← Κύπρος

Vetalia Clothing Manufacturers Ltd ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2000) 4 ΑΑΔ 453

Vetalia Clothing Manufacturers Ltd ν. Kυπριακής Δημοκρατίας

(2000)4 ΑΑΔ 453 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2000)4 ΑΑΔ 453 19 Μαΐου, 2000 [ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ VETALIA CLOTHING MANUFACTURERS LTD, Αιτητές, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
  1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,
  2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΠΡΟΣΟΔΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Υποθέσεις Αρ. 343/1995-362/1995, 677/1995, 678/1995, 679/1995) Συνταγματικό Δίκαιο ― Επίκληση της αντισυνταγματικότητας νομοθετικής διάταξης ― Η απαίτηση για ειδική τεκμηρίωσή της ― Δεν εκπληρώθηκε στην κριθείσα περίπτωση. Φορολογία ― Φορολογία εισοδήματος ― Εικονικές πράξεις που μειώνουν το αντικείμενο του φόρου ― Άρθρο 33
(1)των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978-1989 ― Η υπαγωγή των επίδικων γεγονότων στη διάταξη και η εφαρμογή της δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή στην κριθείσα περίπτωση ― Περιστάσεις. Η αιτήτρια εταιρεία προσέβαλε τις αποφάσεις απόρριψης των ενστάσεών της για την επιβολή φορολογίας εισοδήματος και έκτακτης εισφοράς για τα έτη 1979-1986. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας τις επίδικες αποφάσεις, αποφάσισε ότι: Το Άρθρο 15 του Συντάγματος διασφαλίζει την ιδιωτική ζωή, πτυχή της οποίας είναι και η ελεύθερη κατοχή ρύθμιση και διαχείριση της περιουσίας του κάθε ανθρώπου. Η κάλυψη, από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος, αυτής της πτυχής της ιδιωτικής ζωής του ανθρώπου έχει επιβεβαιωθεί πολύ πρόσφατα από την πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 A.A.Δ.
  1. Δε θα απασχολήσει το Δικαστήριο το συνταγματικό θέμα που άγγιξε ο δικηγόρος της αιτήτριας. Εκτός από την εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας πως η διαβιβασθείσα πληροφορία από τις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ προς τις εδώ δικές μας, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διακρατικής συμφωνίας, παραβιάζει το Άρθρο 15 του Συντάγματος μας, δεν πρότεινε καμιά επιχειρηματολογία προς τεκμηρίωση της εισήγησης, καθώς ορίζει η νομολογία μας όταν προβάλλεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητη η συζήτηση τέτοιου ζητήματος για την επίλυση των επίδικων θεμάτων.
  2. Εκφράστηκε, για την αιτιολόγηση της επίδικης φορολόγησης, μια διαφορετική άποψη από ψηλά ιστάμενο στην ιεραρχία λειτουργό στο γραφείο φόρου εισοδήματος, που είχε τη γνώμη ότι δεν ήσαν επαρκή τα στοιχεία για να θεωρηθούν εικονικές οι δωρεές βάσει του Άρθρου 33
(1)του Νόμου, και γι' αυτό δεν υπήρχε λόγος να γίνει επίκληση του, μια και η φορολογία μπορούσε να επιβληθεί στη βάση των υπόλοιπων στοιχείων στην υπόθεση. Την ίδια άποψη εξέφρασε και δικηγόρος της Δημοκρατίας, ότι δηλαδή η απόφαση του Εφόρου δεν μπορούσε να αιτιολογηθεί στη βάση των εικονικών δωρεών. Η προσέγγιση του Δικαστήριου συμπίπτει με αυτή που εκφράστηκε από το δικηγόρο της Δημοκρατίας και τον ανώτερο λειτουργό, ότι δηλαδή η επίδικη απόφαση δεν μπορούσε εύλογα να ληφθεί σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο διευθυντής στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, για τους λόγους που ακολουθούν. Σε ό,τι αφορά τις υποτιμολογήσεις, όπως ο ίδιος ο διευθυντής διαπιστώνει, αυτές γίνονταν στις εξαγωγές της αιτήτριας προς τη Balkan. Η εταιρεία όμως, μέσω των λογιστών της, έδωσε πάνω σ' αυτό το ζήτημα διάφορα στοιχεία και εξηγήσεις, που δεν φαίνεται να απασχόλησαν το διευθυντή ή, και αυτό είναι βέβαιο, δεν φαίνονται πάνω σ' αυτά οι απόψεις του. Δεν ενδείκνυται να λεχθούν επί του προκειμένου οι όποιες σκέψεις του Δικαστηρίου, γιατί η επίδικη απόφαση θα ακυρωθεί για να επανεξεταστεί. Τα στοιχεία που δίδει η αιτήτρια δεν βασίζονται σε αόριστες εισηγήσεις ή απλώς διαφορετικές θέσεις αναφορικά με την εφαρμογή και λειτουργία των φορολογικών νόμων. Αναφέρονται και έγγραφα και δίδονται εξηγήσεις, πράγματα τα οποία ο διευθυντής δε σχολιάζει. Πρόσθετα, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με το δικηγόρο της Δημοκρατίας πως η αναφορά του διευθυντή σε ένορκη δήλωση του κ. Γ. Γεωργίου, που φέρεται να έκανε στις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ, και η οποία είναι ολωσδιόλου αντίθετη με τη θέση που προβάλλει εδώ η αιτήτρια εταιρεία, δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην επίδικη απόφαση. Το γεγονός αυτό αναφέρεται ρητά στην αιτιολογία της απόφασης. Επιπλέον, από το σύνολο του περιεχομένου της σημειώνεται ως το δεύτερο σοβαρό στοιχείο που έδρασε στην απόφαση του διευθυντή, για να κρίνει πως οι δωρεές του κ. Γ. Γεωργίου προς τους συνδιευθυντές της αιτήτριας ήσαν εικονικές. Τα έγγραφα που αφορούν στη διαβίβαση της πιο πάνω πληροφορίας από τις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ στις δικές μας, και που αφορούσαν τον κ. Γεωργίου, την εταιρεία του Balkan και την αιτήτρια, δεν περιείχοντο αρχικά στο διοικητικό φάκελο. Τέθηκαν στη διάθεση της αιτήτριας μετά από σχετική διαδικασία. Αυτό που έχει καταλυτική σημασία και θεωρώντας για σκοπούς συζήτησης πως η πιο πάνω πληροφορία ελήφθη νόμιμα, είναι το γεγονός πως δεν τέθηκε υπόψη του σ' αυτούς που αφορούσε, δηλαδή τον κ. Γεωργίου και την αιτήτρια, για να την σχολιάσουν, ώστε, ο διευθυντής, στο πλαίσιο της έρευνας του, να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία και θέσεις των ενδιαφερομένων. Με τις πιο πάνω σκέψεις και διαπιστώσεις το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα πως η προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν με έξοδα. Αναφερόμενη Υπόθεση: Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 Α.Α.Δ.
  1. Προσφυγές. Προσφυγές από την αιτήτρια εταιρεία κατά της απόρριψης των ενστάσεών της κατά των φορολογιών του εισοδήματός της και της επιβολής φόρου έκτακτης εισφοράς για τα φορολογικά έτη 1979-
  2. Μ. Τριανταφυλλίδης με Α. Κλεάνθους, για τους Αιτητές. Α. Παπασάββας, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ.: Σ' όλες τις προσφυγές, που συνεκδικάστηκαν, συζητήθηκε το ίδιο νομικό ζήτημα, με κοινή βάση γεγονότων. Προσβάλλεται η απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, στη συνέχεια ο διευθυντής, με την οποία απορρίφθηκαν οι ενστάσεις της αιτήτριας εταιρείας κατά των φορολογιών του εισοδήματος της και της επιβολής φόρου έκτακτης εισφοράς για τα φορολογικά έτη 1979 έως 1986 (έτη εισοδήματος 1978 έως 1986). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία βεβαιώθηκε η υπό ένσταση φορολογία, αντικρούεται από την αιτήτρια, η οποία ισχυρίζεται πως δεν στηρίζεται στα αληθινά γεγονότα και ότι αν εφαρμοστεί το γνωστό κριτήριο ελέγχου από το διοικητικό δικαστήριο εκτελεστής πράξης, που θέλει να είναι εφικτή η λήψη της στη βάση των γεγονότων που εύλογα διαπιστώνονται ως ορθά από τη διοικητική αρχή, ο διευθυντής υπερέβη και καταχράστηκε την εξουσία που του δίδουν οι φορολογικοί νόμοι. Η επίδικη απόφαση του ήταν, σύμφωνα με την εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας, αυθαίρετη. Ενθέτω αμέσως παρακάτω το ουσιαστικό μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, από την οποία πηγάζει και η διαφορά. «Ύστερα από έλεγχο που έγινε στα βιβλία της εταιρείας σας και σε διάφορα άλλα στοιχεία που παρουσιάσατε και αφορούσαν την περίοδο 1978-1986 διαπιστώθηκε ότι ο εκ των διευθυντών της εταιρείας κ. Γεώργιος Γεωργίου παρουσιάζετο ότι προέβη σε δωρεές προς τους επίσης διευθυντές της εταιρείας κα.Ειρηνούλα Αντωνιάδου και κ.Ανδρέα Αντωνιάδη. Το ύψος των παρουσιαζομένων δωρεών ανήρχετο σε £1.122,266 και συγκεκριμένα όπως φαίνεται πιο κάτω: Έτος Αξία Μετοχών (βάσει ισολογισμού) Μετρητά 1978 £32.731 1981 £6.867 1982 £40.165 1983 20.742 £26.653 1984 £12.937 1985 264.587 £3.153 1986 711.729 £2.702 £1.029.789 £92.477 ========= ======= Επειδή ο κ. Γεώργιος Γεωργίου είναι ο κυριότερος μέτοχος των εταιρειών BALCAN Co. και KOLONAKI INC. (και οι δυο εταιρείες των Η.Π.Α.) και 95% περίπου των πωλήσεων της εταιρείας VETALIA CLOTHING MANUFACTURERS LTD εγίνοντο εξαγωγή στην BALCAN CO. Αμερικής σε τιμές κατά πολύ χαμηλότερες από τις τιμές που η εταιρεία επωλούσε προς τρίτα πρόσωπα, θεωρήθηκε ότι οι πιο πάνω ήταν εικονικές δωρεές και σύμφωνα με το άρθρο 33
(1)των Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων 1978-1989 θεωρήθηκαν ότι αποτελούσαν επιπρόσθετο εισόδημα για την εταιρεία και κατανεμήθηκαν με τον τρόπο που παρουσιάζεται στο μέρος «Β» του πίνακα που εσωκλείεται. Επιβεβαίωση της απόφασης μας ότι οι «δωρεές» αποτελούσαν το προϊόν της υποτιμολόγησης που έγινε στις πωλήσεις είναι το γεγονός ότι το ποσοστό μικτού κέρδους από 17.29% που παρουσιαζόταν στους λογαριασμούς του έτους 1977, μειώθηκε και της BALCAN CO. της Αμερικής. Πέραν τούτου, πωλήσεις που έγιναν σε τρίτους για τα ίδια ακριβώς εμπορεύματα στην ίδια περίοδο έχουν τιμή πώλησης σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη που η εταιρεία επώλησε στην BALCAN CO. στις Η.Π.Α. Ενδεικτικά αναφέρω μερικά παραδείγματα. Πέραν των πιο πάνω και σαν επαλήθευση της απόφασης μας να χαρακτηριστούν οι δωρεές σαν εικονικές και το ύψος αυτών ότι αποτελούσε επιπρόσθετες πωλήσεις, αποτελεί η ένορκη παραδοχή του κ. Γ. Γεωργίου στις Αμερικανικές Αρχές ότι ουδέποτε προέβει σε οποιανδήποτε δωρεά είτε υπό μορφή μετοχών είτε υπό μορφή μετρητών σε οποιοδήπτοε από τους μετόχους της εταιρείας VETALIA CLOTHING MANUFACTURERS LTD.» Ο διευθυντής, θεωρώντας τις δωρεές που έκανε ο εκ των διευθυντών της αιτήτριας Γεώργιος Γεωργίου προς τους επίσης διευθυντές Ειρηνούλα Αντωνιάδου και Ανδρέα Αντωνιάδου ως εικονικές, ενήργησε κατ' επίκληση της εξουσίας που του δίδει το άρθρο 33
(1)του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, που λέει τα εξής: «33.-
(1)Οσάκις ο Διευθυντής κρίνη ότι αναφορικώς προς φορολογικόν τι έτος το αντικείμενον φόρου οιουδήποτε προσώπου μειούται εκ πράξεων αίτινες, κατά την γνώμην αυτού, δεν είναι γνήσιαι ή είναι εικονικοί, δύναται να αγνοήση οιανδήποτε τοιαύτην πράξιν και να φορολογήση τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα επί του ορθού αντικειμένου φόρου.» Θα ήμουν ενοχλητικός αν επαναλάμβανα, μολονότι το έχω επισημάνει πιο πάνω, πως μια τέτοια απόφαση του διευθυντή ελέγχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις γνωστές αρχές που λειτουργούν στο διοικητικό δίκαιο. Προκύπτουν, στην αντίληψη μου, τα παρακάτω ερωτήματα. Ποιός είναι ο συνδετικός κρίκος γεγονότων και στοιχείων που συνδέει άμεσα τις επίμαχες δωρεές με το εισόδημα της αιτήτριας, έτσι που να θεωρείται ως δικό της και να φορολογηθεί, όπως έγινε στην υπό εξέταση υπόθεση; Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα οδηγεί στο δεύτερο, και πιο ουσιαστικό στοιχείο της αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, που βασίζεται στα πιο κάτω: Οι πλείστες εξαγωγές της αιτήτριας, γύρω στο 95%, γίνονταν στην εταιρεία Balkan Co. και Kolonaki inc. που είναι εγγεγραμμένες και λειτουργούν στις ΗΠΑ, με κυριότερο μέτοχο τους τον κ. Γ.Γεωργίου, μόνιμο κάτοικο στην πιο πάνω χώρα. Ο διευθυντής, από την έρευνα και έλεγχο στα βιβλία της αιτήτριας, διαπίστωσε πως οι εξαγωγές της προς την εταιρεία Balkan Co. είναι υποτιμολογημένες. Η διαφορά της πραγματικής αξίας των εμπορευμάτων που εξήγαγε η αιτήτρια προς την Balkan είναι ίση με τις δωρεές που ο κ. Γεωργίου έκανε προς τους δύο συνδιευθυντές της αιτήτριας, και γι' αυτό ο διευθυντής έκρινε πως αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα εισόδημα της αιτήτριας. Στην επαλήθευση των πιο πάνω γεγονότων ο διευθυντής έλαβε υπόψη του, όπως ρητά αναφέρει στην επιστολή του που παραθέτω πιο πάνω, και ένορκη δήλωση του κ. Γεωργίου στις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ, πως δεν έκανε δωρεά υπό μορφή μετοχών ή μετρητά σε οποιοδήποτε από τους μετόχους της αιτήτριας εταιρείας. Η πληροφορία αυτή διαβιβάστηκε στις φορολογικές αρχές της Κύπρου κατ' επίκληση της Σύμβασης μεταξύ των ΗΠΑ και της Κυπριακής Δημοκρατίας για την Αποφυγή της Διπλής Φορολογίας και την παρεμπόδιση της φοροδιαφυγής, που υπεγράφη στις 4.4.1984, αλλά τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1986. (Δες: Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αριθμ. 1944). Δεν είχε ο διευθυντής ενώπιόν του, μήτε βέβαια υπάρχει και στο φάκελο αντίγραφο της ένορκης αυτής δήλωσης. Διαβιβάστηκε η πληροφορία στο εδώ φορολογικό τμήμα από δικηγόρο στις ΗΠΑ, μετά από σχετικό αίτημα για ανταλλαγή εκατέρωθεν πληροφοριών για τα φορολογικά πράγματα του κ.Γεωργίου και της εταιρείας του, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διακρατικής συμφωνίας. Η επίκριση της επίδικης απόφασης από το δικηγόρο της αιτήτριας στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στην εισήγηση πως η διακρατική συμφωνία, εφόσον τέθηκε σε ισχύ την 1.1.1986, δεν εφαρμόζεται στις επίδικες φορολογίες, που αφορούν σε εισοδήματα πριν από το 1986. Όμως, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, υποστηρίζει πως η συμφωνία, εν πάση περιπτώσει, στο μέρος της που προβλέπει για την ανταλλαγή πληροφοριών, προσκρούει στο άρθρο 15 του Συντάγματος. Το πιο πάνω άρθρο διασφαλίζει την ιδιωτική ζωή, πτυχή της οποίας είναι και η ελεύθερη κατοχή ρύθμιση και διαχείριση της περιουσίας του κάθε ανθρώπου. Η κάλυψη, από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος, αυτής της πτυχής της ιδιωτικής ζωής του ανθρώπου έχει επιβεβαιωθεί πολύ πρόσφατα από την πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 A.A.Δ. 238. Αναφορικά με εγειρόμενο συνταγματικό ζήτημα ο δικηγόρος της Δημοκρατίας προτείνει πως δεν χρειάζεται να απασχολήσει τούτο το Δικαστήριο, γιατί η σχετική πληροφορία, που δόθηκε από τις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ στις δικές μας, δε διαδραμάτισε οποιοδήποτε ρόλο στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ρητά αναφέρεται από το διευθυντή, στη φράση που χρησιμοποιεί στην προσβαλλόμενη απόφαση: «πέραν των πιο πάνω και σαν επαλήθευση της απόφασής μας». Λογικό επακόλουθο αυτής της εισήγησης, όπως εξάλλου διαπιστώνεται και από τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Δημοκρατίας, είναι πως ούτε η εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω διακρατικής συμφωνίας, χωρίς να εξετάζεται αν περιέχει πρόνοιες που αντιβαίνουν στο Σύνταγμα, έδρασαν με οποιοδήποτε τρόπο στη λήψη της επίδικης απόφασης, η οποία στηρίζεται, συνεχίζει η εισήγηση του δικηγόρου της Δημοκρατίας, αποκλειστικά στη διαπίστωση από το διευθυντή των στοιχείων που αναφέρονται σ' αυτή, στις υποτιμολογήσεις δηλαδή των εξαγωγών της αιτήτριας εταιρείας προς την εταιρεία Balkan και τα ίσα ποσά όπως προκύπτουν από τη διαφορά της πραγματικής αξίας των εμπορευμάτων με αυτή των τιμολογίων και των δώρων του κ. Γεωργίου προς τους δύο άλλους διευθυντές της αιτήτριας. Μελέτησα με προσοχή την υπόθεση αφού διάβασα όλα τα έγγραφα που περιέχει ο διοικητικός φάκελος. Ο δικηγόρος της αιτήτριας και της Δημοκρατίας θεώρησαν προφανώς το ζήτημα που εγείρεται τεχνικό, και αναφέρομαι βεβαίως στην πτυχή των γεγονότων της υπόθεσης. Ο μεν πρώτος υιοθετεί ουσιαστικά στην αγόρευση του τις γραπτές απόψεις που εξέφρασε ο σύμβουλος επί φορολογικών ζητημάτων της αιτήτριας, ενώ ο δικηγόρος της Δημοκρατίας το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται στην ένσταση. Δε θα με απασχολήσει το συνταγματικό θέμα που άγγιξε ο δικηγόρος της αιτήτριας. Σκόπιμα χρησιμοποιώ τη λέξη «άγγιξε» γιατί, εκτός από την εισήγηση του πως η διαβιβασθείσα πληροφορία από τις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ προς τις εδώ δικές μας, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διακρατικής συμφωνίας, παραβιάζει το άρθρο 15 του Συντάγματος μας, δεν πρότεινε καμιά επιχειρηματολογία προς τεκμηρίωση της εισήγησης, καθώς ορίζει η νομολογία μας όταν προβάλλεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητη η συζήτηση τέτοιου ζητήματος για την επίλυση των επίδικων θεμάτων που έχουμε μπροστά μας. Για την αιτιολόγηση και μόνο της θέσης μου, ακροθιγώς θα περάσω μερικά κεφαλαιώδη σημεία, που δεν συζητήθηκαν από τους δικηγόρους, για να δείξω πως δεν θα ήταν ορθό να κάνω μια τέτοια νομική άσκηση, που θα είχε μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Η διακρατική συμφωνία έγινε, όπως σ' αυτή αναφέρεται, με βάση το άρθρο 169
(1)του Συντάγματος και δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας. Το άρθρο προβλέπει: 169
(1)Πάσα διεθνής συμφωνία μετ' άλλων κρατών ή οιουδήποτε διεθνούς οργανισμού αφορώσα εις εμπορικά θέματα, οικονομικήν συνεργασίαν, περιλαμβανομένων πληρωμών και πιστώσεων και modus vivendi, συνομολογούνται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου». Γεννιέται λοιπόν, ως πρώτη σκέψη, αν το περιεχόμενο της συμφωνίας και ο σκοπός της αφορά σε οικονομική συνεργασία. Γιατί αν η συμφωνία δεν εμπίπτει στην 1η παράγραφο του άρθρου, τότε κάθε άλλη συμφωνία εμπίπτει στη 2η, οπόταν για να ισχύει πρέπει να κυρωθεί με νόμο της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπως ρητά προβλέπεται στην παράγραφο αυτή. Επίσης, και σε αντιδιαστολή, με το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, που διασφαλίζεται στο άρθρο 15 του Συντάγματος, πρέπει να επισημανθεί και το άρθρο 24.1. που επιβάλλει υποχρέωση στον καθένα να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων του, και αυτή την υποχρέωση διερευνά ο διευθυντής φόρου εισοδήματος, μέσα στα πλαίσια βέβαια του νόμου. Όλα τα πιο πάνω ζητήματα, άκρως σοβαρά, δεν συζητήθηκαν και μένουν ανοικτά. Ίσως θα πρέπει να αναφέρω πως εκφράστηκε, για την αιτιολόγηση της επίδικης φορολόγησης, μια διαφορετική άποψη από ψηλά ιστάμενο στην ιεραρχία λειτουργό στο γραφείο φόρου εισοδήματος, που είχε τη γνώμη ότι δεν ήσαν επαρκή τα στοιχεία για να θεωρηθούν εικονικές οι δωρεές βάσει του άρθρου 33
(1)του Νόμου, και γι' αυτό δεν υπήρχε λόγος να γίνει επίκληση του, μια και η φορολογία μπορούσε να επιβληθεί στη βάση των υπόλοιπων στοιχείων στην υπόθεση. Την ίδια άποψη εξέφρασε και δικηγόρος της Δημοκρατίας, ότι δηλαδή η απόφαση του Εφόρου δεν μπορούσε να αιτιολογηθεί στη βάση των εικονικών δωρεών. Η δική μου προσέγγιση συμπίπτει με αυτή που εκφράστηκε από το δικηγόρο της Δημοκρατίας και τον ανώτερο λειτουργό, ότι δηλαδή η επίδικη απόφαση δεν μπορούσε εύλογα να ληφθεί σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο διευθυντής στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, για τους λόγους που ακολουθούν. Σε ό,τι αφορά τις υποτιμολογήσεις, όπως ο ίδιος ο διευθυντής διαπιστώνει, αυτές γίνονταν στις εξαγωγές της αιτήτριας προς την Balkan. Η εταιρεία όμως, μέσω των λογιστών της, έδωσε πάνω σ' αυτό το ζήτημα διάφορα στοιχεία και εξηγήσεις που δεν φαίνεται να απασχόλησαν το διευθυντή ή, και αυτό είναι βέβαιο, δεν φαίνονται πάνω σ' αυτά οι απόψεις του. Δεν ενδείκνυται να πω επί του προκειμένου τις όποιες σκέψεις μου, γιατί η επίδικη απόφαση θα ακυρωθεί για να επανεξεταστεί. Θα σημείωνα μόνο πως τα στοιχεία που δίδει η αιτήτρια δεν βασίζονται σε αόριστες εισηγήσεις ή απλώς διαφορετικές θέσεις αναφορικά με την εφαρμογή και λειτουργία των φορολογικών νόμων. Αναφέρονται και έγγραφα και δίδονται εξηγήσεις, πράγματα τα οποία ο διευθυντής δε σχολιάζει. Πρόσθετα, δεν συμφωνώ με το δικηγόρο της Δημοκρατίας πως η αναφορά του διευθυντή σε ένορκη δήλωση του κ.Γ. Γεωργίου, που φέρεται να έκανε στις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ, και η οποία είναι ολωσδιόλου αντίθετη με τη θέση που προβάλλει εδώ η αιτήτρια εταιρεία, δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην επίδικη απόφαση. Το γεγονός αυτό αναφέρεται ρητά στην αιτιολογία της απόφασης. Επιπλέον, από το σύνολο του περιεχομένου της σημειώνεται ως το δεύτερο σοβαρό στοιχείο που έδρασε στην απόφαση του διευθυντή, για να κρίνει πως οι δωρεές του κ. Γ. Γεωργίου προς τους συνδιευθυντές της αιτήτριας ήσαν εικονικές. Τα έγγραφα που αφορούν στη διαβίβαση της πιο πάνω πληροφορίας από τις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ στις δικές μας, και που αφορούσαν τον κ. Γεωργίου, την εταιρεία του Balkan και την αιτήτρια δεν περιείχοντο αρχικά στο διοικητικό φάκελο. Τέθηκαν στη διάθεση της αιτήτριας μετά από σχετική διαδικασία που έγινε ενώπιόν μου. Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί μια εκτροπή της ροής των γεγονότων, που έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση, για να σημειώσω τα πιο κάτω σχετικά, που αναφέρονται στο σύγγραμμα του Θ.Δ. Τσάτσου «Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας». «Ως φάκελος δεν νοείται ο φάκελος, τον οποίον υποβάλλουν αι υπηρεσίαι του δημοσίου και των διοίκησιν ασκούντων νομικών προσώπων, των οποίων αι πράξεις έχουσι προσβληθή, καθ' όσον ο αρμόδιος εισηγητής Σύμβουλος ή Πάρεδρος έχει όχι μόνον το δικαίωμα αλλά και το καθήκον, εάν ο φάκελλος είναι ατελής, να επιδιώξη την συμπλήρωσιν αυτού, πάσα δε δημοσία υπηρεσία υποχρεούται να παράσχη παν αιτούμενον στοιχείον ή έγγραφον.» Αυτό που έχει καταλυτική σημασία, στην άποψη μου βέβαια, και θεωρώντας για σκοπούς συζήτησης πως η πιο πάνω πληροφορία ελήφθη νόμιμα, είναι το γεγονός πως δεν τέθηκε υπόψη του σ' αυτούς που αφορούσε, δηλαδή τον κ. Γεωργίου και την αιτήτρια, για να την σχολιάσουν, ώστε, ο διευθυντής, στο πλαίσιο της έρευνας του, να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία και θέσεις των ενδιαφερομένων. Με τις πιο πάνω σκέψεις και διαπιστώσεις καταλήγω στο συμπέρασμα πως η προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή. Επομένως ακυρώνεται με τα έξοδα της διαδικασίας της συνεκδίκασης των προσφυγών υπέρ της αιτήτριας. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.