επιβλήθηκε τέτοια φορολογία για τα εν λόγω έτη. Επιπλέον παρατηρείται χωρίς να αναφέρεται από τους καθ' ων η αίτηση, ότι για τις τριμηνίες του έτους 1984 δεν επιβλήθηκε φορολογία έκτακτης εισφοράς. Ομοίως για το έτος 1988 δεν επιβλήθηκε φορολογία φόρου εισοδήματος. Προσβάλλει τη φορολογία έκτακτης αμυντικής εισφοράς γα τις εξαμηνίες του έτους 1988 ενώ δεν επιβλήθηκε και τις εξαμηνίες του έτους 1990 ενώ δεν εκδόθηκε καθόλου τέτοια φορολογία για το εν λόγω έτος. Συνεπώς η προσφυγή όσον αφορά τις πιο πάνω φορολογίες απορρίπτεται. Εξετάζοντας τη δεύτερη προδικαστική ένσταση των καθ' ων η αίτηση το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η φορολογία έκτακτης αμυντικής εισφοράς για τις εξαμηνίες του έτους 1993 είναι αρχική και εκδόθηκε στις 18.9.97, χωρίς να υποβληθεί ένσταση εναντίον αυτής από την αιτήτρια. Η ένσταση ημερομηνίας 28.3.96 δεν αφορούσε την εν λόγω φορολογία αφού αυτή εκδόθηκε μεταγενέστερα. Προτού η αιτήτρια ασκήσει την παρούσα προσφυγή δεν συμμορφώθηκε με το Άρθρο 20 εδ.5 του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978 (Ν. 4/78), που αποτελεί προϋπόθεση για να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρου 20Α
(1)(α), το οποίο προστέθηκε στο Ν.4/78 με το Ν.80
(1)/
  1. Η ένσταση κατά της φορολογίας επέχει θέση ενδικοφανούς προσφυγής. Η προσφυγή όσον αφορά την πιο πάνω φορολογία επίσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
  2. Έχει αποφασιστεί από τη νομολογία ότι το ζήτημα κατά πόσο πώληση ακινήτου αποτελεί εμπορία ή όχι, είναι μικτό, νομικό και πραγματικό και αποφασίζεται στην κάθε περίπτωση με την εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα και στις περιστάσεις της υπόθεσης. Τα κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία δεν είναι από μόνα τους αποφασιστικής σημασίας. Η συγκεκριμένη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο της φορολόγησης εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο όλων των γεγονότων που την περιβάλλουν. ??? ?· ???????· ??? ????????, ??›???·? ??? ? ??›‰??? ·???·?? ??? ?????? ‹?·? ?‡???· ????????‹ ?? ‚??? ?· ??????? ??? ??????›· ??? €???? ??·???› ???? ??? ????. ????‹? ??? ???????? ????????? ?›?·? ? ??????. ? ?·?€?‚·?? ??? ???·????›?? ‰??·??????›?·? ???? ??·? ? ·???·?‹ ??? ‰?? ‹?·? ·???€????· ?????‹? ???€???·?.
  3. Οι ισχυρισμοί του δικηγόρου της αιτήτριας, ότι για τη φορολογία έκτακτης εισφοράς δεν υπήρχε νόμος κατά την βεβαίωσή της που να προέβλεπε την επιβολή της, στερούνται σημασίας μετά την απόφαση της Ολομέλειας VEPRO CO LTD v. Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου κρίθηκε ότι ίσχυε και τύγχανε εφαρμογής ο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμος του
  4. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Δημοκρατία v. Ακίνητα Στ. Ιωαννίδη
(1991)3 Α.Α.Δ. 398, Οδυσσέως v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 481, Δημοκρατία v. Λέρνη
(1991)3 Α.Α.Δ. 346, Φυτείαι Φοϊζά Λτδ v. Δημοκρατίας
(1999)4 Α.Α.Δ. 675, Βαρναβίδης v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3376, Fishers Association Ltd v. Δημοκρατίας, Υπ. αρ. 972/97, ημερ. 29.1.99, Vepro Co Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ.
  1. Προσφυγή. Προσφυγή εναντίον της επιβολής φορολογιών φόρου εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 1984, 1987-1993, έκτακτης εισφοράς για τις τριμηνίες των ετών 1982-1984, 1987, 1989 και 1/92-2/92 και έκτακτης αμυντικής εισφοράς για τις εξαμηνίες των ετών 1984, 1987-
  2. Σπ. Ευαγγέλου, για την Αιτήτρια. Γ. Λαζάρου, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Με την προσφυγή προσβάλλεται το κύρος της απόφασης του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος ("καθ' ου η αίτηση") με την οποία επιβλήθηκαν στην αιτήτρια εταιρεία φορολογίες φόρου εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 1984, 1987-1993, έκτακτης εισφοράς για τις τριμηνίες των ετών 1982-1984, 1987, 1989 και 1/92 - 2/92 και έκτακτης αμυντικής εισφοράς για τις εξαμηνίες των ετών 1984, 1987-
  3. Η αιτήτρια είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ενεγράφη στις 21.12.
  4. Στις 24.3.65 απέκτησε με δωρεά από τον ιδρυτή της Νίκο Κίρζη μαζί με δύο άλλες συγγενικές εταιρείες το 1/3 ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία βρισκόταν στα Κάτω Πολεμίδια και χρησιμοποιόταν κατά το χρόνο της απόκτησής της ως φάρμα, γνωστή ως "φάρμα Κίρζη". Στις 15.11.71 η αιτήτρια μαζί με τις εν λόγω εταιρείες απέστειλαν επιστολή στον καθ' ου η αίτηση, ο δικηγόρος της την χαρακτηρίζει ως διερευνητικού περιεχομένου, με την οποία γνωστοποιούσαν την πρόθεσή τους να διαχωρίσουν τη φάρμα σε οικόπεδα. Περαιτέρω ζητούσαν από τον καθ' ου η αίτηση να συμφωνήσει πως η εύλογη τιμή του κτήματος ήταν £3.750 το στρέμμα και δέχονταν πως το κέρδος που θα προέκυπτε από τις πωλήσεις θα υπόκειτο σε φορολόγηση. Ο καθ' ου η αίτηση σε επιστολή του ίδιας ημερομηνίας συμφώνησε. Ο δικηγόρος της αιτήτριας εταιρείας αναφέρει ότι σκοπός τους ήταν να διαμοιράσουν τη γη μεταξύ τους και ο καλύτερος τρόπος διαχωρισμού ήταν η διαίρεσή της σε οικόπεδα. Στις 24.11.71 υποβλήθηκε αίτηση διαχωρισμού στον Έπαρχο Λεμεσού η οποία όμως δεν εγκρίθηκε. Στη συνέχεια, στις 22.11.73 οι εν λόγω εταιρείες εγκατέλειψαν την κοινοπραξία διαχωρισμού και ειδοποίησαν σχετικά τον Έπαρχο. Στις 2.1.79 υπέβαλαν νέα αίτηση στον Έπαρχο Λεμεσού η οποία εγκρίθηκε στις 20.1.81 και το Φεβρουάριο του 1982 άρχισαν οι εργασίες διαχωρισμού. Η αιτήτρια πώλησε, μεταξύ των ετών 1982 - 1993, αριθμό οικοπέδων και το προϊόν της πώλησης δόθηκε υπό τύπο δανείου σε συγγενική εταιρεία (στο Κεραμείο Λεμεσού). Η αιτήτρια υπέβαλε Δηλώσεις Εισοδήματος μαζί με Ελεγμένους Λογαριασμούς και Προσδιορισμούς Φορολογητέου Εισοδήματος. Ο καθ' ου η αίτηση επέβαλε αρχικές φορολογίες εναντίον των οποίων η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση. Ακολούθως ο καθ' ου η αίτηση αποφάσισε στις ενστάσεις και έστειλε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 16.9.97 Ειδοποιήσεις Επιβολής Φορολογίας Φόρου Εισοδήματος, Έκτακτης Εισφοράς και Αμυντικής Εισφοράς. Η φορολογική διαφορά προκύπτει από το κέρδος που πραγματοποίησε η αιτήτρια από την πώληση των οικοπέδων της. Ο καθ' ου η αίτηση θεώρησε ότι οι πωλήσεις των οικοπέδων έχουν το χαρακτήρα εμπορίας ακίνητης ιδιοκτησίας και το κέρδος που προέκυψε είναι εμπορικό. Αντίθετα, η αιτήτρια εισηγείται ότι ο καθ' ου η αίτηση εσφαλμένα αποφάσισε πως το κέρδος είναι εμπορικό και η ίδια ισχυρίζεται ότι είναι κεφαλαιουχικό. Για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της αναφέρει:
  5. Η ακίνητη ιδιοκτησία χρησιμοποιόταν για αρκετά χρόνια από τον ιδρυτή της Νίκο Κύρζη ως φάρμα και βρισκόταν σε περιοχή που δεν ήταν οικοπεδοποιήσιμη.
  6. Η ακίνητη ιδιοκτησία αποκτήθηκε με δωρεά. Δεν μπορεί να υπάρξει πρόθεση εμπορίας όταν ακίνητο αποκτάται με δωρεά. Δέχεται ότι είναι δυνατόν να δημιουργηθεί τέτοια πρόθεση μεταγενέστερα και να φορολογηθεί το προϊόν της πώλησης σαν εμπορικό, πράγμα που δεν συμβαίνει, όπως ισχυρίζεται, στην παρούσα περίπτωση.
  7. Από την απόκτηση της ακίνητης ιδιοκτησίας μέχρι την υποβολή της αίτησης διαχωρισμού το 1979 και την πώληση των οικοπέδων πέρασαν αρκετά χρόνια.
  8. Δεν υπήρξε συχνότητα παρόμοιων πράξεων.
  9. Το προϊόν της πώλησης δεν χρησιμοποιήθηκε για την αγορά άλλων κτημάτων αλλά δόθηκε υπό τύπο δανείου σε άλλη συγγενική εταιρεία για να βοηθηθεί στις εμπορικές της δραστηριότητες. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο καθ' ου η αίτηση εσφαλμένα στηρίχθηκε στην επιστολή της αιτήτριας ημερομηνίας 15.11.
  10. Αναφέρει ότι ο κ. Κίρζης δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενό της επειδή ήταν διατυπωμένη στα αγγλικά και επίσης ότι ο καθ' ου η αίτηση του υπέβαλε να την υπογράψει. Συνεχίζει ότι η πρόθεση της αιτήτριας εγκαταλείφθηκε όπως προκύπτει από την επιστολή της ημερομηνίας 22.11.73 και το θέμα του διαχωρισμού επανήλθε αρκετά χρόνια αργότερα. Ο δικηγόρος της αιτήτριας υπέβαλε ότι οι ειδοποιήσεις έκτακτης εισφοράς είναι άκυρες γιατί βεβαιώθηκαν σε χρόνο που δεν υπήρχε σε ισχύ οποιοσδήποτε νόμος που να πρόβλεπε τη βεβαίωσή τους. Ο καθ' ου η αίτηση πρόβαλε προδικαστικές ενστάσεις:
  11. Αναφορικά με την προσβολή της φορολογίας έκτακτης εισφοράς για τις τριμηνίες των ετών 1982 - 1983 και της φορολογίας έκτακτης αμυντικής εισφοράς για τις εξαμηνίες του έτους 1988 ανέφερε ότι δεν επιβλήθηκε τέτοια φορολογία για τα έν λόγω φορολογικά έτη. Επίσης δεν εκδόθηκε καθόλου φορολογία έκτακτης αμυντικής εισφοράς για το έτος
  12. Αναφορικά με την προσβολή της φορολογίας έκτακτης αμυντικής εισφοράς για τις εξαμηνίες του έτους 1993 ανέφερε ότι δεν προηγήθηκε ένσταση όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση ανέφερε ότι το κτήμα αποκτήθηκε αρχικά χωρίς καμιά κερδοσκοπική πρόθεση. Από την επιστολή της αιτήτριας ημερομηνίας 15.11.71 και από την απαντητική επιστολή του καθ' ου η αίτηση, συνέχισε, φαίνεται ότι η αρχική πρόθεση κτήσης άλλαξε μεταγενέστερα. Αυτό επιβεβαιώνεται όπως ισχυρίστηκε, και από τις μετέπειτα ενέργειες της αιτήτριας, δηλαδή το διαχωρισμό του ακινήτου σε οικόπεδα και την άμεση μεταπώλησή τους. Ανέφερε περαιτέρω ότι στο ιδρυτικό έγγραφο της αιτήτριας μεταξύ των σκοπών της περιλαμβάνεται και η εμπορία γης. Παρόλο που οι σκοποί μιάς εταιρείας δεν αποτελούν καθοριστικό κριτήριο στην κρίση κατά πόσο μια πράξη συνιστά εμπορία, εντούτοις είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. (Δημοκρατία ν. Ακίνητα Στ. Ιωαννίδη
(1991)3 Α.Α.Δ. 398). Αποδέχομαι τις προδικαστικές ενστάσεις του καθ' ου η αίτηση. Η αιτήτρια προσβάλλει τη φορολογία έκτακτης εισφοράς για τις τριμηνίες των ετών 1982 - 1983 ενώ δεν επιβλήθηκε τέτοια φορολογία για τα εν λόγω έτη. Επιπλέον παρατηρώ χωρίς να αναφέρεται από τον καθ' ου η αίτηση ότι για τις τριμηνίες του έτους 1984 δεν επιβλήθηκε φορολογία έκτακτης εισφοράς. Ομοίως για το έτος 1988 δεν επιβλήθηκε φορολογία φόρου εισοδήματος. Προσβάλλει τη φορολογία έκτακτης αμυντικής εισφοράς για τις εξαμηνίες του έτους 1988 ενώ δεν επιβλήθηκε και τις εξαμηνίες του έτους 1990 ενώ δεν εκδόθηκε καθόλου τέτοια φορολογία για το εν λόγω έτος. Συνεπώς η προσφυγή όσον αφορά τις πιο πάνω φορολογίες απορρίπτεται. Εξετάζοντας τη δεύτερη προδικαστική ένσταση του καθ' ου η αίτηση παρατήρησα ότι η φορολογία έκτακτης αμυντικής εισφοράς για τις εξαμηνίες του έτους 1993 είναι αρχική και εκδόθηκε στις 18.9.97 χωρίς να υποβληθεί ένσταση εναντίον αυτής από την αιτήτρια. Η ένσταση ημερομηνίας 28.3.96 δεν αφορούσε την εν λόγω φορολογία αφού αυτή εκδόθηκε μεταγενέστερα. Προτού η αιτήτρια ασκήσει την παρούσα προσφυγή δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 20 εδ.5 του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978 (Ν. 4/78) που αποτελεί προϋπόθεση για να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 20Α
(1)(α) το οποίο προστέθηκε στο Ν.4/78 με το Ν.80
(1)/99. Η ένσταση κατά της φορολογίας επέχει θέση ενδικοφανούς προσφυγής (Νίκος Οδυσσέως ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 481). Η προσφυγή όσον αφορά την πιο πάνω φορολογία επίσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης: Έχει αποφασιστεί από τη νομολογία ότι το ζήτημα είναι μικτό, νομικό και πραγματικό και αποφασίζεται στην κάθε περίπτωση με την εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα και στις περιστάσεις της υπόθεσης. Τα κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία δεν είναι από μόνα τους αποφασιστικής σημασίας. Η συγκεκριμένη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο της φορολόγησης εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο όλων των γεγονότων που την περιβάλλουν. (Βλ. Δημοκρατία ν. Λέρνη
(1991)3 Α.Α.Δ. 346, Δημοκρατία ν. Ακίνητα Στ. Ιωαννίδη
(1991)3 Α.Α.Δ. 398, Φυτείαι Φοϊζα Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)4 Α.Α.Δ. 675). Μελέτησα την αιτιολογία της επίδικης απόφασης όπως φαίνεται στην επιστολή του καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 16.9.
  1. Βασίζεται: α) Στην επιστολή της αιτήτριας ημερομηνίας 15.11.71 με την οποία εκδήλωσε την πρόθεσή της να εμπορευθεί το ακίνητο και δέκτηκε φορολόγηση του κέρδους ζητώντας τη συμφωνία του καθ' ου σε συγκεκριμένη τιμή κατά στρέμμα. β) Σε προηγούμενο διαχωρισμό και πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας που είχε το χαρακτήρα εμπορίας. γ) Στο καταστατικό της αιτήτριας εταιρείας το οποίο μεταξύ των σκοπών της περιλαμβάνει την εμπορία γης. δ) Στην απόρριψη της άποψης της αιτήτριας ότι η εκδηλωθείσα πρόθεση εμπορίας έπαυσε να ισχύει με την αναστολή της αίτησης διαχωρισμού που έγινε με επιστολή της προς τον Έπαρχο Λεμεσού ημερομηνίας 22.11.
  2. Γι' αυτό το τελευταίο αναφέρεται στην επίδικη απόφαση ότι από έρευνα που διενήργησε ο καθ' ου η αίτηση στους φακέλους διαχωρισμού που διατηρεί το Δημαρχείο Κάτω Πολεμιδιών διεπίστωσε ότι προέκυψαν προβλήματα με το διαχωρισμό λόγω του οδικού δικτύου και της ύδρευσης. Για το λόγο αυτό οι προσπάθειες για διαχωρισμό σταμάτησαν και επανάρχισαν με νέα αίτηση το
  3. Τονίστηκε στην επίδικη απόφαση ότι η αιτήτρια δεν ενημέρωσε γραπτώς τον καθ' ου η αίτηση για αλλαγή της αρχικά εκδηλωθείσας πρόθεσης της για εμπορία της γης. Από τα πιο πάνω κρίνω ότι η επίδικη απόφαση του καθ' ου η αίτηση ήταν εύλογα επιτρεπτή με βάση τα ενώπιον του στοιχεία που έχουν υπαχθεί ορθά στο νόμο. Κριτής των σχετικών γεγονότων είναι ο Έφορος. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο όταν η απόφασή του δεν ήταν αποτέλεσμα λογικής συνέπειας. (Βαρνάβας Βαρναβίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3376). Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτήτριας για το ότι ο κ. Κίρζης δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 15.11.71 επειδή ήταν διατυπωμένη στα αγγλικά και πως ο καθ' ου η αίτηση του επέβαλε να την υπογράψει, παρατηρώ ότι είναι άνευ σημασίας. Τα ίδια θέματα εξετάστηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Fishers Association Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υπ. 972/97, ημερομηνίας 29.1.99, στην οποία η αιτήτρια εταιρεία ήταν μια από τις τρεις συγγενικές εταιρείες στις οποίες έγινε η δωρεά του ακινήτου. Στην υπόθεση αυτή κρίθηκε ότι δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί του δικηγόρου της αιτήτριας για τη φορολογία έκτακτης εισφοράς στερούνται σημασίας μετά την απόφαση της Ολομέλειας Vepro Co Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 666, όπου κρίθηκε ότι ίσχυε και τύγχανε εφαρμογής ο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμος του 1978. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διάταγμα για έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.