← Κύπρος

Aγγελικής Ζαννέττη-Ζαφείρη κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Υπόθεση αρ. 553/2000, 8 Φεβρουαρίου, 2002

Aγγελικής Ζαννέττη-Ζαφείρη κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Υπόθεση αρ. 553/2000, 8 Φεβρουαρίου, 2002 Aγγελικής Ζαννέττη-Ζαφείρη κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Υπόθεση αρ. 553/2000, 8 Φεβρουαρίου, 2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση αρ. 553/2000 ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΚΡΟΝΙΔΗ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Μεταξύ:

  1. Αγγελικής Ζαννέττη-Ζαφείρη
  2. Αντρέινας Σωτηρίου-Ανδρέου
  3. Μαρίας Λεοντίου-Γεωργίου
  4. Αναστασίας Κοιλιάρη
  5. Δοξούλας Οικονομίδου
  6. Χριστίνας Ρουμπά Αιτητριών - και - Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου Καθ'ης η αίτηση - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Φεβρουαρίου,
  7. Για τις αιτήτριες: Α. Σ. Αγγελίδης. Για την καθ΄ης η αίτηση: Θ. Ευαγγέλου (κα). Για το ενδιαφερόμενο μέρος 2: Κλ. Χ"Πίττας. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτήτριες στην παρούσα προσφυγή ζητούν την πιο κάτω θεραπεία:- "Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της καθ΄ης η αίτηση να αποκλείσει τις αιτήτριες ως δήθεν μη προσοντούχες για διεκδίκηση της θέσης Λειτουργού Β΄ Τάξης και η κατ΄ επέκταση επιλογή στη θέση των
  8. Μάριου Λουκά και
  9. Χριστίνας Νικολαΐδου είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος." Στα τέλη του 1999, η καθ΄ης η αίτηση δημοσίευσε στον ημερήσιο τύπο θέσεις Λειτουργού Β΄ Τάξης/Οικονομολόγου και Λειτουργού Β΄ Τάξης/Οικονομολόγου με εξειδικευμένες γνώσεις Οικονομικής Στατιστικής. Κατόπιν τούτου η Επιτροπή Προσωπικού (η οποία συστήνεται με βάση το εδάφιο 3 του άρθρου 15 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου του 1963, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Νόμου 10 του 1979) σε συνεδρίαση της, που πραγματοποιήθηκε στις 16.9.1999, ενεργώντας με βάση την παράγραφο 1.6 του Παραρτήματος σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 των περί Υπαλλήλων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας), καθόρισε ότι τα προσόντα, όπως τα παραθέτω πιο κάτω, είναι ισότιμα με αυτά που προνοούνται στα Σχέδια Υπηρεσίας για την πλήρωση των πιο πάνω θέσεων: "Λειτουργός Β΄ Τάξης/Οικονομολόγος με Εξειδικευμένες Γνώσεις Οικονομικής Στατιστικής (α) Πανεπιστημιακός τίτλος στα Οικονομικά (με εξειδίκευση στην Οικονομική Στατιστική) ή στην Οικονομετρία. (β) Πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και Αγγλικής γλώσσας. Μεταπτυχιακός τίτλος στα Οικονομικά ή στην Οικονομετρία ή στην Οικονομική Στατιστική θα θεωρηθεί πλεονέκτημα. Λειτουργός Β΄ Τάξης/Οικονομολόγος (α) Πανεπιστημιακός τίτλος στα Οικονομικά με εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής θεωρίας ή άλλο συναφές θέμα με εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής θεωρίας. (β) Πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και Αγγλικής γλώσσας. Μεταπτυχιακός τίτλος στα Οικονομικά θα θεωρηθεί πλεονέκτημα." Οι πιο πάνω θέσεις Λειτουργού Β΄ Τάξης, για σκοπούς πλήρωσης τους, θεωρήθηκαν από το Διοικητή της καθ΄ ης η αίτηση, εφαρμόζοντας τον Κανονισμό 8 των περί Υπαλλήλων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) και κατόπιν υιοθέτησης γνωμοδότησης της Επιτροπής Προσωπικού, ως θέση πρώτου διορισμού διότι αυτό απαιτούσε τόσο η διάρθρωση της Υπηρεσίας όσο και το συμφέρον της Τράπεζας. Κατόπιν συστάθηκε, με έγκριση του Διοικητή, Επιτροπή, αποτελούμενη από εκπρόσωπο της Υπηρεσίας Προσωπικού και Διοικητικών Θεμάτων και εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Οικονομικών Ερευνών και Διοικητικών Υπηρεσιών, με σκοπό την αξιολόγηση των αιτήσεων, περιλαμβανομένων και αυτών των αιτητριών, που είχαν υποβληθεί για τη θέση Λειτουργού Β΄ Τάξης/Οικονομολόγου. Στη συνέχεια η εν λόγω Επιτροπή, για να διαπιστώσει το κατά πόσο τα προσόντα των υποψηφίων ήταν ισάξια με αυτά που είχαν καθοριστεί ως απαιτούμενα για τη θέση Λειτουργού Β΄ Τάξης/Οικονομολόγου όπως τα καθόρισε η Επιτροπή Προσωπικού με απόφαση της σε συνεδρίαση της στις 16.9.1999, αποφάσισε να παραπέμψει το θέμα σ΄ αυτή. Η Επιτροπή Προσωπικού με την σειρά της προχώρησε να εξετάσει το πιο πάνω ζήτημα. Αφού, όπως ανέφερε, έλαβε υπόψιν τις πρόνοιες των σχετικών νόμων, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο εξέτασης των αιτήσεων των αιτητριών, καθώς και σχετική γνωμοδότηση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, αποφάσισε ότι τα προσόντα τους δεν μπορούσαν στο συγκεκριμένο στάδιο να θεωρηθούν αναγνωρισμένα, δεδομένου ότι η φοίτηση για απόκτηση τους έγινε εξ΄ ολοκλήρου στην Κύπρο και καθόλου στο εξωτερικό. Η Επιτροπή ακολούθως με επιστολή της, ημερομηνίας 18.11.1999, ενημέρωσε τις αιτήτριες ότι δεν μπορούσαν να περιληφθούν στον κατάλογο των υποψηφίων Λειτουργού Β΄ Τάξης/Οικονομολόγου. Στη συνέχεια η Επιτροπή Προσωπικού, αφού προηγήθηκε προφορική συνέντευξη των υποψηφίων, μόνο αυτών που είχαν συγκεντρώσει βαθμολογία άνω του 50% σε γραπτή εξέταση, για τις επίδικες θέσεις, στις 17.1.2000 γνωμοδότησε ομόφωνα για πρόσληψη τον Λουκά Μάριο για τη θέση Λειτουργού Β΄ Τάξης/Οικονομολόγου ο οποίος ήταν υποψήφιος μόνο γι΄ αυτήν τη θέση και την Νικολαΐδου Χριστίνα γι΄ αυτήν του Λειτουργού Β΄ Τάξης/Οικονομολόγου με Εξειδικευμένες Γνώσεις Οικονομικής Στατιστικής, που και αυτή με τη σειρά της ήταν υποψήφια για τη θέση που της είχε προσφερθεί. Η πιο πάνω γνωμοδότηση έγινε αποδεκτή και από τον Διοικητή της καθ΄ης η αίτηση, που με απόφαση του με ημερομηνία 18.1.2000 προέβη στην πρόσληψη τους. Οι αιτήτριες προβάλλουν ουσιαστικά δύο λόγους ακύρωσης. Πρώτο ότι υπήρξε εκ μέρους της Επιτροπής Προσωπικού αναρμόδιος και παράνομος επέμβαση στα σχέδια υπηρεσίας με τον καθορισμό άλλων από τα απαιτούμενα προσόντα χωρίς την έγκριση του Υπουργού και δεύτερο ότι η αξιολόγηση των προσόντων των αιτητριών έγινε από αναρμόδιο όργανο, αφού ήταν σε ισχύ νόμος που όριζε το ΚΥΣΑΤΣ ως το μόνο αρμόδιο όργανο αξιολόγησης των προσόντων. Η καθ΄ης η αίτηση αφού αντικρούει τους πιο πάνω λόγους ακύρωσης ως ανεδαφικούς προβάλλει προδικαστική ένσταση ότι οι αιτήτριες στερούνται εννόμου συμφέροντος αφού δεν ήσαν προσοντούχες για την προκηρυχθείσα θέση. Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση, κατά τη νομολογία, όταν αμφισβητείται η νομιμότητα του σχεδίου υπηρεσίας ή τα προσόντα του υποψηφίου αυτός διατηρεί το έννομο συμφέρον του για τη προσβολή της επίδικης πράξης. Εάν δε τελικά οι αιτιάσεις κατά του σχεδίου υπηρεσίας και/ή η απόφαση του αρμοδίου οργάνου για τον αποκλεισμό του υποψηφίου ήταν ορθή και νόμιμη, τότε ο αιτητής στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος για προώθηση περαιτέρω της προσφυγής του. (Βλέπε: Meletis v. C.P.O. & Another

(1987)3 CLR 1984). Οι αιτήτριες ισχυρίζονται ότι το σχέδιο υπηρεσίας είναι παράνομο γιατί δεν υπήρξε η απαιτούμενη από τον Κανονισμό 6
(2)έγκριση του Υπουργού και ότι τα προσόντα που καθορίζονται δεν προβλέπονται από τους Κανονισμούς. Ο Κανονισμός 6
(2)καθορίζει τα εξής:- "Τα δι΄ εκάστην θέσιν Σχέδια Υπηρεσίας και συναφείς όροι καταρτίζονται υπό του Συμβουλίου, τη εγκρίσει του Υπουργού." Ο Κανονισμός 7
(1)αναφέρει:- "Το Συμβούλιο έχει ήδη δημιουργήσει τας εις το Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών αναφερομένας θέσεις, οι δε εκδοθέντες, τη εγκρίσει του Υπουργού, Όροι και Σχέδια Υπηρεσίας αυτών είναι οι καθοριζόμενοι εις το εν λόγω Παράρτημα." Από τον Κανονισμό 7
(1)συνάγεται ότι η έγκριση του Υπουργού δόθηκε και οι εκδοθέντες Κανονισμοί περιλαμβάνονται στο Παράρτημα "Όροι και Σχέδια Υπηρεσίας". Η Επιτροπή του άρθρου 15
(3)του Νόμου καθορίζει με βάση την παράγραφο 1.6 των Κανονισμών (Παράρτημα σύμφωνα με τον Κανονισμό 7) ποιά μπορεί να είναι κατάλληλα ή ισάξια θέματα, πράγμα που έκανε με την προκήρυξη της επίδικης θέσης. Η προκήρυξη αυτή δεν αποτελεί ούτε νέο ούτε τροποποιημένο σχέδιο υπηρεσίας ώστε να απαιτείται η έγκριση του Υπουργού. Οι αιτήτριες ισχυρίζονται ότι τα προσόντα που καθορίστηκαν από την Επιτροπή δεν προβλέπονται από τους Κανονισμούς. Η παράγραφος 4.8 του Παραρτήματος (όπως τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 2/92) καθορίζει τα ακαδημαϊκά προσόντα της θέσης. Η υποπαράγραφος (α) καθορίζει "πανεπιστημιακό πτυχίο ή τίτλο εις κατάλληλο θέμα". Ποιά μπορεί να είναι κατάλληλα θέματα καθορίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με την παράγραφο 1.6 του Παραρτήματος. Στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή καθόρισε τα προσόντα που απαιτούνται για την επίδικη θέση και δεν αφίστανται από τους Κανονισμούς. Κινείται μέσα στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης που παρέχεται από την παράγραφο 1.6 του Παραρτήματος. Κριτής του ποιά προσόντα θεωρούνται ισάξια ή κατάλληλα ήταν η Επιτροπή και δεν διαπιστώνεται υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής της εξουσίας ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου. (Βλέπε: Άντρη Αδάμου Νικολάου ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, Προσφυγή αρ. 49/98, ημερ. 19.5.2000). Περαιτέρω οι αιτήτριες ισχυρίζονται ότι η αξιολόγηση των προσόντων τους έγινε από αναρμόδιο όργανο (την Επιτροπή) ενώ μόνο αρμόδιο όργανο ήταν το ΚΥΣΑΤΣ που ιδρύθηκε από το Νόμο 67
(1)/96. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση των αιτητριών. Πρώτο διότι το ΚΥΣΑΤΣ κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν λειτουργούσε (τέθηκε σε λειτουργία τον Ιανουάριο του 2000) και δεύτερο διότι κάθε αίτημα προς το ΚΥΣΑΤΣ, για αναγνώριση τίτλου, πρέπει να υποβάλλεται ξεχωριστά από τον ενδιαφερόμενο και να συνοδεύεται από τα κατάλληλα έγγραφα. Η Επιτροπή, για να αποφασίσει κατά πόσο τα προσόντα των αιτητριών μπορεί να θεωρηθούν ισάξια με τα προσόντα της θέσης έλαβε υπόψη τους Νόμους 67
(1)/96 και 41
(1)/93. Ο μεν πρώτος προνοεί ότι καμιά ιδιωτική σχολή δεν μπορεί να απονέμει η ίδια τίτλους ξένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή να παρέχει σε ξένα εκπαιδευτικά ιδρύματα τη δυνατότητα να απονέμουν αυτά τους δικούς τους τίτλους στη Δημοκρατία. Και ο δεύτερος ότι οποιοδήποτε δίπλωμα το οποίο αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές της χώρας που εκδίδεται, θεωρείται αναγνωρισμένο και στην Κύπρο, ανεξάρτητα αν μέρος της φοίτησης έγινε στην Κύπρο σε εγγεγραμμένη ιδιωτική σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και μέρος στο εξωτερικό. Η κατάληξη της Επιτροπής ότι τα προσόντα των αιτητριών δεν συνάδουν με το σχέδιο υπηρεσίας ούτε είναι αναγνωρισμένα γιατί η φοίτηση για απόκτηση τους έγινε εξ ολοκλήρου στην Κύπρο και καθόλου στο εξωτερικό ήταν ορθή και εύλογη υπό τις περιστάσεις και εντός των ορίων της διακριτικής της εξουσίας. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής και έχοντας υπόψη τη νομολογία (Βλέπε: Meletis (πιο πάνω)) αποφαίνομαι ότι οι αιτήτριες στερούνται εννόμου συμφέροντος να προωθούν περαιτέρω την προσφυγή τους. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται. (Υπ.) Μ. Κρονίδης, Δ. /Επσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.