← Κύπρος

Ανδρέας Κούσπετρη ν. Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ.α., Υπόθεση Αρ.627/99, 10.1.01

Ανδρέας Κούσπετρη ν. Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ.α., Υπόθεση Αρ.627/99, 10.1.01 Ανδρέας Κούσπετρη ν. Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ.α., Υπόθεση Αρ.627/99, 10.1.01 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ.627/99 ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΑΡΤΕΜΗ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Ανδρέας Κούσπετρη, Αιτητής, και

  1. Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως,
  2. Αρχηγός Αστυνομίας, Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.1.01 Για τον αιτητη: κ. Μ. Ορφανίδης Για τους καθ΄ων η αίτηση: κα Λ. Χριστοδουλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής υπηρετούσε στην Αστυνομική Δύναμη με το βαθμό του Λοχία. Στις 16.10.97, ο Αρχηγός Αστυνομίας με επιστολή του πληροφορούσε τον αιτητή ότι αφυπηρετεί την 1.7.98 και ότι είχε συσσωρευμένη άδεια 208 ημερών. Γι΄αυτό και έπρεπε, όπως του αναφέρθηκε στην επιστολή, να απομακρυνθεί από τα καθήκοντα του, με προαφυπηρετική άδεια, από 5.12.
  3. Πριν από την έναρξη της προαφυπηρετικής άδειας παραχωρήθηκαν στον αιτητή από τις 5.11.97, 185 ώρες για υπερωρίες που είχε εργαστεί. Ενώ όμως βρισκόταν με άδεια υπερωριών και συγκεκριμένα από τις 10.11.97 του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας μέχρι την αφυπηρέτηση του, την 1.7.
  4. Δύο μέρες πριν αφυπηρετήσει, στις 29.6.98, προήχθηκε σε Υπαστυνόμο. Με την προαγωγή του στο βαθμό αυτό θα έπρεπε να παραμείνει στη Δύναμη μέχρι το 60ο έτος της ηλικίας του. Με επιστολή του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, υπέβαλε αίτημα για πρόωρη αφυπηρέτηση, η οποία έγινε δεκτή. Στις 4.7.98, ο αιτητής, με επιστολή του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, στην οποία επισύναψε εννέα πιστοποιητικά ασθενείας, ζητούσε όπως του πιστωθεί ανάλογος χρόνος με το χρόνο της άδειας ασθενείας κατά τη διάρκεια της προαφυπηρετικής του άδειας. Τα εν λόγω πιστοποιητικά ασθενείας δεν τα παρέδωσε προηγουμένως γιατί, όπως είπε στην πιο πάνω επιστολή, άρχισε η προαφυπηρετική του άδεια και θεώρησε ότι η προσκόμιση τους δεν θα τον ωφελούσε. Ο Αρχηγός Αστυνομίας με επιστολή του προς τον αιτητή ημερομηνίας 27.1.99 απάντησε αρνητικά. Παρέπεμψε στον Κανονισμό 7

(3)των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Χορήγηση Αδειών) Κανονισμοί του 1995 (ΚΔΠ 101/95) ο οποίος καθορίζει: "Σε περίπτωση που υπάλληλος που αφυπηρετεί βρίσκεται με άδεια ασθένειας και η άδεια αυτή επεκτείνεται πέραν από την ημερομηνία από την οποία θα αρχίσει η άδεια ανάπαυσης του πριν από την αφυπηρέτηση του, η περίοδος της άδειας ασθένειας που εμπίπτει μέσα στην περίοδο της άδειας ανάπαυσής του λογίζεται ως μέρος της άδειας ανάπαυσης." Τόσο η γραπτή αγόρευση του αιτητή όσο και αυτή των καθ΄ων η αίτηση περιστράφηκε γύρω από την παραπάνω κανονιστική πράξη. Ισχυρίστηκε ο δικηγόρος του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε λανθασμένη νομική βάση. Πρόβαλε ότι η ΚΔΠ 101/95 αφορά αποκλειστικά τη Δημόσια Υπηρεσία στην οποία, όπως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν. 1/90), δεν περιλαμβάνεται η Αστυνομία. Η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνο για τους πιο κάτω λόγους. Η ΚΔΠ 101/95 ρυθμίζει τη χορήγηση αδειών στους δημόσιους υπαλλήλους. Το άρθρο 2 του Ν. 1/90 καθορίζει ότι στη Δημόσια Υπηρεσία δεν περιλαμβάνονται οι Δυνάμεις Ασφαλείας της Δημοκρατίας. Οι τελευταίες περιλαμβάνουν κατά το άρθρο 130.1 του Συντάγματος και την Αστυνομία. Από τα πιο πάνω εύλογα διαπιστώνει κανείς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε λανθασμένη νομική βάση. Εκτός τούτου, ο Κανονισμός 7
(3)ρυθμίζει την περίπτωση υπαλλήλου που αφυπηρετεί και βρίσκεται σε άδεια ασθενείας. Αναφέρεται στην περίοδο που προηγείται της αφυπηρέτησης. Η κρινόμενη περίπτωση διαφέρει. Χορηγήθηκε στον αιτητή άδεια ασθενείας κατά τη διάρκεια της προαφυπηρετικής άδειας. Ισχύουν στην κρινόμενη περίπτωση οι περί Αστυνομίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 1989 (ΚΔΠ 51/89). Σχετικοί είναι οι Κανονισμοί 19 και 20, οι οποίοι ρυθμίζουν τη χορήγηση άδειας απουσίας και άδειας ασθενείας στα μέλη της Αστυνομίας. Κρίνω σκόπιμη την παράθεση της παραγράφου 5(α) και (β) του Κανονισμού 19: "
(5)(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των πιο πάνω παραγράφων του παρόντα Κανονισμού, κάθε μέλος της Δύναμης, άσχετα με το αν υπέβαλε αίτηση για άδεια ή μη, λαμβάνει υποχρεωτικά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του την άδεια που δικαιούται και ο χρόνος κατά τον οποίο λαμβάνεται τέτοια άδεια ορίζεται από τον Αρχηγό: Νοείται ότι σε περίπτωση που το μέλος της Δύναμης πρόκειται να αφυπηρετήσει σύντομα και τέτοια άδεια δε λήφθηκε προηγούμενα αυτή λαμβάνεται κατά τέτοιο χρόνο, ώστε να συμπληρώνεται κατά την ημερομηνία της αφυπηρέτησής του. (β) Κατά τη διάρκεια του χρόνου της άδειας που καθορίστηκε από τον Αρχηγό, το μέλος της Δύναμης δεν εκτελεί οποιαδήποτε καθήκοντα της θέσης του και σε περίπτωση που η άδεια προηγείται αμέσως της αφυπηρέτησής του, όπως προνοείται στην επιφύλαξη της υποπαραγράφου (α) της παραγράφου αητής, η θέση του θεωρείται ως κενωθείσα από την ημερομηνία έναρξης της εν λόγω άδειας και η θέση αυτή μπορεί να πληρωθεί με διορισμό σ΄αυτή άλλου μέλους της Δύναμης." Καθορίζεται στην παράγραφο 5(α) ότι είναι υποχρεωτική η εξάντληση όλης της άδειας πριν την αφυπηρέτηση και πρέπει να συμπληρωθεί κατά την ημερομηνία αφυπηρέτησης. Στην παράγραφο 5(β) καθορίζεται ότι η θέση μέλους της Δύναμης θεωρείται κενωθείσα από την ημερομηνία έναρξης της άδειας που προηγείται της αφυπηρέτησης του. Ο Κανονισμός 20 ρυθμίζει τη χορήγηση άδειας ασθενείας μέλους της Δύναμης που είναι σε ενεργό υπηρεσία και όχι με άδεια που προηγείται της αφυπηρέτησης του. Το αίτημα του αιτητή να του πιστωθεί ανάλογος χρόνος με το χρόνο της άδειας ασθενείας κατά τη διάρκεια της προαφυπηρετικής του άδειας δεν βρίσκει οποιοδήποτε νομοθετικό έρεισμα. Όπως είπε και ο Νικήτας, Δ., στην υπόθεση Χριστοδουλίδη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, 996/97 ημερομηνίας 25.6.99, στην οποία ασχολήθηκε με όμοιο θέμα, "τα δικαιώματα του αιτητή διαμορφώθηκαν οριστικά με την έναρξη της άδειας ανάπαυσης πριν την αφυπηρέτηση του." Η λανθασμένη νομική αιτιολογία που έδωσε ο Αρχηγός της Αστυνομίας δεν επιφέρει την ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Αυτή μπορεί να στηριχθεί σε άλλο νομικό υπόβαθρο, τον Κανονισμό 19 τη ΚΔΠ 51/89 (βλ. Χριστοδουλίδη ανωτέρω και Θεοδουλίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ., 2605, 2619). Η προσφυγή απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διάταγμα για έξοδα. Π. Αρτέμης, Δ. /Χ.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.