← Κύπρος

Ανδρέας Σπάταλος ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Συνεκ. Υπ Αρ.277/99, 278/99 και 279/99, 3.7.01

Ανδρέας Σπάταλος ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Συνεκ. Υπ Αρ.277/99, 278/99 και 279/99, 3.7.01 Ανδρέας Σπάταλος ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Συνεκ. Υπ Αρ.277/99, 278/99 και 279/99, 3.7.01 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Συνεκ. Υπ Αρ.277/99, 278/99 και 279/99 ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΑΡΤΕΜΗ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος και

  1. Υπόθεση Αρ. 277/99 Ανδρέας Σπάταλος, Αιτητή ς, και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
  2. Αρχηγού Αστυνομίας,
  3. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - - - - Υπόθεση Αρ. 278/99 Αναστάσιος Αναστασίου, Αιτητή ς, και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
  4. Αρχηγού Αστυνομίας,
  5. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - - - - Υπόθεση Αρ. 279/99 Γεώργιος Τσαγγάρης, Αιτητή ς, και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
  6. Αρχηγού Αστυνομίας,
  7. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.7.01 Για τους αιτητές: κ. Δ. Βάκης Για τους καθ΄ων η αίτηση: κ. Μ. Φλωρέντζος με την κα Ε. Λεωνίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τις παρούσες προσφυγές, οι οποίες συνεκδικάστηκαν γιατί στρέφονται κατά της ίδιας διοικητικής πράξης και παρουσιάζουν κοινά σημεία γεγονότων και νόμου οι αιτητές ζητούν τις πιο κάτω θεραπείες: «

(1)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των καθ΄ων η αίτηση η οποία περιέχεται στην επιστολή τους ημερ. 28.12.1998 και με την οποία απόρριψαν το αίτημα των αιτητών για την καταβολή υπερωριακής αποζημίωσης ή χορήγηση ανάλογου χρόνου ανάπαυσης για τον αριθμό ωρών που υπηρέτησε πέραν του κανονικού ωραρίου υπηρεσίας, είναι άκυρη, παράνομη και εστερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος.
(2)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των καθ΄ων η αίτηση να καταβάλουν προς τους αιτητές υπερωριακή αποζημίωση ή χορηγήσουν ανάλογο χρόνο ανάπαυσης για τον αριθμό ωρών που υπηρέτησε πέραν του κανονικού ωραρίου υπηρεσίας είναι παράνομη και ότι παν το παραλειφθέν έδει να είχε εκτελεσθεί.» Η υπόθεση αφορά ταυτόσημη αξίωση για καταβολή υπερωριακής αποζημίωσης σε τρία μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου. Ο ένας εκ των αιτητών φέρει το βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου από 1.1.99 και οι άλλοι δύο αυτόν του Λοχία από 15.2.
  1. Υπηρετούν και οι τρεις για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Εξ όσων προκύπτουν από τα συνημμένα στην ένσταση, οι αιτητές με επιστολές τους ημερομηνίας 18.11.98 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας απαίτησαν την προς αυτούς καταβολή υπερωριακής αποζημίωσης για αριθμό ωρών κατά τις οποίες, όπως ισχυρίστηκαν, εργάστηκαν υπερωριακά, κατά το χρονικό διάστημα 1.3.1989 μέχρι 31.12.
  2. Ο Αρχηγός Αστυνομίας, με απαντητική επιστολή του ημερομηνίας 28.12.98, πληροφόρησε τους αιτητές ότι το αίτημά τους δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό, παραθέτωντας παράλληλα συγκεκριμένους λόγους που κατά την άποψή του συνηγορούσαν υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Το περιεχόμενο της επιστολής αυτής είναι το ακόλουθο: «Ωράριο Υπηρεσίας μελών στα οποία παραχωρείται επίδομα Ανιχνευτού Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας με ημερ. 18 Νοεμβρίου 1998, σχετικά με αίτημα σας για να σας παραχωρηθεί αποζημίωση κατά την περίοδο από 1.3.1989 μέχρι 31.12.1996, περίοδος κατά την οποία σας παραχωρείτο επίδομα Ανιχνευτού και λυπούμαι να σας πληροφορήσω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, γιατί με βάση τις πρόνοιες του Καν.30
(1)των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών του 1989 καμιά τέτοια νομική υποχρέωση υφίστατο.
  1. Υπενθυμίζουμε ότι όλες οι δεδουλευμένες υπερωρίες των μελών της περιόδου 1.1.1989 - 31.5.1993, οι οποίες και έγκαιρα είχαν υποβληθεί και ελεχθεί, έχουν ήδη αποζημιωθεί το έτος
  2. Σχετική πρόνοια υπήρχε στον Τακτικό Προϋπολογισμό του εν λόγω έτους και με επανειλημμένες εγκυκλίους του Αρχηγού Αστυνομίας καλούσαν τα μέλη να υποβάλουν τις υπερωρίες τους για έλεγχο και πληρωμή όχι πιο αργά από τις 1.8.1993 γεγονός που παραλείψατε να πράξετε (Η τελευταία επί του θέματος εγκύκλιος του Αρχηγού Αστυνομίας με Αρ. Φακ. 159/16/1V ημερ. 3.6.1993 είναι σχετική).
  3. Παράλληλα τα έντυπα υπερωριών που έχετε υποβάλει για πληρωμή εκτός του ότι δεν επιβεβαιώνονται από υπεύθυνο αξιωματικό δεν αναφέρετε ούτε και η περίοδος υπερωριακής απασχόλησης που να αποδεικνύετε ότι εργαστήκατε 5 ώρες περιπλέον την εβδομάδα. Πέραν τούτου δεν έχουμε ούτε και τις απόψεις του υπεύθυνου της Κ.Υ.Π., που να επιβεβαιώνουν τις εν λόγω καταχωρήσεις.
  4. Ως εκ τούτου τα έντυπα υπερωριών σας επιστρέφονται.» Η πιο πάνω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους τρεις αιτητές και ως εκ τούτου αποτελεί το αντικείμενο των συνεκδικαζομένων προσφυγών. Είναι βασικά η θέση των αιτητών ότι οι καθ΄ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση του Κανονισμού 17 των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 51/89) όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος προβλέπει σχετικά με τη χορήγηση υπερωριακού επιδόματος στα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι αιτητές ότι η επίδικη πράξη ή απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας είναι τρωτή λόγω του ότι παρέλειψαν οι καθ΄ων να προβούν στη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας για να διαπιστώσουν εαν πράγματι συνέτρεχαν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτήματος των αιτητών. Τέλος, σύμφωνα με την άποψη των αιτητών, η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη των καθ΄ων συνιστά σε βάρος τους παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος και της αρχής της ισότητας που αυτό καθιερώνει. Περιφερειακά εγείρεται εκ μέρους των αιτητών ζήτημα πάσχουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο δικηγόρος των καθ΄ων η αίτηση αντιπαραθέτει στους πιο πάνω ισχυρισμούς τα προβλεπόμενα στην Αστυνομική Διάταξη 5-23 υποστηρίζοντας ότι δεν τηρήθηκαν οι τυπικές προϋποθέσεις που αυτή καθιερώνει και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνταν οι αιτητές να προβάλουν το αίτημά τους για αποζημίωση λόγω υπερωριακής απασχόλησης. Τον κύριο άξονα του επιχειρήματος των καθ΄ων αποτελεί ο ισχυρισμός ότι η προσφυγή των αιτητών είναι απαράδεκτη λόγω του ότι τα έντυπα υπερωρίας που στάληκαν από τους αιτητές δεν ήταν δεόντως συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης οι καθ΄ων επικαλούνται τη Δικαστική απόφαση στην Προσφ. 566/97, Ανδρέας Σπάταλος ν. Δημοκρατίας, ημερ. 9.9.98, στην οποία αιτητής ήταν ένας εκ των τριών αιτητών στην παρούσα περίπτωση και η υπόθεση αφορούσε το ίδιο επίδικο ζήτημα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση ότι το αίτημα των αιτητών για καταβολή υπερωριακής αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτο σε ότι αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι την 8.8.
  5. Στηρίζουν δε αυτή την άποψη σε εγκύκλιο των καθ΄ων η αίτηση προς τους Αστυνομικούς Διευθυντές τμημάτων και επαρχιών και σε προϊσταμένους, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο προϊστάμενος της Κ.Υ.Π., τους οποίους καλούσε να υποβάλουν καταστάσεις σχετικές με τις υπερωρίες υφισταμένων μέχρι και την 1.8.
  6. Ο Κανονισμός 17 που αποτελεί το κύριο υπόβαθρο της απαίτησης των αιτητών αποτελεί μέρος των Κανονισμών οι οποίοι εκδόθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση το άρθρο 10 του περί Αστυνομίας Νόμου, Κεφ.
  7. Δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Κ.Δ.Π. 51/89) αφού κατατέθηκαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων και εγκρίθηκαν απ΄αυτή. Στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω Κανονισμού ορίζονται τα ακόλουθα: «
(2)(α) Η κανονική καθημερινή περίδος καθήκοντος (περιλαμβανομένης της περιόδου αναψυχής που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (β)) μέλους της Δύναμης θα είναι διάρκειας 6 ωρών, εκτός αν ο Αρχηγός της Αστυνομίας ήθελε ορίσει διαφορετικά και η κανονική εβδομαδιαία περίοδος θα είναι διάρκειας 42 ωρών και επιπρόσθετα οποιοσδήποτε χρόνος αναλίσκεται για παρουσία στο καθορισμένο για καθήκον μέρος πριν την έναρξη της περιόδου καθήκοντος: Νοείται ότι η περίοδος «καθηκόντων σκοπού ή φρουρού» δε θα υπερβαίνει τις 4 ώρες σε κάθε περίοδο καθήκοντος. (β) Όταν η κανονική περίοδος καθήκοντος εκτελείται σε μια φάση καθήκοντος, κανονικά θα επιτρέπεται διάλειμμα 30 λεπτών. (γ) Η παράγραφος
(2)(α) του παρόντα Κανονισμού δεν ισχύει για μέλος της Δύναμης: (ι) Το οποίο είναι Ανώτερος Αξιωματικός, ή (ιι) το οποίο ασχολείται σε καθήκοντα που έχουν ειδικά εξαιρεθεί από τον Αρχηγό. (δ) Ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιέχεται στον παρόντα Κανονισμό, κάθε μέλος της Δύναμης που κανονικά εντέλλεται ή εφόσο το καθήκον του επιβάλλει να το πράξει, θα απαιτείται να εκτελεί οποιοδήποτε καθήκον σχετικό με λειτούργημα του οπουδήποτε και, εκτός αν βρίσκεται με άδεια, θα εκτελεί υπηρεσία όχι μικρότερη των 42 ωρών την εβδομάδα. Ανώτεροι Αξιωματικοί θα έχουν 24ωρη ευθύνη.
(3)(α) Τηρούμενων των διατάξεων του παρόντα Κανονισμού, όταν μέλος της Δύναμης για το οποίο ισχύει η πιο πάνω παράγραφος
(2)παραμένει σε καθήκον μετά το πέρας της φάσης του καθήκοντος ή ανακαλείται σε υπηρεσία μεταξύ δύο φάσεων καθήκοντος, θα χορηγείται σ΄αυτό υπερωριακό επίδομα ή ανάλογος χρόνος ανάπαυσης, όπως στην περίπτωση των μελών της Δημόσιας Υπηρεσίας. (β) Αν μέλος της Δύναμης περιλαμβανομένου και μέλους στο οποίο καταβάλλεται επίδομα ανιχνευτή, για το οποίο ισχύει η παράγραφος
(2)του παρόντα Κανονισμού, εκτελεί σταθερά υπερωρίες, θα του καταβάλλεται κατ΄αποκοπή επίδομα, όπως θα ήθελε εγκρίνει ο Αρχηγός. Νοείται ότι σε μέλος της Δύναμης στο οποίο καταβάλλεται επίδομα ανιχνευτή θα πληρώνεται κατά αποκοπή επίδομα, μόνο όταν εκτελεί υπερωριακό καθήκον πέραν του κανονικού ωραρίου που προνοείται στην υποπαράγραφο (α) της παραγράφου
(2)του παρόντα Κανονισμού, που να υπερβαίνει τις πέντε ώρες την εβδομάδα.» Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η υποπαράγραφος (β) της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 17 τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π., 127/92 και το ύψος του καταβαλλόμενου επιδόματος για υπερωριακή απασχόληση καθορίζεται από τους Υπουργούς Εσωτερικών και Οικονομικών (βλ. Ε.Ε. Παρ. ΙΙΙ
(1)Αρ. 2713, 5.6.92). Η Αστυνομική Διάταξη αρ. 23 (Α.Δ. 23) το περιεχόμενο της οποίας επικαλούνται οι καθ΄ων η αίτηση προς υποστήριξη των απόψεων τους αποτελεί μέρος των Αστυνομικών Διατάξεων οι οποίες προβλέπονται στον περί Αστυνομίας Νόμο, Κεφ. 285 και εκδίδονται από τον Αρχηγό της Αστυνομικής Δύναμης με βάση το άρθρο 9 του εν λόγω Νόμου. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου «Αστυνομική Διάταξη» σημαίνει οποιαδήποτε διάταξη ή διαταγή που εκδίδεται από τον Αρχηγό της Αστυνομίας για την ευταξία και την χρηστή διοίκηση της Δύναμης και την καθοδήγηση των αστυνομικών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Αυτή είναι λοιπόν η φύση των Αστυνομικών Διατάξεων μία εκ των οποίων (η υπ΄αριθμόν 23) εισάγεται με άμεσο ενδιαφέρον στην παρούσα υπόθεση αφού ρυθμίζει σχετικά με το επίδομα υπερωριών. Παραθέτω τις σχετικές ρυθμίσεις που εισάγει η Α.Δ. 23: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΑΡ. 23 2. ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ Σε περίπτωση που μέλος ή μέλη της Δύναμης απασχολήθηκαν υπερωριακά πρέπει να έχουν υπόψη τους τα εξής:
(1)Θα τηρείται από κάθε μέλος προσωπικό δελτίο υπερωριών (έντυπο Αστ. 198) για την καταγραφή της υπερωριακής του απασχόλησης.
(2)Στο δελτίο υπερωριών θα καταχωρούνται οι υπερωρίες και η πληρωμή σχετικού επιδόματος.
(3)Για κάθε περίπτωση υπερωριακής εργασίας θα γίνεται από τον ενδιαφερόμενο καταχώριση στο Ημερολόγιο του Σταθμού/Κλάδου, στο προσωπικό του Σημειωματάριο και στο Δελτίο Υπερωριών.
(4)Οι καταχωρίσεις στο Δελτίο θα βεβαιώνονται από τον υπεύθυνο του Σταθμού/Κλάδου στην κατάλληλη στήλη, την ημέρα που σημειώθηκε η υπερωρία. Ο υπεύθυνος θα τις ελέγχει και θα τις συγκρίνει με το Ημερολόγιο του Σταθμού/Κλάδου και με το Σημειωματάριο του ενδιαφερόμενου μέλους.
(5)Οι καταχωρίσεις θα ελέγχονται επίσης και θα μονογραφούνται στην κατάλληλη στήλη από τον Αξιωματικό που εξουσιοδότησε την υπερωριακή εργασία.
(6)Εργασία που γίνεται πέραν του συνηθισμένου καθημερινού εξαώρου, θεωρείται υπερωρία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου
(2)του Κανονισμού 15 των Γενικών Κανονισμών για την Αστυνομία, λαμβανομένου υπόψη ότι το σύνολο των ωρών εργασίας για κάθε εβδομάδα θα ξεπερνά τις 42 ώρες.
(7)Το Δελτίο Υπερωριών θα φυλάγεται στο Σταθμό/Κλάδο που υπηρετεί ο ενδιαφερόμενο Αστυνομικός.
(8)Ο Υπεύθυνος του Σταθμού/Κλάδου θα έχει την ευθύνη για τον έλεγχο των Δελτίων των ανδρών του.
  1. ΥΠΟΒΟΛΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ Για την πληρωμή των υπερωριών πρέπει να υποβάλλεται στο Αρχηγείο κατάσταση, σε τρία αντίγραφα, πάνω στο έντυπο Αστ. 198Α. Η κατάσταση αυτή να επιβεβαίωνεται από τον Αστυνομικό Διευθυντή και να συνοδεύεται με το Δελτίο Υπερωριών του κάθε ενδιαφερόμενου μέλους, έντυπο Αστ. 198.» Πριν εμβαθύνω στην ουσία της παρούσας υποθέσεως θα κάνω μια τελευταία επισήμανση σχετικά με το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει το επίδικο ζήτημα. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Αστυνομίας Νόμου, ΚΕΦ. 285 (το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές εξουσίες του Αρχηγού»): «
  2. Ο Αρχηγός, τηρουμένης οποιασδήποτε διαταγής ή οδηγίας από το Υπουργικό Συμβούλιο, έχει τη διοίκηση και διεύθυνση της Δύναμης και είναι υπόλογος στο Υπουργικό Συμβούλιο για ευταξία σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας, για την επαρκή διοίκηση και διακυβέρνηση της Δύναμης και για την κατάλληλη διάθεση όλων των δημοσίων χρημάτων που προορίζονται για την εξυπηρέτηση της.» Η Δικαστική απόφαση στην Προσφ. 566/97, Α. Σπάταλος ν. Δημοκρατίας, ημερ. 9.9.98, την οποία όπως έχει λεχθεί ανωτέρω, επικαλούνται οι καθ΄ων η αίτηση, δεν φαίνεται να προσφέρει υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Εκεί, το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή διότι κατατέθηκε πριν οι αιτητές υποβάλουν οποιαδήποτε αίτηση για υπερωριακή αποζημίωση με δικαιολογητικά προς τους καθ΄ων η αίτηση. Σε ότι αφορά όμως την παρούσα υπόθεση, υπάρχει το σχετικό αίτημα το οποίο υποβλήθηκε εκ μέρους των αιτητών μέσω του άμεσα προϊσταμένου τους Διοικητή της Κ.Υ.Π. με επιστολή προς τους καθ΄ων η αίτηση, ημερομηνίας 18.11.1998 (Παράρτημα Β στην Ένσταση). Πέραν τούτου η απόφαση αυτή (Νικήτα, Δ.) έριξε φως σε αρκετές πτυχές της υπόθεσης οι οποίες απασχολούν το Δικστήριο και στην παρούσα. Είχε κριθεί κατ΄αρχήν ότι η υπόθεση δεν αφορούσε χρηματική διαφορά αλλά δικαιώματα σε αποδοχές και έτσι παραδεκτά προσβλήθηκε η επίδικη απόφαση με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, τόνισε σχετικά στη σελ.3: «Παραπέμπω επίσης στην απόφαση αρ. 1037/94, Δώρα Φικάρδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 27.2.1997, στην οποία υιοθετήθηκε το παρακάτω απόσπασμα από τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 στη σελ. 236, που εκφράζει τη συνεπή νομική θέση που ακολουθείται χωρίς ταλαντεύσεις: «Αι περί μισθών, αποζημιώσεων, επιδομάτων και αποδοχών εν γένει δημοσίων υπαλλήλων διαφοραί, συνδεόμεναι αμέσως προς την κατά νόμον ρύθμισιν της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως, ούσης δημοσίου δικαίου, και μη εντοπιζόμεναι εις απλήν διεκδίκησιν συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, παραδεκτώς φέρονται ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως.» Το Δικαστήριο ασχολήθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση και με το θέμα της καταβολής επιδόματος ανιχνευτή στον αιτητή. Το θέμα αυτό εγείρεται και στην παρούσα όπως αυτό προκύπτει καθαρά από την πρώτη παράγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης των καθ΄ων η αίτηση. Το Δικαστήριο είχε αποφανθεί επί τούτου τα ακόλουθα (σελ.4): «Είναι αμοιβαία αποδεκτό πως ο αιτητής παίρνει επίδομα ανιχνευτή. Το ευεργέτημα παρέχει ο Καν. 30 των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών 1989 (ΚΔΠ 51/89), όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 127/92: "
  3. Όταν ο Αρχηγός είναι ικανοποιημένος ότι το μέλος της Δύναμης, ενώ ασχολείται με καθήκοντα ανίχνευσης ή με ειδικά καθήκοντα, συνήθως εκτελεί εξωτερικά καθήκοντα και ότι τα καθήκοντα αυτά επιβάλλουν στο μέλος να εκτελεί υπερωριακά καθήκοντα τουλάχιστο πέντε ωρών πλέον του κανονικού ωραρίου, που καθορίζεται από την παράγραφο
(2)του Κανονισμού 17, και ότι το μέλος υποβάλλεται σε έξοδα σε σχέση με τα καθήκοντά του, στο μέλος αυτό καταβάλλεται επίδομα ανιχνευτή, το ύψος του οποίου καθορίζεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εσωτερικών." Διατυπώθηκε η θέση από τη Δημοκρατία ότι εφόσον ο αιτητής λαμβάνει τέτοιο επίδομα και η προσφυγή του στηρίζεται στον Καν.30, αυτή δεν έχει αντικείμενο. Είναι όμως εξώφθαλμα λανθασμένη. Ο αιτητής δεν επικαλείται, σε κανένα σημείο, τον κανονισμό για να θεμελιώσει την αξίωσή του. Ο κ. Βάκης αναφέρει καθαρά στη γραπτή του αγόρευση πως το νομοθετικό πλαίσιο του αιτήματος θεραπείας παρέχει ο Καν. 17
(2)(α) και
(3)(α), που ρυθμίζει το ωράριο υπηρεσίας." Η θέση αυτή πρέπει να υιοθετηθεί και στην παρούσα υπόθεση. Το επίδομα ανιχνευτή όπως προκύπτει από τα πιο πάνω καταβάλλεται ανεξάρτητα και ουδόλως επηρεάζει την αξίωση των αιτητών για την καταβολή σ΄αυτούς αποζημιώσεων για υπερωριακή απασχόληση. Είναι ξεκάθαρο ότι το αίτημα τους στην παρούσα εδράζεται στον Κανονισμό 17
(2)και
(3)το περιεχόμενο του οποίου έχει εκτεθεί ανωτέρω. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην Προσφυγή 566/97 (σελ.5) ". . . ρητά η παράγρ. 3(β) διατηρεί αλώβητο το δικαίωμα στο επίδομα υπερωριακής εργασίας, όπως ρυθμίζεται από την επιφύλαξη της υποπαραγράφου (β)." Επομένως θα μπορούσε να λεχθεί ανεπιφύλακτα ότι δεν τίθεται θέμα κατά πόσο εδικαιούντο οι αιτητές αποζημίωσης για υπερωρίες. Το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει το επίδικο ζήτημα και η ερμηνευτική απόφαση του Δικαστηρίου που παρατέθηκε, συνηγορούν υπέρ της θέσης των αιτητών. Προέκυπτε γι΄αυτούς νόμιμο δικαίωμα απαίτησης αποζημιώσεων, το οποίο άσκησαν με την επιστολή-αίτημα που απεύθυναν προς τους καθ΄ων η αίτηση. Παραμένει ως εκ τούτου προς εξέταση το ζήτημα του κατά πόσο ήταν εύλογα επιτρεπτό στους καθ΄ων η αίτηση να απορρίψουν το πιο πάνω αίτημα βασιζόμενοι στον ισχυρισμό τους ότι δεν συμμορφώθηκαν οι αιτητές στις τυπικές προϋποθέσεις που τέθηκαν από την Αστυνομική Διάταξη 23 και στα όσα περιέχονται σε σχετική εγκύκλιο των καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 3.7.93. Διαφωτιστικά θα θεωρούσα για την παρούσα, τα όσα λέχθηκαν από το Δικαστήριο (Ολομέλεια) στην Παπαγιώργης ν. Α.Η.Κ.
(1996)3 Α.Α.Δ. 563, (σελ. 567): "Δεν έχει αμφισβητηθεί ενώπιόν μας, ότι το δικαίωμα των υπαλλήλων επί του μισθού και τα εκ του νόμου σε αυτούς αναγνωριζόμενα, είναι δημόσιο. Κατά κανόνα δεν είναι δυνατή παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα. Τις αρχές που διέπουν το θέμα της παραίτησης από δημόσια δικαιώματα πραγματεύονται Ελληνικά συγγράμματα Διοικητικού Δικαίου. Στο σύγγραμμα "Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο" του Κυιρακόπουλου, Β΄Γενικό Μέρος, Έκδοση 4η στη σελίδα 289 αναφέρονται τα εξής μεταξύ άλλων: "γ. Παραίτησις από δημοσίου δικαιώματος δεν είναι δυνατή και ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγεται, εφ΄όσον τούτο δεν αναγνωρίζηται μόνον προς ικανοποίησιν ατομικού συμφέροντος αλλά και χάριν του γενικού συμφέροντος. Δημόσια δικαίωματα, συνιστάμενα ουχί χάριν των δημοσίων υπαλλήλων αλλά χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι κατ΄εξοχή τα εκ του νόμου εις αυτούς αναγνωριζόμενα και εκ της δημοσιοϋπαλληλικής αυτών ιδιότητος απορρέοντα, και τα οποία δια τούτο, είναι ανεπίδεκτα παραιτήσεως. Ούτω, γενική παραίτησις από δικαιώματος προς λήψιν μισθού ή συντάξεως ή προαγωγής εις ανώτερον βαθμόν του δημοσίου υπαλλήλου, ή βοηθήματος ασφαλείας του εργάτου κ.ο.κ. είναι ανίσχυρος."" Όπως αποφάνθηκε τελικά η Ολομέλεια (σελ. 569): "Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν ότι ο εφεσείων έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα του για υπερωριακή αμοιβή λόγω της σιωπής του πέραν της τριετίας με τη μη υποβολή του σχετικού αιτήματος, κρίνεται ως εσφαλμένο. Η υπερωριακή αμοιβή του αιτητή, όπως φαίνεται στον κατάλογο που εγκρίθηκε από το Διευθυντή Προσωπικού της Αρχής, αρχίζει από της 9.1.1987 και καταλήγει στις 12.2.1990, δεκαέξι μέρες πριν την υποβολή του αιτήματος. Η υπερωριακή εργασία του αιτητή άρχιζε πράγματι πριν από τρία χρόνια, συνέχιζε δε σε διάφορες ημερομηνίες, μέχρι λίγες μέρες πριν την αφυπηρέτησή του και την υποβολή της απαίτησής του. Δεν υπάρχει ούτε στο Νόμο ούτε στους σχετικούς Κανονισμούς οποιαδήποτε ανατρεπτική προθεσμία για την υποβολή αιτήματος για υπερωριακή αμοιβή. Ούτε είναι δυνατό να εξαχθεί το συμπέρασμα, ότι ο αιτητής εγκατέλειψε το δικαίωμα του για υπερωριακή αμοιβή, επειδή ο προϋπολογισμός της Αρχής δεν είχε προβλέψει για την απαίτηση του εφεσείοντα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί πιο πάνω, θεωρούμε ότι ο εφεσείων ουδέποτε εγκατέλειψε το δικαίωμά του για υπερωριακή αμοιβή και επομένως δεν έχει απωλεσθεί το έννομο συμφέρον του. Η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα υπέρ του εφεσείοντα. Η πρωτόδικη απόφαση και η διοικητική πράξη ακυρώνεται στην ολότητά της." Οι πιο πάνω αρχές έχουν άμεση εφαρμογή και στην παρούσα Είναι οφθαλμοφανές ότι οι αιτητές είχαν νόμιμο δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση για την υπερωριακή εργασία που προσέφεραν. Αυτό έπραξαν, όπως ειπώθηκε, με την επιστολή τους, επισυνάπτοντας μάλιστα τα σχετικά δικαιολογητικά. Είχαν έρεισμα στο σχετικό Κανονισμό (Καν. 17
(2)και
(3)των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών 1989-1992 (ΚΔΠ 51/89) ο οποίος με τη λεκτική του διατύπωση ("θα χορηγείται") προβλέπει επιτακτικά την πληρωμή αποζημίωσης για υπερωριακή αμοιβή, ένα δικαίωμα των αιτητών που όπως είδαμε έχει κριθεί στη θεωρία και τη νομολογία ως δημόσιο. Πράγματι στην Αστυνομική Διάταξη 23 ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις καταχωρήσεις των υπερωριών, προβλέπονται μεταξύ άλλων η τήρηση δελτίου υπερωριών, βεβαίωση από τον εκάστοτε υπεύθυνο του σταθμού ή κλάδου, καθώς και έλεγχος και μονογράφηση στην κατάλληλη στήλη του δελτίου εκ μέρους του Αξιωματικού που εξουσιοδότησε την υπερωριακή εργασία. Προβλέπεται επίσης ευθύνη του υπεύθυνου του σταθμού ή κλάδου για τον έλεγχο των δελτίων. Παρατέθηκε πιο πάνω (σελ.6) το νομικό υπόβαθρο των εν λόγω "Αστυνομικών Διατάξεων". Εκδίδονται από τον Αρχηγό της Αστυνομίας και έχουν χαρακτήρα ρυθμιστικό. Δεν μπορεί αυτές να μεταβάλουν, τροποποιήσουν, περιορίσουν ή καταργήσουν, με οποιαδήποτε ερμηνευτική προσέγγιση το δημόσιο δικαίωμα των αιτητών στην αμοιβή τους για την υπερωριακή εργασία που προσέφεραν και που στηρίζεται στον Κανονισμό 17
(2),
(3)των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών 1989-1992 οι οποίοι εκδόθηκαν όπως τονίσθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και έτυχαν της έγκρισης της Βουλής (ΚΔΠ 51/89). Οι αρχές που διέπουν την ιεραρχία των κανόνων δικαίου είναι καλά θεμελιωμένες στη θεωρία του Διοικητικού Δικαίου. Ο Π.Δ. Δαγτόγλου στο σύγγραμμα του "Γενικό Διοικητικό Δίκαιο" β΄έκδοση
(1994)Αντ. Σάκκουλα, αναφέρει σχετικά στις σελ. 43-45: "Σε μια δημοκρατία ο καθορισμός της ταυτότητας και της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου συνδέεται με τον καθορισμό των οργάνων και της διαδικασίας παραγωγής κανόνων δικαίου. Η ιεραρχία των οργάνων συμβαδίζει με την ιεραρχία των πηγών δικαίου και συνεπάγεται την ιεραρχία των κανόνων δικαίου. Ιεραρχία σημαίνει ότι οι πηγές του δικαίου δεν είναι ισότιμες. Αντιθέτως έχουν, όπως λέγεται, διαφορετική "τυπική ισχύ", είναι δηλαδή καταταγμένες σε διάφορες βαθμίδες μιας ιδεατής πυραμίδας, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται το σύνταγμα, ακολουθεί ο νόμος και έπεται η κανονιστική διοικητική πράξη. Κάθε πηγή δικαίου υπάρχει μόνο στο πλαίσιο που της ορίζουν οι πηγές δικαίου ανώτερων βαθμίδων. Αρνητικά διατυπούμενος ο κανόνας αυτός σημαίνει, ότι μια πηγή δικαίου δεν μπορεί (εκτός ρητών εξαιρέσεων) να περιορίσει ή καταργήσει πηγή δικαίου ανώτερης βαθμίδας. Η ιεραρχία αυτή των πηγών δικαίου είναι, όπως είπαμε, συνδεδεμένη με μια ιεραρχία οργάνων παραγωγής κανόνων δικαίου. Και εδώ υπάρχει μια νοητή πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο συνταγματικός νομοθέτης, έπεται ο απλός ή κοινός νομοθέτης (η Βουλή), και ακολουθούν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και τα άλλα διοικητικά όργανα εκδόσεως κανονιστικών πράξεων. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η ιεραρχία των κανόνων δικαίου είναι ταυτόσημη με την ιεραρχία των πηγών δικαίου, οι οποίες τους περιέχουν και των οργάνων που τους εξέδωσαν. Κανόνες δικαίου περιεχόμενοι σε ένα (τυπικό) νόμο πρέπει να είναι σύμφωνοι με το σύνταγμα, ενώ κανονιστικές πράξεις της διοικήσεως πρέπει να συμβιβάζονται με το σύνταγμα και τους νόμους. Με άλλα λόγια: ένας κανόνας δικαίου δεν μπορεί (χωρίς ρητή εξουσιοδότηση) να αναστείλει, τροποποιήσει ή καταργήσει κανόνα δικαίου περιχόμενο σε πηγή δικαίου ανώτερης βαθμίδας." Με γνώμονα τις πιο πάνω θεωρητικές κατευθύνσεις προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Κανονισμός 17
(2),
(3)ο οποίος καθιερώνει το δικαίωμα της υπερωριακής αμοιβής είναι ως κανονιστική πράξη της διοικήσεως (Κ.Δ.Π. 51/89) δεσμευτική. Δεσμευτική για τα θιγόμενα πρόσωπα, τα δικαστήρια και τις διοικητικές αρχές, συνεπώς και για τους καθ΄ων η αίτηση. Αντιθέτως, η "Αστυνομική Διάταξη" ρυθμίζει εντελώς εσωτερικά θέματα της Αστυνομικής Δύναμης χωρίς να θίγει την νομική κατάσταση των μελών της Δύναμης ως φορέων προσωπικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Άρα λοιπόν η μη συμμόρφωση προς τις σχετικές πρόνοιες της Αστυνομικής Διάταξης δεν μπορεί από μόνη της να καταργήσει το δικαίωμα των αιτητών όπως αυτό εισάγεται από τη σχετική Κ.Δ.Π. (51/89). Εξ΄άλλου, ήταν ευθύνη των προϊσταμένων τους υπευθύνων Αξιωματικών οι σχετικές καταχωρήσεις, έλεγχος και μονογράφηση των δελτίων υπερωριών. Αυτό προβλέπεται ρητά στις παραγρ. 2
(4),
(5),
(8)και 3 της Αστυνομικής Διάταξης που επικαλούνται οι καθ΄ων η αίτηση. Οι αιτητές υπέβαλαν το αίτημά τους μέσω του άμεσα προϊσταμένου τους (Διοικητή Κ.Υ.Π.). Ως εκ τούτου ώφειλαν οι καθ΄ων η αίτηση να προβούν στις δέουσες ενέργειες, οι οποίες θα έπρεπε να περιελάμβαναν έρευνα για το θέμα και παροχή διευκρινίσεων από τους υπεύθυνους αξιωματικούς. Δεν το έπραξαν και προέβησαν σε απόρριψη του αιτήματος των αιτητών με βάση ερμηνευτική προσέγγιση που οι ίδιοι θεώρησαν κατάλληλη ως προς τους σχετικούς κανονισμούς. Όσον αφορά την εγκύκλιο την οποίαν επικαλούνται οι καθ΄ων η αίτηση πρέπει να γίνουν κάποιες παρατηρήσεις αφού παρατεθεί το περιεχόμενο της: "Αστυνομικούς Διευθυντές Τμημάτων/Επαρχιών, Διευθυντές Πυρ. Υπηρεσίας, Ακαδημίας, Μελετών & Ανάπτυξης, Πορϊστάμενο Κ.Υ.Π., Διοικητές Μονάδων. ΥΠΕΡΩΡΙΕΣ Καλείσθε όπως ετοιμάσετε και υποβάλετε το συντομότερο δυνατό και όχι αργότερα από την 1.8.1993, ονομαστικές καταστάσεις υπερωριών (Έντυπα ΓΛ. 44 Ι) στις οποίες να αναφέρεται το υπόλοιπο των υπερωριών το οποίο εκκρεμεί σε πίστη των μελών μέχρι και την 31.5.1993 αφού αφαιρεθούν οι ώρες που υποβλήθηκαν για πληρωμή. 2. Οι σχετικές καταστάσεις να ελεγχθούν και να βεβαιωθούν από Ανώτερο Αξιωματικό προτού υποβληθούν στο Αρχηγείο." Είναι φανρό ότι αυτή απευθύνεται προς τους Προϊσταμένους των ενδιαφερομένων. Ήταν λοιπόν δική του υποχρέωση να προβεί στις δέουσες ενέργειες σύμφωνα με το περιεχόμενο της εγκυκλίου. Κατά τα άλλα ισχύουν τα όσα αναπτύχθηκαν αναφορικά με την έννοια της "Αστυνομικής Διάταξης". Πέρα από αυτά έχει θεωρητικά και νομολογιακά διαμορφωθεί η θέση της εγκυκλίου στο πλέγμα των κανόνων του Διοικητικού Δικαίου. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου, στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Ο συγγραφέας αναφέρει σχετικά στη σελ.59: ". . . . . Για τον λόγο αυτό πράξεις της διοικήσεως, που εξαντλούν τη δεσμευτική τους ισχύ εντός του πλαισίου της διοικήσεως, όπως προπάντων η ερμηνευτική εγκύκλιος διαταγή, δεν έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, έστω και αν (όπως πολύ συχνά) είναι γενικά και αφηρημένα διατυπωμένες. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Εν τούτοις, η εγκύκλιος δεν είναι κανονιστική πράξη, γιατί παρά την πρακτική της σημασία δεν θέτει, αλλά προϋποθέτει δίκαιο. Γι΄αυτό η παράβασή της δεν είναι παράβαση δικαίου ενώπιον του δικαστηρίου και δεν μπορεί να στηρίξει ακυρότητα." Πράγματι στην παρούσα περίπτωση η εγκύκλιος των καθ΄ων η αίτηση δεν θέτει δίκαιο. Το δίκαιο υπήρχε με τον Κανονισμό 17
(2)και
(3)και ήταν επομένως ευθύνη των καθ΄ων η αίτηση να διαπιστώσουν εάν πράγματι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτήματος των αιτητών. Όπως ειπώθηκε στην Χρ. Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1920, ημερ. 20.5.98, (σελ. 5): "Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η παράλειψη διεξαγωγής δέουσας έρευνας καθιστά τη διοικητική απόφαση τρωτή ως αποτέλεσμα πλημμελούς άσκησης διακριτικής εξουσίας και κατ΄επέκταση ακυρωτέα ως ληφθείσα καθ΄υπέρβαση εξουσίας." Επομένως, η απόφαση των καθ΄ων η αίτηση καθίσταται άκυρη και οι αιτητές δικαιούνται να επιτύχουν στο πρώτο σκέλος της θεραπείας που ζητούν. Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της θεραπείας, δεν φαίνεται να στοιχειοθετείται εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας με τη μορφή την οποία της αποδίδουν οι αιτητές. Σύμφωνα με τα Πορίσματα Νομολογίας του Σ.Τ.Ε., σελ.243: "Παράλειψις οφειλομένης νομίμου ενεργείας προσβλητή επί ακυρώσει δι΄αιτήσεως προς το Συμβούλιον Επικρατείας δύναται να υπάρξη μόνον οσάκις δια σαφούς διατάξεως η Διοίκησις υποχρεούται εις συγγεκριμένην ενέργειαν προς ρύθμισιν ωρισμένης σχέσεως. Της ενεργείας μη επιβαλλομενης ρητώς υπό του νόμου και συνεπώς μη ούσης υποχρεωτικής δια την Διοίκησιν, η παράλειψις της Διοικήσεως ίνα ενεργήση, και η εκ της παραλείψεως τεκμαιρομένη άρνησις δεν συνιστούν εκτελεστάς πράξεις, άλλως τεκμαίρεται, ότι η ενέργεια ανήκει εις την διακριτικήν ευχέρειαν της διοικήσεως, εντός της σφαίρας της οποίας δεν είναι νοητή παράλειψις οφειλομένης ενεργείας." Δεν προκύπτει, συναφώς, ότι υπήρχε εκ του νόμου υποχρέωση των καθ΄ων η αίτηση να καταβάλουν χωρίς οποιαδήποτε διατύπωση προς τους αιτητές την υπερωριακή αποζημίωση. Υπήρχε εκ του νόμου το δικαίωμα των αιτητών να τη διεκδικήσουν και η συνακόλουθη υποχρέωση των καθ΄ών η αίτηση να προβούν κατόπιν της αιτήσεως, στη δέουσα έρευνα για να διαπιστώσουν κατά πόσο επληρούντο οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την καταβολή του επιδόματος. Αυτό ακριβώς δεν έπραξαν και αυτό αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου σκέλους της θεραπείας που ζητούν οι αιτητές. Ως εκ τούτου οι προσφυγές επιτυγχάνουν ως προς το πρώτο σκέλος θεραπείας και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Το δεύτερο σκέλος θεραπείας δεν γίνεται αποδεκτό. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των αιτητών. Π. Αρτέμης, &# 9;Δ. /Χ.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.