Μαρίας Αγαπίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ. 1467/99, 28.6.2001 Μαρίας Αγαπίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ. 1467/99, 28.6.2001 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ. 1467/99 Ενώπιον: ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, Δ. Αναφορικά με τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος Μεταξύ: Μαρίας Αγαπίου από Λευκωσία Καίτης Καραπατάκη από Λευκωσία Αιτητριών - και - Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας Καθ΄ης η αίτηση - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.6.2001 Για τις αιτήτριες: κ. Α.Σ. Αγγελίδης. Για την καθ΄ης η αίτηση: κα Ρ. Πετρίδου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για το ενδιαφερόμενο μέρος, Τ. Λοΐζου: κ. Α. Κωνσταντίνου. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την προσφυγή οι αιτήτριες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της καθ΄ης η αίτηση με την οποία προήγαγε, από τις 15.8.1999, την Τασούλα Λοΐζου στη μόνιμη θέση Ανώτερης Στενογράφου (Τακτικός Προϋπολογισμός), Γενικό Γραμματειακό Προσωπικό, Γενικές Κατηγορίες Προσωπικού, αντί αυτών, είναι άκυρη. Το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης έχει σε συντομία ως εξής: Με επιστολή της ημερομηνίας 16.3.1999 η αρμόδια Αρχή ζήτησε από την καθ΄ης η αίτηση την πλήρωση μιας θέσης Ανώτερης Στενογράφου (Τακτικός Προϋπολογισμός), Γενικό Γραμματειακό Προσωπικό, Γενικές Κατηγορίες Προσωπικού. Επειδή η θέση είναι προαγωγής, η καθ΄ης η αίτηση, στη συνεδρία της 2.4.1999, αποφάσισε να επιληφθεί του θέματος σε μεταγενέστερη ημερομηνία κατά την οποία να κληθεί και παραστεί, για τις απαιτούμενες συστάσεις, και ο Αν. Διευθυντής της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (ο Διευθυντής). Η συνεδρία πραγματοποιήθηκε στις 20.7.1999. Σε πρώτο στάδιο κλήθηκε ο Διευθυντής για να προβεί στη σύστασή του. Τα αποσπάσματα από την εν λόγω σύσταση, στο βαθμό που έχουν σχέση με τις αιτήτριες και τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλονται, έχουν ως εξής: «Κατά τον ουσιώδη χρόνο (18.3.1999) οι υποψήφιες που εμφανίζονται στο σχετικό κατάλογο με αυξ. αρ. 1 μέχρι 38 κατείχαν όλα τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης προσόντα. Έχω μελετήσει και αξιολογήσει το σύνολο των στοιχείων των υποψήφιων, όπως αυτά φαίνονται στους Προσωπικούς τους Φακέλους και στις Εμπιστευτικές/Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις, έχοντας υπόψη τα καθιερωμένα κριτήρια προαγωγής, δηλαδή την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα. Όσον αφορά τις Εμπιστευτικές/Υπηρεσιακές Εκθέσεις, σημειώνω ότι έλαβα υπόψη τη γενική εικόνα, με έμφαση στα τελευταία χρόνια. Έχω, επίσης, συλλέξει πληροφορίες από τους άμεσα προϊσταμένους των υποψήφιων ως προς τις προσωπικές ιδιότητές τους, τις εμπειρίες και ικανότητες που διαθέτουν και την εν γένει προσφορά τους, λαμβάνοντας υπόψη τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της θέσης Ανώτερης Στενογράφου. Συνεκτιμώντας τα στοιχεία και δεδομένα που ανέφερα προηγουμένως, συστήνω την υποψήφια Λοΐζου Τασούλα (Α/Α 12) ως την καταλληλότερη για προαγωγή: Η Λοΐζου Τασούλα υπηρετεί στο Υπουργειό Οικονομικών. .......................... ....Έχω, επίσης, λάβει υπόψη μου τις πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει από τους οικείους προϊσταμένους σχετικά με τη γενική απόδοση, την προσφορά, τις εμπειρίες και τις προσωπικές ιδιότητες, όπως η εχεμύθεια, η υπευθυνότητα, η πρωτοβουλία και η ευθυκρισία που απαιτούνται από το νέο Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης καθώς και η ψυχραιμία/αυτοκυριαρχία, η μεθοδικότητα, η διάθεση για προσφορά εργασίας εκτός ωραρίου χωρίς αμοιβή, η ικανότητα υποβολής εισηγήσεων για βελτίωση της αποδοτικότητας, ιδιότητες που, επίσης, είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η υποψήφια που συστήνεται κατέχει στον ύψιστο βαθμό τις ιδιότητες αυτές και εν πάση περιπτώσει δεν υστερεί των υποψήφιων που δε συστήνονται. .......................... Καταληκτικά, επαναλαμβάνω ότι, μετά από μια συνεκτίμηση, με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια, όλων των στοιχείων των Φακέλων και αφού έλαβα υπόψη μου τις πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει από τους οικείους προϊσταμένους σχετικά με τη γενική απόδοση, την προσφορά, τις εμπειρίες και τις προσωπικές ιδιότητες των υπαλλήλων, που έχω αναφέρει προηγουμένως και οι οποίες είναι σχετικές και αναγκαίες για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης, η υποψήφια που συστήνω υπερτερεί των λοιπών υποψήφιων ως προς την καταλληλότητα για προαγωγή στην υπό πλήρωση θέση.». Στη συνέχεια η καθ΄ης η αίτηση ασχολήθηκε με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων και, έχοντας υπόψη τα καθιερωμένα κριτήρια στο σύνολό τους - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - και αφού συνεκτίμησε όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, περιλαμβανομένης της σύστασης του Διευθυντή, έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο μέρος υπερείχε των άλλων υποψηφίων, περιλαμβανομένων των αιτητριών και, ως εκ τούτου, το επέλεξε ως το πιο κατάλληλο και αποφάσισε την προαγωγή του. Κατέληξε δε ως εξής: «Καταλήγοντας στην πιο πάνω απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι η Λοΐζου, συγκρινόμενη με τις λοιπές υποψήφιες, υπερέχει σε αρχαιότητα, πλην...... υπερέχει ή δεν υστερεί σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση στα τελευταία χρόνια στα οποία αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα και, περιπλέον, έχει υπέρ της την αιτιολογημένη σύσταση του Αναπληρωτή Διευθυντή, η οποία ενισχύει ακόμη περισσότερο την αξία της.» Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προωθήθηκε αφορά τη σύσταση του Διευθυντή. Σύμφωνα με το δικηγόρο των αιτητριών ο Διευθυντής προσήλθε ενώπιον της καθ΄ης η αίτηση προαποφασισμένος για το ποιον θα σύστηνε και χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι ήσαν οι προσοντούχοι υποψήφιοι, εφόσον η καθ΄ης η αίτηση αποφάσισε ποιοι ήσαν προσοντούχοι μόλις λίγο πριν εισέλθει στη συνεδρίαση ο Διευθυντής. Πρόσθετα, σύμφωνα με τον ίδιο δικηγόρο, ο Διευθυντής μελέτησε τους υπηρεσιακούς φακέλους στιγμιαία, μόνο λίγο μετά που εισήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων της καθ΄ης η αίτηση. Οι εισηγήσεις αυτές δεν ευσταθούν. Με βάση το τεκμήριο της κανονικότητας, τεκμαίρεται ότι ο Διευθυντής είχε τον απαραίτητο χρόνο να ετοιμαστεί κατάλληλα προτού εμφανιστεί ενώπιον της καθ΄ης η αίτηση και ότι γνώριζε τους υποψηφίους και τα προσόντα τους. Οι ισχυρισμοί του δικηγόρου των αιτητριών δεν αποδεικνύουν ότι ο Διευθυντής δεν γνώριζε εκ των προτέρων ποιοι ήσαν προσοντούχοι. Αντίθετα, η ανάλυση των στοιχείων κρίσης στη σύστασή του αποδεικνύει πλήρη, εκ μέρους του, γνώση. Εξάλλου, από τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως 1 και 2 στην αγόρευση της δικηγόρου της καθ΄ης η αίτηση, προκύπτει καθαρά ότι ο Διευθυντής γνώριζε τους υποψηφίους εκ των προτέρων και είχε όλο το χρόνο να μελετήσει τα υπηρεσιακά στοιχεία τους και να προετοιμαστεί. Η καθ΄ης η αίτηση, με επιστολές της ημερομηνίας 28.6.1999 και 9.7.1999, απέστειλε στο Διευθυντή κατάλογο όλων των υποψηφίων για προαγωγή και τον κάλεσε να παρευρεθεί στη συνεδρίασή της στις 20.7.1999 για να εκφράσει τις απόψεις του αναφορικά με την κατοχή των προσόντων από τους υποψηφίους και να υποβάλει τις συστάσεις του. Είχε, επομένως, γνώση του θέματος τουλάχιστον ένα περίπου μήνα προηγουμένως. Επιπρόσθετα, ο δικηγόρος της καθ΄ης η αίτηση υποστήριξε ότι ο Διευθυντής δεν αποκάλυψε τη γνώση πάνω στην οποία βάσισε τη σύστασή του, ούτε κατέγραψε τις απόψεις ή πληροφορίες που πήρε από άλλους Λειτουργούς ή το πώς τις αξιολόγησε. Ούτε αυτές οι εισηγήσεις ευσταθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία, η γνώση του Διευθυντή δεν απαιτείται να καταγράφεται, παρά μόνο όταν είναι αντίθετη ή συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων, πράγμα που δεν συνέβαινε στην παρούσα περίπτωση. (Βλέπε Απέητος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.