Ανδρούλας Κλεάνθους ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1185/99, 8 Μαΐου 2001 Ανδρούλας Κλεάνθους ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1185/99, 8 Μαΐου 2001 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1185/99 ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΗΛΙΑΔΗ, Δ. Αναφορικά με το Αρθρο 146 του Συντάγματος. ΜΕΤΑΞΥ: Ανδρούλας Κλεάνθους, Αιτήτριας και Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, οδός Τηλεπικοινωνιών, Λευκωσία, Καθ'ων η αίτηση --------------------------- 8 Μαΐου 2001 Για την Αιτήτρια: κα Βραχίμη. Για τους Καθ'ων η αίτηση: κ. Χ" Ιωάννου. Ενδιαφερόμενα Μέρη απόντες. ---------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα προσφυγή προσβάλλει την εγκυρότητα της απόφασης των καθ'ων η αίτηση να προαγάγουν στη θέση του Προϊστάμενου Υπηρεσίας Β΄, Διοικητικού Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου τα ενδιαφερόμενα μέρη Χαριτίνη Παπακωνσταντίνου, Ελένη Σοφοκλέους, Αστέρω Στυλιανίδη και Σωτηρούλα Χριστοφή. Η προαγωγή των πιο πάνω έγινε μετά από προηγηθείσα ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προσφυγές 327/96, 403/96, 405/96 και 993/96 στις οποίες η προαγωγή των ίδιων προσώπων κρίθηκε ως άκυρη λόγω έλλειψης αιτιολογίας. (α) Τα γεγονότα Στις 9/6/99 εκδόθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις πιο πάνω τέσσερις αναφερόμενες προσφυγές που καταχωρήθηκαν εναντίον της απόφασης των καθ'ων η αίτηση για προαγωγή των ίδιων ενδιαφερόμενων προσώπων όπως και στην παρούσα διαδικασία. Ο λόγος της ακύρωσης ήταν ότι η αιτιολογία που είχε παρασχεθεί από το Συμβούλιο Προσωπικού, τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής δεν συνιστούσε αιτιολογία όπως αυτή γίνεται αντιληπτή ως θεμελιώδης αρχή του διοικητικού δικαίου. Μετά την πιο πάνω απόφαση οι καθ'ων η αίτηση προέβηκαν στη διαδικασία της επανεξέτασης. Αρχικά στις 25/6/99 το Συμβούλιο Προσωπικού κατάρτισε τον κατάλογο των υποψηφίων που είχαν συμπληρώσει τριετία στην κατεχόμενη θέση του Επιθεωρητή και ακολούθως προχώρησε στην εξέταση κατά πόσο αυτοί κατείχαν τα ελάχιστα προσόντα που απαιτούνταν για την προαγωγή στην επίδικη θέση. Με βάση το περιεχόμενο των φακέλων προχώρησε στην έγκριση και αξιολόγηση των υποψηφίων μεταξύ τους και αφού έλαβε υπόψη τις υπηρεσιακές τους επιδόσεις και αποδόσεις και γενικά την ουσιαστική τους καταλληλότητα όπως αυτή μπορούσε να εξαχθεί από το περιεχόμενο των προσωπικών τους φακέλων (σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 10
(7)), διεπίστωσε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερείχαν όλων των υπόλοιπων υποψηφίων στις αξιολογήσεις και στη γενική υπηρεσιακή εικόνα. Επίσης διεπίστωσε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη χαρακτηρίζονταν στα σχετικά Εντυπα Αξιολόγησης ως εξαίρετοι και άριστοι υπάλληλοι σε όλη τη σταδιοδρομία τους ως Επιθεωρήτριες Γραφείου, σε αντίθεση με την αιτήτρια που σε κανένα Εντυπο Αξιολόγησης δεν αξιολογήθηκε ως εξαίρετη. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το στάδιο το πιο κάτω μέρος από την έκθεση του Συμβουλίου Προσωπικού. "Υστερα από τις διαπιστώσεις αυτές το Συμβούλιο Προσωπικού θεωρεί, κατά την κρίση του, τις κ.κ. Ε. Σοφοκλέους
(2277), Α. Στυλιανίδου
(1078)και Σ. Χριστοφή
(2816)ως τις ουσιαστικά καταλληλότερες για πλήρωση τριών από τις πέντε κενές θέσεις Προϊστάμενου Υπηρεσίας Β΄ (Διοικητικού Προσωπικού), γι' αυτό και η συμβουλή του δε θα μπορούσε να ήταν διαφορετική για τις υποψήφιες αυτές. Ακολούθως, το Συμβούλιο σύγκρινε τους υποψήφιους Π. Ανδρέου
(44)και Χ. Παπακωνσταντίνου
(2001)με τον υποψήφιο Γ. Χρυσάνθου και τις υποψήφιες Γ. Ζαπίτη
(1387), Α. Κλεάνθους
(1057)και Ρ. Κοσμά
(1059). Κατά τη σύγκριση το Συμβούλιο Προσωπικού διαπίστωσε ότι οι βαθμολογίες των υποψηφίων Π. Ανδρέου
(44), Χ. Παπακωνσταντίνου
(2001)και Γ. Χρυσάνθου
(2826)βρίσκονται στα ίδια επίπεδα ενώ των υποψηφίων Γ. Ζαπίτη
(1387), Α. Κλεάνθους
(1057)και Ρ. Κοσμά
(1059)βρίσκονται σε κατώτερα επίπεδα. Επίσης το Συμβούλιο Προσωπικού παρατήρησε ότι οι υποψήφιοι Π. Ανδρέου
(44)και Χ. Παπακωνσταντίνου
(2001)υπερέχουν του κ. Γ. Χρυσάνθου
(2826)σε εποπτική πείρα γιατί ασκούν καθήκοντα Επιθεωρητή από 1.6.86 και 1.6.88 αντίστοιχα ενώ ο κ. Γ. Χρυσάνθου
(2826)από 31.12.90." Στις 2/7/99 ο Γενικός Διευθυντής έκρινε ως ορθή τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και εισηγήθηκε επιπρόσθετα την προαγωγή του Π. Ανδρέου στις επίδικες θέσεις. Στις 7/7/99 το Διοικητικό Συμβούλιο των καθ'ων η αίτηση αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που υπήρχαν ενώπιον του, μέσα στα οποία συμπεριλαμβανόταν η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού, η εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων των υποψηφίων, διεπίστωσε τα πιο κάτω σε σχέση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και την αιτήτρια: "Η υποψήφια Χαριτίνη Παπακωνσταντίνου
(2001)κρίνεται ως πάρα πολύ καλή υπάλληλος, εργατική, πρόθυμη και ευσυνείδητη. Ξεχωρίζει ακόμη για την αντίληψη, την αποφασιστικότητα, την αξιοπιστία, το υπηρεσιακό ενδιαφέρον και την ποσοτική και ποιοτική της απόδοση. Η υποψήφια Ανδρούλα Κλεάνθους
(1057)κρίνεται ως καλή υπάλληλος με υψηλό αίσθημα ευθύνης, που ανταποκρίνεται στις εργασίες και δραστηριότητες που της ανατίθενται. Η υποψήφια Ελένη Σοφοκλέους
(2277)κρίνεται ως εξαίρετη υπάλληλος, που επέδειξε ανάλογες ικανότητες και πρωτοβουλίες στη διεκπεραίωση του μεγάλου όγκου των καθηκόντων της. Είναι εξαιρετικά συνεργάσιμη, φιλότιμη, ευσυνείδητη, που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως υπόδειγμα υπαλλήλου. Η υποψήφια Αστέρω Στυλιανίδου
(1078)κρίνεται ως εξαίρετη υπάλληλος που δείχνει ζωηρότατο ενδιαφέρον για την υπηρεσία της. Διαθέτει σημαντικό μέρος του ελεύθερου της χρόνου για την υπηρεσία και θεωρείται υπόδειγμα υπαλλήλου. Η υποψήφια Σωτηρούλα Χριστοφή
(2816)κρίνεται ως εξαίρετη υπάλληλος, με εξαιρετικά ψηλό αίσθημα ευθύνης και ενδιαφέρον για την υπηρεσία. Είναι συνεργάσιμη και ιδιαίτερα δημιουργική." Ακολούθως το Συμβούλιο προέβηκε σε περαιτέρω αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων μεταξύ τους με βάση τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά τους προσόντα, την απόδοση και επίδοση τους καθώς και την καταλληλότητα τους για τις επίδικες θέσεις και κατέληξε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη και ο Π. Ανδρέου υπερείχαν των υπόλοιπων υποψηφίων και γι' αυτό αποφάσισε την προαγωγή τους στις επίδικες θέσεις. Για τα ενδιαφερόμενα μέρη λέχθηκε συγκεκριμένα ότι: "Οι υποψήφιες Ελένη Σοφοκλέους, Αστέρω Στυλιανίδου και Σωτηρούλα Χριστοφή, με βάση τα Εντυπα Αξιολογήσεώς τους και την Εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, υπερέχουν εμφανώς των υπολοίπων υποψηφίων στη βαθμολογία, στην απόδοση και επίδοση, καθώς και στις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες. Η υποψήφια Χαριτίνη Παπακωνσταντίνου είναι πάρα πολύ καλή υπάλληλος, με ψηλή βαθμολογία, απόδοση, επίδοση και διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες και διαθέτει μακρά πείρα και γνώσεις. Το Συμβούλιο παρατήρησε ότι η βαθμολογία της είναι ελαφρά χαμηλότερη από ορισμένους άλλους υποψήφιους, όμως διαθέτει ψηλότερα προσόντα από ορισμένους ή ισοδύναμα και έχει μεγαλύτερη πείρα και εποπτικές ικανότητες, γι' αυτό και το Συμβούλιο έκρινε ότι είναι κατάλληλη και καταλληλότερη από τους άλλους υποψήφιους για να καταλάβει μια από τις κενές θέσεις." Η αιτήτρια προσβάλλει την ορθότητα της επίδικης απόφασης των καθ'ων η αίτηση γιατί σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της,
(1)Δόθηκε τεράστια σημασία στις υπηρεσιακές εκθέσεις και αξιολογήσεις και
(2)Η σχετική απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.
(1)Απόδοση τεράστιας σημασίας στις υπηρεσιακές εκθέσεις και αξιολογήσεις Είναι η θέση της αιτήτριας ότι τόσο ο Γενικός Διευθυντής όσο και το Συμβούλιο Προσωπικού έδωσαν "τεράστια σημασία" στις υπηρεσιακές εκθέσεις και τις αξιολογήσεις των υποψηφίων. Για όλες σχεδόν τις εκθέσεις αυτές η αιτήτρια υπέβαλε ενστάσεις που αγνοήθηκαν και δεν εξετάστηκαν νόμιμα. Οι ενστάσεις της αιτήτριας εξετάστηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες των Περί Συστήματος Αξιολόγησης του Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Κανονισμών (ΚΔΠ 111/98 και 135/98) και τα αποτελέσματα της διερεύνησης είναι καταχωρημένα στον εμπιστευτικό της φάκελο. Η εισήγηση ότι δόθηκε τεράστια σημασία στις υπηρεσιακές εκθέσεις και αξιολογήσεις δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού η επίδικη απόφαση στηρίχθηκε στα σχετικά κριτήρια προαγωγής όπως αυτά καθορίζονται στον Κανονισμό 10
(7). Πιο συγκεκριμένα ο πιο πάνω Κανονισμός προνοεί ότι "οι κρίσεις για προαγωγή διενεργούνται με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλότητα τους, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής τους". Η αιτήτρια εισηγήθηκε επίσης ότι υπάρχει παρανομία στις αξιολογήσεις των υπηρεσιακών εκθέσεων κατά παράβαση του άρθρου 3 του Νόμου 155/90. Εκτός από τον πιο πάνω αόριστο ισχυρισμό δεν έχουν παρασχεθεί οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την πιο πάνω εισήγηση, ούτε και έχει διευκρινιστεί πως έχουν παραβιαστεί οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 155/90 σε βαθμό που θα παρείχαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο τη βάση για να προχωρήσει στην εξέταση της εισήγησης. Ανεξάρτητα από την έλλειψη οποιωνδήποτε στοιχείων θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 155/90 εξετάστηκαν στην υπόθεση Κυπριανού ν. ΑΤΗΚ (Α.Ε. 672/96 της 29/5/98) όπου τονίστηκε ότι: "..... οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 155/90 δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της Αρχής που, ομολογουμένως, απέκτησε και διατηρεί την περιουσιακή της υπόσταση χωρίς κρατική παρέμβαση."
(2)Ελλειψη αιτιολογίας Εχει υποβληθεί εκ μέρους της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την επιλογή των ενδιαφερόμενων μερών είναι απλή απαρίθμηση των κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη. Η απλή επανάληψη όρων και φράσεων σύμφωνα με την αιτήτρια δεν μπορεί να αποτελέσει την απαιτούμενη αιτιολογία και έτσι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί. Εχει ήδη επισημανθεί ότι τα κριτήρια προαγωγής στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου καθορίζονται από τον Κανονισμό 10
(7)που προβλέπει ότι τα κριτήρια για μια προαγωγή βασίζονται στην υπηρεσιακή καταλληλότητα των υποψηφίων, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται στους προσωπικούς τους φακέλους. Από το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης φαίνεται ότι οι καθ'ων η αίτηση προέβηκαν σε πλήρη έρευνα με βάση τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Η έρευνα συμπεριλάμβανε τη σύγκριση των υποψηφίων "με βάση τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά τους προσόντα, την απόδοση και την επίδοση τους, τις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες τους, καθώς και την καταλληλότητα τους για τις προς πλήρωση θέσεις ..." Στην παρούσα περίπτωση η προσφερθείσα αιτιολογία συμπληρώνεται από το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων. Μια εξέταση των σχετικών λεπτομερειών των φακέλων δείχνει ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερτερούσαν σε αξία (απόδοση, επίδοση και καταλληλότητα) της αιτήτριας. (Ιδε ΑΤΗΚ ν. Περικλέους, Α.Ε. 2447 της 31/3/99). Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα προσόντα της είναι αβάσιμος. Οι καθ'ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα επαγγελματικά προσόντα των υποψηφίων και από τα σχετικά πρακτικά διαπιστώνεται ότι τα στοιχεία αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης από τους καθ'ων η αίτηση στην προσπάθεια καθορισμού των καταλληλότερων υποψηφίων για την πλήρωση των θέσεων. Οπως δε έχει τονιστεί στην υπόθεση ΑΤΗΚ ν. Περικλέους (πιο πάνω), το στοιχείο των προσόντων (όπως και εκείνο της αρχαιότητας) δεν αποτελεί ξεχωριστό κριτήριο, αλλά απλά στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στη στάθμιση του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας. Η εισήγηση για έλλειψη αιτιολογίας δεν γίνεται αποδεκτή. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. Τ. ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο