← Κύπρος

Στέλιου Γεωργίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, διά των Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 407/2000, 29 Μαρτίου, 2001

Στέλιου Γεωργίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, διά των Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 407/2000, 29 Μαρτίου, 2001 Στέλιου Γεωργίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, διά των Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 407/2000, 29 Μαρτίου, 2001 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 407/2000 ΕΝΩΠΙΟΝ: ΚΡΑΜΒΗ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Μεταξύ: Στέλιου Γεωργίου, Αιτητή, - και - Κυπριακής Δημοκρατίας, διά των

  1. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή
  2. Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή
  3. Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Εργασίας & Κοινωνικών Ασφαλίσεων Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - 29 Μαρτίου,
  4. Για τον αιτητή: κ. Γ. Παπαθεοδώρου. Για τους καθ΄ων η αίτηση: κ. Α. Χριστοφόρου. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής ζητά την πιο κάτω θεραπεία: "Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη/απόφαση των καθ΄ ων η Αίτηση ημερομηνίας 1.3.2000 με την οποία απέρριψαν την Αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 20.12.1999 με την οποία αξιούσε την παραχώρηση σ΄ αυτόν σύνταξης ανικανότητας είναι άκυρη και άνευ οιουδήποτε νομίμου αποτελέσματος" Η παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης θα αποβεί χρήσιμη για την καλύτερη κατανόηση των θέσεων της κάθε πλευράς. Ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για σύνταξη ανικανότητας στις 24.7.
  5. Στην αίτηση αναφέρεται ότι η Εφορεία Τραχωνίου δεν του δίνει την καντίνα του σχολείου να δουλέψει επειδή τον βοηθούσε η γυναίκα του, που εργάζεται ως καθαρίστρια στο σχολείο. Η αίτησή του συνοδευόταν από ιατρική έκθεση του Ορθοπεδικού ιατρού κ. Κ. Ανδρέου. Στην έκθεση αναφέρεται ότι ο αιτητής υποφέρει από κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου της οσφυϊκής μοίρας και από εγκαύματα που υπέστη το 1979 και ότι είναι μόνιμα ανίκανος για εργασία. Με βάση τη δήλωση του αιτητή, η οποία περιέχεται στην αίτησή του για σύνταξη ανικανότητας (δεν αναφέρει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του σχετίζεται με ανικανότητα του για εργασία), ο Εξεταστής Απαιτήσεων, απέρριψε την αίτηση γεγονός το οποίο, κοινοποίησε στον αιτητή στις 14.9.
  6. Ο αιτητής με επιστολή του ημερ. 21.9.1998 ζήτησε όπως κληθεί για εξέταση από Ιατρικό Συμβούλιο. Η επιστολή, συνοδευόταν από ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού νευρολόγου κ. Α. Θεοφάνους ότι υποφέρει από χρόνια επιληψία και είναι ανίκανος για το επάγγελμά του. Στις 26.10.1998 ο αιτητής εξετάστηκε από Νευροχειρουργικό Ιατρικό Συμβούλιο, το οποίο γνωμάτευσε ότι είναι ικανός για άσκηση του επαγγέλματος του καντινιέρη, που ήταν το τελευταίο του επάγγελμα. Ενόψει της γνωμάτευσης του Ιατρικού Συμβουλίου, ο Εξεταστής Απαιτήσεων με επιστολή του ημερ. 10.11.1998, γνωστοποίησε στον αιτητή ότι η αίτησή του για σύνταξη ανικανότητας απορρίφθηκε γιατί το ποσοστό ανικανότητάς του για εργασία είναι χαμηλότερο του 66, 2/3% που προβλέπει η νομοθεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τη χορήγηση σύνταξης ανικανότητας. Στις 23.11.1998 ο αιτητής διαμαρτυρήθηκε τηλεφωνικώς προς τον Κλάδο Συντάξεων Ανικανότητας του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων γιατί ενώ είχε παρουσιάσει και ιατρική έκθεση από Ορθοπεδικό, δεν κλήθηκε για εξέταση από Ορθοπεδικό Ιατρικό Συμβούλιο. Στις 17.12.1998 ο αιτητής εξετάστηκε από Ορθοπεδικό-Χειρουργικό Ιατρικό Συμβούλιο. Η γνωμάτευση του Συμβουλίου ήταν ότι είναι ικανός για άσκηση του επαγγέλματος του καντινιέρη. Ο Εξεταστής Απαιτήσεων απέρριψε και πάλιν την αίτηση του αιτητή και γνωστοποίησε την απόφασή του στον αιτητή στις 14.1.
  7. Ο Βουλευτής κ. Αβραάμ Αντωνίου, Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, με επιστολή του ημερ. 25.2.99 προς το Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων ζήτησε να πληροφορηθεί τους λόγους απόρριψης της αίτησης του αιτητή, για να τον ενημερώσει, και επίσης κατά πόσο η αίτησή του μπορούσε να επανεξεταστεί. Την επιστολή του βουλευτή συνόδευαν τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε και προηγουμένως ο αιτητής από ορθοπεδικό και από νευρολόγο ιατρό. Στις 29.3.1999, ο αιτητής εξετάστηκε από νευροχειρουργικό Ιατρικό Συμβούλιο στο οποίο συμμετείχε και Ειδικός Νευρολόγος (Δρ. Ανδριανή Μαλικκίδου), το οποίο, γνωμάτευσε και αυτή τη φορά ότι ο αιτητής είναι ικανός για άσκηση του επαγγέλματος του καντινιέρη. Με βάση την τελευταία γνωμάτευση του Ιατρικού Συμβουλίου, ο Εξεταστής Απαιτήσεων γνωστοποίησε (6.4.99) και πάλιν στον αιτητή ότι η αίτησή του απορρίφθηκε γιατί ο βαθμός ανικανότητάς του για εργασία είναι χαμηλότερος του 66, 2/3% που προβλέπει η νομοθεσία για τη χορήγηση σύνταξης ανικανότητας. Στις 15.7.1999 ο αιτητής υπέβαλε νέα αίτηση την οποία συνόδευαν ιατρικές εκθέσεις των ιατρών του (Ορθοπεδικού και Νευρολόγου) ότι υποφέρει από χρόνια δισκοπάθεια και από χρόνια επιληψία. Στις 6.9.1999 ο αιτητής επανεξετάστηκε από Νευροχειρουργικό Ιατρικό Συμβούλιο με τη συμμετοχή Ειδικού Νευρολόγου. Η γνωμάτευση του Συμβουλίου ήταν ότι ο αιτητής είναι ικανός να εξασκεί το επάγγελμα του καντινιέρη. Ενόψει της γνωμάτευσης του Ιατρικού Συμβουλίου, ο Εξεταστής Απαιτήσεων απέρριψε την αίτηση και στις 22.9.1999 γνωστοποίησε την απόφασή του. Στις 20.12.1999 ο αιτητής υπέβαλε νέα αίτηση συνοδευόμενη από τις ιατρικές εκθέσεις των ιατρών του ότι υποφέρει από τις ίδιες ασθένειες ήτοι, από δισκοπάθεια και χρόνια επιληψία. Επειδή για τις ίδιες ασθένειες, τα αρμόδια Ιατρικά Συμβούλια γνωμάτευσαν τέσσερις φορές με τελευταία τη γνωμάτευση ημερ. 6.9.1999 ότι ο αιτητής είναι ικανός για άσκηση του επαγγέλματός του, ο Εξεταστής Απαιτήσεων απέρριψε την τελευταία αίτηση του αιτητή ημερ. 20.12.1999 γιατί το ποσοστό ανικανότητάς του για εργασία είναι χαμηλότερο του 66 2/3% και του γνωστοποίησε την απόφαση την 1.3.
  8. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε αυθαίρετα και ετσιθελικά, χωρίς δέουσα έρευνα, καθ΄ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και υπό καθεστώς πλάνης ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ταυτόσημο με το περιεχόμενο της προγενέστερης απόφασης ημερ. 22.9.99 του ιδίου αρμοδίου διοικητικού οργάνου αναφορικά με το πάγιο αίτημα του αιτητή για παραχώρηση σύνταξης ανικανότητας εντούτοις, η σύμπτωση του περιεχομένου των δύο τούτων αποφάσεων δεν συνεπάγεται απαραίτητα το χαρακτηρισμό της δεύτερης ως βεβαιωτικής της πρώτης. Και αυτό γιατί, αν η δεύτερη απόφαση, στην προκείμενη περίπτωση η επίδικη, εκδόθηκε μετά τη διεξαγωγή νέας έρευνας, μπορεί, ανάλογα με το περιεχόμενο της έρευνας, να αποκτήσει εκτελεστό χαρακτήρα. Πότε υπάρχει νέα έρευνα είναι ζήτημα πραγματικό. Ο Μ.Δ.Στασινόπουλος στο "Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών", 4η έκδ.

(1964)σελ. 176, πραγματεύεται το θέμα ως εξής: "Πότε υπάρχει νέα έρευνα, είναι ζήτημα πραγματικόν. Θεωρείται όμως γενικώς νέα έρευνα η λήψις υπ΄ όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, κρίνεται δε αυστηρώς το χρησιμοποιηθέν νέον υλικόν, διότι δεν πρέπει ο απολέσας την προθεσμίαν διά την προσβολήν μιας εκτελεστής πράξεως, να δύναται να καταστρατηγή την προθεσμίαν ταύτην διά της δημιουργίας νέας πράξεως, η οποία εξεδόθη κατ΄ επίφασιν μεν κατόπιν νέας ερεύνης, κατ΄ ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων." Και καθώς αναφέρει ο Νικήτας, Δ., στην Γρηγόρης Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας, ΑΕ 2119, ημερ. 28.5.1998, τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1929-1959) στη σελίδα 241, υποστηρίζουν την παραπάνω διατύπωση του κανόνα: "Νέα έρευνα υπάρχει εάν προ της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις νεωστί προκυπτόντων, ή προϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων κυρίων στοιχείων κρίσεως, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως υπ΄ όψιν." Στην προκείμενη περίπτωση, η τελευταία αίτηση του αιτητή, ύστερα από τις αλλεπάλληλες προηγούμενες, δεν περιείχε νεώτερα στοιχεία που δεν υπήρξαν αντικείμενο της τελευταίας διερεύνησης δηλαδή της εξέτασης του αιτητή από αρμοδίως συσταθέν ιατροσυμβούλιο και εκτίμησης της γνωμάτευσης του ιατροσυμβουλίου από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Η τελευταία αίτηση του αιτητή η οποία απορρίφθηκε με την επίδικη απόφαση συνοδευόταν από ιατρικά πιστοποιητικά ταυτόσημα σε περιεχόμενο με όλα τα προηγούμενα. Στην πραγματικότητα δεν έθεσε ο αιτητής ενώπιον της διοίκησης οποιαδήποτε νέα πραγματικά στοιχεία που δεν είχε προηγουμένως υπόψη η διοίκηση κατά τη λήψη της προηγούμενης απόφασης λίγους μήνες νωρίτερα. Με αναφορά στα όσα έχουν ήδη ειπωθεί αποφαίνομαι ότι η επιστολή ημερ. 1.3.2000, αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, δεν είναι εκτελεστή πράξη αλλά επιβεβαιωτική. Η προσβαλλόμενη πράξη υποδηλώνει ουσιαστικά την εμμονή της διοίκησης σε προηγούμενη επί του ιδίου θέματος απόφασή της. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του αιτητή. FONTA. Κραμβής, Δ. ΣΦ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.