← Κύπρος

Venera Kakachia ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση αρ. 10/2001, 28 Σεπτεμβρίου, 2001

Venera Kakachia ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση αρ. 10/2001, 28 Σεπτεμβρίου, 2001 Venera Kakachia ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση αρ. 10/2001, 28 Σεπτεμβρίου, 2001 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση αρ. 10/2001 ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. ΝΙΚΗΤΑ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος Μεταξύ - Venera Kakachia από τη Γεωργία Αιτητρίας - και - Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

  1. Υπουργού Εσωτερικών
  2. Λειτουργού Μεταναστεύσεως Καθών η αίτηση ---------------------- Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2001 Για την αιτήτρια: Σ. Δράκος Για τους καθών η αίτηση: Α. Μαππουρίδης, Δικηγόρος της Δημο- κρατίας Α΄ ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια, ηλικίας 44 χρονών, είναι υπήκοος του κράτους της Γεωργίας. Στις 29/9/99 παντρεύτηκε τον Θεόδωρο Νικολάου από τη Λευκωσία, που είναι 12 χρόνια μικρότερος σε ηλικία. Ο γάμος ήταν πολιτικός και τελέστηκε στο Δημαρχείο Αγίου Δομετίου. Φαίνεται πως ο γάμος δεν είχε προοπτική. Δεν ολοκληρώθηκε με σαρκική επαφή λόγω προβλήματος του συζύγου, ούτε υπήρξε συγκατοίκηση. Αυτά προκύπτουν από το πρακτικό ημερ. 28/11/2000 του Οικογενειακού Δικαστηρίου στο οποίο προσέφυγε ο σύζυγος (αρ. αίτησης 49/2000) για διάλυση του γάμου του. Και κατάθεση του προμνησθέντος στην Αστυνομία, ημερ. 11/1/
  3. Είναι έγγραφα τα οποία επισύναψε ο δικηγόρος της αιτήτριας στις αγορεύσεις του. Στην παραπάνω κατάθεση του, ο Νικολάου παραδέχεται ουσιαστικά ότι ο γάμος του ήταν εικονικός. Είχε, όπως ομολογεί, σεξουαλικό πρόβλημα, αλλά τον παρότρυνε η αιτήτρια να συνάψουν γάμο για να μπορέσει να εξασφαλίσει μόνιμη διαμονή. Παραδέχεται μάλιστα ότι για την εκδούλευση του αυτή πήρε ποσό £2.000 από τρίτο πρόσωπο. Δεν είναι επομένως παράξενο γιατί είχε επέμβει το Τμήμα Μετανάστευσης με ενέργειες του οποίου απελάθηκε στην πατρίδα της, όπου τώρα διαμένει. Ενόσω εκκρεμούσε η διαδικασία διαζυγίου, ο δικηγόρος της αιτήτριας υπέβαλε γραπτό αίτημα για να επιτραπεί η είσοδος της τελευταίας στην Κύπρο για να παραστεί στη δίκη και να υπερασπισθεί. Η απάντηση δόθηκε γραπτώς στις 6/11/
  4. Ο Αν. Λειτουργός Μεταναστεύσεως διαβίβασε στο συνήγορο ότι "ο Υπουργός Εσωτερικών ενέκρινε όπως παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια μέχρι 30/11/2000". Κλήθηκε όμως να υποβάλει, μεταξύ άλλων, σχετική αίτηση στο έντυπο Μ58 (για την αιτούμενη άδεια) και να παράσχει εγγύηση για ποσό £
  5. Ο συνήγορος επανήλθε ζητώντας να επανεξεταστεί ο όρος για την παροχή εγγύησης γιατί, όπως ισχυρίστηκε, η αιτήτρια δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσει τέτοια εγγύηση. Το Τμήμα Μεταναστεύσεως απάντησε στις 5/12/2000 ότι δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα γιατί η πολιτική αυτή εφαρμόζεται για όλους τους αλλοδαπούς σε παρόμοιες περιπτώσεις. Και επανέλαβε ότι ήταν πρόθυμο να εγκρίνει τη θεώρηση εισόδου της αιτήτριας στη χώρα. Η εγγύηση αποσκοπούσε, όπως αναφέρει η επιστολή, στην κάλυψη τυχόν εξόδων για επαναπατρισμό της αιτήτριας. Ας σημειωθεί εδώ διευκρινιστικά ότι με βάση τον καν. 9

(2), που ρυθμίζει, τα της αδείας εισόδου αλλοδαπών, παρέχεται ρητή εξουσία για εγγυοδοσία "προς κάλυψιν των εξόδων επαναπατρισμού του κατόχου της αδείας" [(βλ. καν. 9
(1)και
(2)των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών Δ.Π. 242/72)]. Οι παραπάνω δύο επιστολές της διοίκησης ημερ. 6/11/2000 και 5/12/2000 είναι το αντικείμενο της προσφυγής. Το αίτημα θεραπείας είναι για: "Απόφαση και/ή δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις και/ή πράξεις των καθ' ών η αίτηση ημερομηνίας 6/11/2000 και 5/12/2000, είναι εξ υπαρχής άκυρες ................................" Προς ολοκλήρωση του ιστορικού σημειώνω ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το παραπάνω πρακτικό, αρνήθηκε στις 28/11/2000 αίτηση για αναβολή της ακρόασης (ήταν η τέταρτη για τον ίδιο λόγο) και προχώρησε και άκουσε τη μαρτυρία του αιτητή-συζύγου, ο οποίος έκλεισε την υπόθεση του. Τελικά, το Δικαστήριο έδωσε μακρινή αναβολή (15.1.2001), όπως ζήτησε ο συνήγορος της αιτήτριας, για να δώσει η ίδια και άλλοι μάρτυρες τη μαρτυρία τους. Δεν είναι γνωστό από τα επίσημα πρακτικά τι απέγινε. Ο δικηγόρος της αιτήτριας ανέφερε μόνο στην αγόρευση του ότι το αποτέλεσμα της μη εμφάνισης της αιτήτριας ήταν "να εκδοθεί απόφαση διαζυγίου εναντίον της με έξοδα". Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας υπέβαλε ότι στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια, κατά παράβαση του περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, δεν προσδιορίζει επακριβώς στο δικόγραφο τη θεραπεία που ζητά. Πλήττει δύο αποφάσεις, την έγκριση του αιτήματος για προσωρινή επάνοδο στη χώρα για τους σκοπούς της δίκης και τον όρο που επιβλήθηκε για εγγύηση. Αναφορικά με το περιεχόμενο της επιστολής της 5/12/2000, ο κ. Μαππουρίδης υποστηρίζει ότι είναι πληροφοριακού περιεχομένου και δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή. Ωστόσο δε συσχετίζει το ζήτημα με το εμπρόθεσμο ή μη της προσφυγής. Με μερικές γραμμές στην απαντητική του αγόρευση, ο κ. Δράκος απλώς αναφέρει ότι η προσφυγή είναι εμπρόθεσμη και ότι η θεραπεία προσδιορίζεται επακριβώς. Περαιτέρω, ότι το ζήτημα της εγγύησης τέθηκε ως όρος και ότι δεν χρειαζόταν να συμπληρωθεί το έντυπο Μ 58, εφόσον η αιτήτρια δεν είχε τα οικονομικά μέσα να ανταποκριθεί. Η προσφυγή δεν μπορεί να είναι εκπρόθεσμη έστω και αν το δεύτερο έγγραφο, ημερ. 5/12/2000, θεωρηθεί ότι είναι πληροφοριακού περιεχομένου. Το πρώτο έγγραφο της διοίκησης φέρει ημερομηνία 6/11/2000, ενώ η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 3/1/2001, δηλαδή, εντός της προθεσμίας των 75 ημερών. Βρίσκω όμως ότι είναι ασαφές το αίτημα θεραπείας. ΄Οπως συνάγεται από τη λεκτική διατύπωση του αιτητικού, η προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης στο σύνολο της. Δεν προκύπτει από την αξίωση ότι προσβάλλεται μόνο ο όρος αναφορικά με την εγγύηση, που είναι το μόνο θέμα που ανέπτυξε ο συνήγορος. Συμπροσβάλλεται όμως αναπόφευκτα και η θετική για την αιτήτρια (και αποδεκτή από αυτή) άποψη των καθών να επιτρέψουν την επιστροφή της για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η γενικότητα της αξίωσης, που εμπερικλείει την αντιφατικότητα που επισημάνθηκε, καθιστά την υπόθεση ανεπίδεκτη δικαστικής κρίσης. Ο καν. 4
(2)(β)(ii) των παραπάνω κανονισμών επιρρίπτει την ευθύνη εξειδίκευσης του αιτήματος θεραπείας στον αιτητή. Εδώ το αίτημα, που επιλεκτικά ανέπτυξε ο αιτητής, δεν ταυτίζεται με τη θεραπεία που ζητά με το δικόγραφο, αλλά βρίσκεται σε σύγκρουση με αυτό. Το στοιχείο αυτό καθιστά απορριπτέα την προσφυγή. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν υπήρξε προβληματισμός αναφορικά με τη φύση των προσβαλλόμενων πράξεων. Το Δικαστήριο ωστόσο μπορεί αυτεπάγγελτα - και πρέπει - να εξετάσει το θέμα. Κατά τη γνώμη μου το έγγραφο της 5/12/2000 είναι πράξη βεβαιωτική της προγενέστερης. Εκδόθηκε χωρίς νέα έρευνα σε νέα πραγματικά στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί ενώπιον του καθού αρ. 2, κατά την αρχική του κρίση και στερείται εκτελεστότητας. Η πράξη της 6/11/2000 έχει τη φαινομενικότητα εκτελεστής πράξης. Δε δημιούργησε έννομα αποτελέσματα που είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκτελεστότητας μιας πράξης. Στην πραγματικότητα ήταν πρόταση της διοίκησης να εγκρίνει αίτημα για θεώρηση εισόδου υπό τον όρο όμως πως θα το υπέβαλλε νομότυπα στο νενομισμένο έντυπο Μ58, πράγμα που η αιτήτρια δεν έπραξε. Ουσιαστικός παραλληλισμός με την παρούσα μπορεί να ανιχνευθεί στις περιπτώσεις: Α. Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1987)3 Α.Α.Δ. 27, Δημοκρατία ν. Χ"Παντελή
(1989)3 Α.Α.Δ. 961 και την υπόθεση αρ 328/92 Φ. Κυπριανού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 30/3/
  1. Και να προχωρούσα σε εξέταση της ουσίας θα κατέληγα στην απόρριψη της προσφυγής. Είναι πρώτα ο ισχυρισμός ότι την ελεύθερη είσοδο της αιτήτριας εξασφαλίζει το καθεστώς της ως αλλοδαπής συζύγου πολίτη της Δημοκρατίας, που διαμένει μαζί του. Ο όρος "ημεδαπός Κύπριος" τυγχάνει ορισμού από τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρ. 2 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 2/
  2. Μία από τις προϋποθέσεις που θέτει είναι η συνοίκηση των συζύγων "για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο του ενός έτους". Δεν αποδείχθηκε ο όρος αυτός. Αντίθετα, από τα υφιστάμενα στοιχεία, που η ίδια η αιτήτρια προσκόμισε, φαίνεται να μην είχε συμβιώσει ποτέ με το πρόσωπο που παντρεύτηκε. Είναι μετά η επίκληση των άρθρ. 15 και 22 του Συντάγματος και του άρθρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν εξηγήθηκε πώς μπορεί να συνδεθούν με τα περιστατικά της υπόθεσης. Πρόκειται για απλή επίκληση. Είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης ο ισχυρισμός για παραβίαση τους, που προβλήθηκε χωρίς καμιά εξειδίκευση. Τέλος, ο λόγος ακύρωσης ότι με τη συμπεριφορά της η διοίκηση στέρησε την αιτήτρια του δικαιώματος της σε δίκαιη δίκη είναι ανυπόστατος. Παρανοήθηκε η απόφαση μου στην υπόθεση αρ. 202/90 Mohamed Ali Abou Rached v. Δημοκρατίας ημερ. 16/9/92, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος. Το υπόβαθρο της ήταν άλλο. Η διοίκηση είχε, αντίθετα με την κρινόμενη περίπτωση, ολότελα αρνητική στάση απέναντι στο αίτημα επανόδου για τους σκοπούς της δίκης. Εδώ ζητήθηκε η εγγύηση. Αυτό όμως έγινε στα πλαίσια άσκησης διακριτικής εξουσίας που παρέχει ο κανονισμός στον οποίο αναφέρθηκα. Αν δε ληφθεί υπόψη η μετέπειτα στάση της αιτήτριας η θέση τέτοιου όρου ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Τίποτε δεν υπαγορεύει την ανάληψη της ευθύνης των εξόδων επιστροφής στο κυπριακό κράτος. Η προσφυγή απορρίπτεται. Με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Σ. Νικήτας, Δ. /Κασ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.