← Κύπρος

Παύλου Πελεκάνου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Συμβουλίου Οπτικών, Υπόθεση αρ. 200/98, 31 Μαΐου, 2000

Παύλου Πελεκάνου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Συμβουλίου Οπτικών, Υπόθεση αρ. 200/98, 31 Μαΐου, 2000 Παύλου Πελεκάνου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Συμβουλίου Οπτικών, Υπόθεση αρ. 200/98, 31 Μαΐου, 2000 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση αρ. 200/98 ΕΝΩΠΙΟΝ: ΦΡ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ, Δ. Αναφορικά με το ΄Αρθρο 146 του Συντάγματος ΜΕΤΑΞΥ: Παύλου Πελεκάνου, από τη Λάρνακα Αιτητή - και - Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Συμβουλίου Οπτικών, από τη Λευκωσία Καθ΄ων η αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 11.6.1999 Παύλου Πελεκάνου, από τη Λάρνακα Αιτητή - και - Συμβουλίου Οπτικών Κύπρου, από τη Λευκωσία Καθ΄ ων η αίτηση __________ 31 Μαΐου, 2000 Για τον αιτητή : κ. Χρ. Πατσαλίδη. Για τους καθ΄ων η αίτηση: κα Αθηνά Αθανασιάδου για κ.κ. Γεωργιάδη και Γεωργιάδη. __________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής που κατέχει δίπλωμα του Τμήματος Οπτικής της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) Αθηνών, υπέβαλε στις 29.11.1995 αίτηση στο Συμβούλιο Οπτικών για εγγραφή του στο Μητρώο Οπτικών Κύπρου (στο εξής "το Συμβούλιο"). Η απόφαση του Συμβουλίου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ανακλήθηκε ύστερα από καταχώρηση της προσφυγής υπ΄ αρ. 118/96. Το Συμβούλιο ανέλαβε να επανεξετάσει την αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Ρυθμίσεως της ΄Ασκησης του Επαγγέλματος των Οπτικών Νόμου του 1992, Ν. 16

(1)/92, για εγγραφή στο Μητρώο Οπτικών απαιτείται μεταξύ άλλων κατοχή τίτλου, πτυχίου ή διπλώματος τριετούς τουλάχιστον φοίτησης, που χορηγείται από πανεπιστήμιο ή άλλο ίδρυμα όπως καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ύστερα από συμβουλευτική γνωμοδότηση του Συμβουλίου. Η πιο πάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται για πρόσωπα που ικανοποιούν το Συμβούλιο ότι κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 6.3.1992, άνκαι δεν ήταν κάτοχοι τίτλου πανεπιστημίου ασκούσαν καλή τη πίστει και κατά κύριο επάγγελμα, το επάγγελμα του οπτικού. Ο αιτητής δεν εμπίπτει στη σχετική κατηγορία, αφού εξασφάλισε το δίπλωμά του στις 26.10.1994. Κατά την επανεξέταση διαπιστώθηκε ότι το δίπλωμα του αιτητή δεν περιλαμβανόταν στα διπλώματα που το Υπουργικό Συμβούλιο είχε αναγνωρίσει με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 16
(1)/
  1. ΄Ετσι, το Συμβούλιο στη συνεδρία του ημερ. 22.12.1997 απέρριψε και πάλι την αίτηση για εγγραφή του αιτητή στο Μητρώο, τον ενημέρωσε δε σχετικά με επιστολή ημερ. 23.12.
  2. Με την παρούσα προσφυγή αξιώνεται ακύρωση της πιο πάνω απόφασης και προβάλλεται ισχυρισμός ότι το Συμβούλιο δεν είχε κατά το χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και σε οποιονδήποτε χρόνο από τη ψήφιση του Νόμου 16
(1)/92, νόμιμη συγκρότηση και υπόσταση. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο ουδέποτε συγκροτήθηκε νόμιμα, οι δε πράξεις του πάσχουν, ενώ η οποιαδήποτε συμβουλευτική γνωμοδότηση που έδωσε προς το Υπουργικό Συμβούλιο πριν την έκδοση των Κ.Δ.Π. 200/96 και 201/96 με τις οποίες πτυχία συγκεκριμένων ιδρυμάτων κηρύσσονται ως αναγνωρισμένο προσόν για τους σκοπούς του άρθρου 7
(2)(β) του Νόμου, πάσχει νομικά και συνεπώς αυτές συμπαρασύρονται σε ακυρότητα. Αρχικά η παρούσα προσφυγή είχε εγερθεί εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας ήγειρε προδικαστική ένσταση και ισχυρίστηκε ότι η προσφυγή θα έπρεπε να απορριφθεί. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο αιτητής εξασφάλισε διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της προσφυγής προσθέτοντας το Συμβούλιο από τη μια και αποσύροντας την προσφυγή εναντίον της Δημοκρατίας από την άλλη. ΄Ετσι καθ΄ ων η αίτηση είναι τώρα το Συμβούλιο Οπτικών και συνεπώς η προδικαστική ένσταση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να απορριφθεί. Το Συμβούλιο καθιδρύθηκε με το άρθρο 3
(1)του Νόμου 16
(1)/92 και σύγκειται από τρία μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας, δύο οπτικούς μη μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας που κατέχουν τα προσόντα εγγραφής στο Μητρώο Οπτικών δυνάμει του άρθρου 7, ένα ειδικό οφθαλμίατρο και ένα τεχνικό οπτικό, επίσης μη μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας. ΄Οπως είδαμε προηγουμένως για εγγραφή στο Μητρώο Οπτικών απαιτείται δίπλωμα ιδρύματος όπως καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από συμβουλευτική γνωμοδότηση του Συμβουλίου. ΄Οπως έχει παρατηρηθεί και στην υπόθεση Κωνσταντινίδου ν. Συμβουλίου Οπτικών, Υποθ. Αρ. 104/97, ημερ. 21.5.1999, οι διατάξεις του Νόμου 16
(1)/92 δημιουργούν ένα πρωθύστερο σχήμα. Για να εγγραφεί κάποιος ως οπτικός ή ως τεχνικός οπτικός θα πρέπει να κατέχει πτυχίο εγκεκριμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από συμβουλευτική γνωμοδότηση του Συμβουλίου. Στο Συμβούλιο μετέχουν άτομα που χαρακτηρίστηκαν ως οπτικοί. ΄Ομως, αφού για να θεωρηθεί κάποιος ως οπτικός θα πρέπει να κατέχει δίπλωμα εγκεκριμένο ύστερα από γνωμοδότηση του Συμβουλίου που δεν είχε βέβαια τότε συσταθεί, μια και αποτελείται από εγγεγραμμένους οπτικούς, με ποιά κριτήρια τα συγκεκριμένα άτομα (τα μέλη του Συμβουλίου), κρίθηκαν ότι είχαν τα προσόντα και ενεγράφηκαν στο Μητρώο; Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην επιφύλαξη του άρθρου 7, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται παρά μόνο άσκηση καλή τη πίστει του επαγγέλματος του οπτικού, και πάλι το ερώτημα παραμένει πώς το μη συσταθέν τότε Συμβούλιο ικανοποιήθηκε σχετικά, όπως προβλέπεται στην επιφύλαξη. Είναι φανερό ότι το Υπουργικό Συμβούλιο λόγω της νομοθετικής αυτής αβλεψίας διόρισε παράνομα τα συγκεκριμένα πρόσωπα ως οπτικούς και κατά συνέπεια η σύσταση του Συμβουλίου είναι παράνομη. Το γεγονός ότι το άρθρο 3 απαιτεί όπως τα μέλη του Συμβουλίου κατέχουν τα προσόντα για εγγραφή στο Μητρώο Οπτικών και όχι να είναι εγγεγραμμένοι οπτικοί δεν φαίνεται να διαφοροποιεί την κατάσταση (βλέπε Κωνσταντινίδου ν. Συμβουλίου Οπτικών, ανωτέρω). Είναι κακή η συγκρότηση οργάνου αν το μέλος που διορίστηκε δεν έχει την ιδιότητα που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις. (Ε. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Πέμπτη ΄Εκδοση, παραγρ. 124. Βλέπε επίσης ΣτΕ 487/1986). Είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η σύσταση του Συμβουλίου είναι παράνομη, οι πράξεις του θα πρέπει να θεωρηθούν νόμιμες με βάση της αρχής της θεωρίας των de facto διοικητικών οργάνων κατά τη Lex Barbarius Philippus του Ρωμαϊκού Δικαίου, γιατί έτσι προστατεύεται η ασφάλεια και σταθερότητα των εννόμων σχέσεων του διοικητικού δικαίου. Οι θέσεις που εκφράζονται επί του σημείου σε σωρεία αποφάσεων διίστανται. Αριθμός αποφάσεων δέχεται την εφαρμογή της θεωρίας των de facto διοικητικών οργάνων, άλλες δεν την απορρίπτουν, ενώ τέλος μερικές τοποθετούνται εντελώς αρνητικά (βλέπε μεταξύ άλλων Λιασή κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1975)3 C.L.R. 558, Νικολάου κ.α. ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Υποθ. Αρ. 212/90 κ.α., ημερ. 17.5.1991, Θεοδώρου κ.α. ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Υποθ. Αρ. 725/89 κ.α., ημερ. 10.6.1991, Μουτουλάς-Καλοπαναγιώτης Μεταφοραί Λτδ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 891/91, ημερ. 13.3.1992, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 324/90, ημερ. 13.5.1992, απόφαση Νικολάου, Δ. στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Εκλ. Αίτηση 1/95, ημερ. 26.3.1996, Τσαγγάρης ν. Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών, Υποθ. Αρ. 449/91, ημερ. 17.5.1996). ΄Εχω ήδη ταχθεί (Κωνσταντινίδου ν. Συμβουλίου Οπτικών, ανωτέρω), εναντίον της εφαρμογής της αρχής σε υποθέσεις όπως η παρούσα. Σημειώνω ότι η αρχή δημιουργήθηκε χάριν της προστασίας των πολιτών που συναλλάχθηκαν με βάση την κατάσταση που δημιούργησε το de facto όργανο, τους οποίους κρίνεται ότι δεν είναι ορθό να βλάψει η σημειωθείσα ανωμαλία στο διορισμό του δημόσιου οργάνου (βλέπε Στασινόπουλος, Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων, 1951, σελ. 194-196). ΄Ομως στην παρούσα υπόθεση η αρχή αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του αιτητή, τα συμφέροντα του οποίου έχουν θιγεί από την απόφαση του παράνομα συσταθέντος οργάνου, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ΄ όψιν ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης αξιώνεται ακριβώς λόγω της παράνομης σύστασης του οργάνου. Αντιλαμβάνομαι την παραδοξότητα της κατάστασης που επισημαίνει και ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση. ΄Ομως το Δικαστήριο μόνο καθήκον έχει την εφαρμογή του Νόμου και όχι την εξέταση της σκοπιμότητάς του. Εν πάση περιπτώσει, το πρόβλημα έχει από πολλού χρόνου επισημανθεί και ίσως μπορούσε να λυθεί με τροποποίηση της σχετικής νομοθετικής διάταξης. Η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται με έξοδα εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Φρ. Νικολαΐδης Δ. /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.