Λούκα Λάζου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Αμυνας, ΥΠΟΘΕΣ Η ΑΡ. 353/2001, 23 Μαϊου, 2002 Λούκα Λάζου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Αμυνας, ΥΠΟΘΕΣ Η ΑΡ. 353/2001, 23 Μαϊου, 2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣ Η ΑΡ. 353/2001 ΕΝΩΠΙΟΝ: ΚΡΑΜΒΗ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Μεταξύ: Λούκα Λάζου, από την Αυγόρου, Αιτητή , - και - Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Αμυνας, Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - 23 Μαϊου, 2002. Για τον αιτητή: κ. Σ. Οικονομίδης. Για τους καθ΄ων η αίτηση: κ. Α. Χριστοφόρου. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής είναι μόνιμος Αξιωματικός του Στρατού της Δημοκρατίας. Ανήκει στον κλάδο της Αεροπορίας, φέρει βαθμό Ανθυποσμηναγού και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά. Ο αιτητής ενώ υπηρετούσε στη μονάδα του που βρισκόταν σε αποστολή στην Κρήτη με απόφαση του διοικητή του ημερ. 23.6.00 κλήθηκε σε γραπτή διοικητική απολογία γιατί: «στις 23 Ιουν. 2000 καθυστερήσατε αδικαιολόγητα να προσέλθετε στην εργασία σας κατά πενήντα πέντε
(55)λεπτά της ώρας παράπτωμα στο οποίο έχετε υποπέσει και στο παρελθόν.» Ο αιτητής ετοίμασε τη διοικητική απολογία που του ζητήθηκε και στις 26.6.2000 την υπέβαλε στο διοικητή του. Η δικαιολογία που πρόβαλε ήταν ότι η καθυστέρηση του να προσέλθει στην εργασία του οφειλόταν σε μηχανική βλάβη που παρουσιάστηκε στο όχημά του ενώ βρισκόταν καθ΄ οδόν προς τη μονάδα του για ανάληψη εργασίας. Ο διοικητής του αιτητή με απόφασή του ημερ. 5.7.2000, έκρινε τον αιτητή ένοχο του πειθαρχικού παραπτώματος για το οποίο τον είχε καλέσει σε διοικητική απολογία και τον τιμώρησε πειθαρχικά με 4ήμερη κράτηση. Με βάση τις διατάξεις του καν. 12 των Πειθαρχικών Κανονισμών της Εθνικής Φρουράς είναι δυνατή η αμφισβήτηση πειθαρχικών ποινών με την υποβολή αναφοράς παραπόνου. Ο στρατιωτικός που έχει τιμωρηθεί διατηρεί τη δυνατότητα, με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού, να εκθέσει τις απόψεις του για τα αποδιδόμενα σ΄ αυτόν πειθαρχικά αδικήματα. Σε τέτοια περίπτωση, τα πράγματα οδηγούνται στην κατά νόμο και κατ΄ ουσία επανεξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης. Ο αιτητής, επειδή θεώρησε ότι αδικήθηκε από την απόφαση του διοικητή του να τον κρίνει ένοχο ως πιο πάνω αναφέρεται, υπέβαλε δυνάμει του Καν. 12
(1)αναφορά παραπόνου. Στην εν λόγω αναφορά, επανέλαβε τον αρχικό ισχυρισμό του και συνάμα παράπονο ότι δεν έγινε έρευνα προς διαπίστωση της αλήθειας και του βάσιμου του ισχυρισμού του. Το παράπονο του αιτητή κρίθηκε και πάλι αβάσιμο. Ακολούθησαν νέες αναφορές παραπόνων τις οποίες υπέβαλε ο αιτητής κατά τα προβλεπόμενα στον Καν. 12 των Πειθαρχικών Κανονισμών της Εθνικής Φρουράς. Η τελευταία αναφορά παραπόνου εξετάστηκε από τον Υπουργό Αμυνας. Ολα τα παράπονα που υπέβαλε ο αιτητής απορρίφθηκαν διαδοχικά. Η προσφυγή στρέφεται εναντίον της απόφασης του Υπουργού Αμυνας ημερ. 22.1.01 σύμφωνα με την οποία κρίθηκε αβάσιμο το παράπονο του αιτητή για την πειθαρχική ποινή που του επιβλήθηκε. Η προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθεται: «Αφού έλαβα υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου που αφορούν σε αναφορά του Ανθσγού (ΤΑΤ) Λάζου Λουκά του Παναγιώτη (ΑΜ: 4781) με την οποία παραπονείται για δύο
(2)πειθαρχικές ποινές 4ήμερης κράτησης που επιβλήθηκαν σ΄ αυτόν από το Διοικητή της 60 ΜΕΑ την 5.7.2000, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχουν οι διατάξεις του Κανονισμού 12 των Πειθαρχικών Κανονισμών της Εθνικής Φρουράς του 1964 έως 1979, κ ρ ί ν ω το παραπάνω παράπονο ως αβάσιμο επειδή οι ποινές στις οποίες αφορά έχουν επιβληθεί από αρμόδιο Αξιωματικό για πράξεις ή παραλείψεις πράξεων στις οποίες προέβη ο παραπονούμενος κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας.» Με την τελευταία απόφαση του Υπουργού συμπροσβάλλεται κάθε προγενέστερη η οποία θεωρείται ότι είναι ενσωματωμένη στην τελευταία/προσβαλλόμενη. Βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Γεώργιου Κυριάκου, ΑΕ 1907, ημερ. 5.3.98. Υπόκειται λοιπόν σε αναθεώρηση η αρχική απόφάση του διοικητή του αιτητή με την οποία ο τελευταίος κρίθηκε ένοχος του πειθαρχικού παραπτώματος. Οι κύριοι λόγοι ακύρωσης είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς να διεξαχθεί δέουσα έρευνα και ότι δεν περιέχει νόμιμη και επαρκή αιτιολογία. Τα επιχειρήματα που πρόβαλε ο αιτητής προς υποστήριξη των πιο πάνω λόγων ακύρωσης συνοπτικά είναι: (α) Ο αιτητής δεν υπέβαλε παράπονο ότι ο διοικητής της 60 ΜΕΑ που τον τιμώρησε ήταν αναρμόδιος να τον τιμωρήσει. (β) Οι ισχυρισμοί του αναφορικά με το λόγο της καθυστέρησης του δεν έχουν διερευνηθεί. (γ) Η αιτιολογία που έδωσε ο Υπουργός Αμυνας δεν είναι νόμιμη εφόσον μεταξύ αυτής και της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υφίσταται η απαιτούμενη ειδική αντιστοιχία. (δ) Για να υπήρχε η απαιτούμενη ειδική αντιστοιχία μεταξύ της αιτιολογίας και του περιεχομένου της ελεγχόμενης απόφασης, θα έπρεπε η αιτιολογία να αφορούσε το πώς και το γιατί το παράπονο του αιτητή ότι δηλαδή οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που πρόβαλε στη διοικητική απολογία του δεν διερευνήθηκαν, ήταν αβάσιμο. Το ότι ο διοικητής ήταν αρμόδιος να τιμωρήσει πειθαρχικά τον αιτητή δεν έχει σχέση με το παράπονο του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να ήταν ειδικά αιτιολογημένη και στο κείμενό της έπρεπε να αναφέρονταν τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία στηρίχθηκε ο Υπουργός Αμυνας για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το παράπονο που υπέβαλε ο αιτητής εναντίον της πειθαρχικής καταδίκης του ήταν αβάσιμο. Η αναφορά του καθ΄ ου η αίτηση Υπουργού Αμυνας στην επίδικη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου που αφορούν την αναφορά παραπόνου του αιτητή και το ότι άσκησε τις εξουσίες που του παρέχουν οι σχετικές πρόνοιες των Πειθαρχικών Κανονισμών δεν συνιστούν αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ώστε να καθίσταται δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Στη Δημοκρατία ν. Χ. Γεωργίου, ΑΕ 1887, ημερ. 9.12.94 αναφέρθηκαν τα εξής: «Απλή αναφορά που καταλήγει σε κοινοτυπία δεν αποτελεί αιτιολογία ενώ η απλή απαρίθμηση των κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη δεν παρέχει καμιά πληροφορία για τα δεδομένα που οδήγησαν στη διαμόρφωση της απόφασης και δεν επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο.» Κατόπιν εξέτασης όλων των στοιχείων που έχω ενώπιόν μου, περιλαμβανομένου και του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω πως δεν έγινε ποτέ οποιαδήποτε έρευνα για να διαπιστωθεί το βάσιμο ή μη της δικαιολογίας που πρόβαλε ο αιτητής για την καθυστέρηση του να παρουσιαστεί για εργασία στη μονάδα του. Από το περιεχόμενο του φακέλου ελλείπουν επίσης τα στοιχεία που θα μπορούσαν ευθέως και αμέσως να συμπληρώσουν την ελλείπουσα από την απόφαση αιτιολογία. Η κοινοτυπία του λόγου της επίδικης απόφασης θα μπορούσε να εφαρμοστεί και να ισχύει σε κάθε περίπτωση. Σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο Υπουργός Αμυνας είχε λανθασμένη αντίληψη των πραγμάτων. Εκείνο που έπρεπε να ερευνηθεί ήταν κατά πόσο το παράπονο του αιτητή ήταν βάσιμο ή αβάσιμο . Αντί τούτου, η «έρευνα» είχε ως αντικείμενο την αρμοδιότητα του αξιωματικού που επέβαλε την πειθαρχική ποινή, θέμα που ποτέ δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή. Αναφέρεται συναφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση: «.......... επειδή οι ποινές στις οποίες αφορά έχουν επιβληθεί από αρμόδιο Αξιωματικό για πράξεις ή παραλείψεις στις οποίες προέβη ο παραπονούμενος κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας.» Ο αιτητής, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του Καν. 12 των Πειθαρχικών Κανονισμών της Εθνικής Φρουράς, υπέβαλε δεόντως παράπονο εναντίον της πειθαρχικής απόφασης και ποινής. Πρόβαλε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έχουν διερευνηθεί. Η διερεύνηση των ισχυρισμών του αιτητή θα οδηγούσε ενδεχομένως στην αναθεώρηση / ανάκληση της διοικητικής πράξης. Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ πως, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης αφού δεν φαίνεται να απασχόλησαν οι ισχυρισμοί που είχε προβάλει ο αιτητής προς υποστήριξη του βάσιμου του παραπόνου του. Η προσφυγή επιτυγχάνει. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. Τα έξοδα σε βάρος της Δημοκρατίας. FONTA. Κραμβής, Δ. ΣΦ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο