Μαρίας Α. Τσιντά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 716/2001., 22 Μαϊου, 2002 Μαρίας Α. Τσιντά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 716/2001., 22 Μαϊου, 2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 716/
- ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΚΑΛΛΗ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Μεταξύ: Μαρίας Α. Τσιντά, Αιτήτριας και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Καθ' ων η αίτηση. _________________ 22 Μαϊου,
- Για την αιτήτρια: Α.Σ. Αγγελίδης. Για τους καθ' ων η αίτηση: Ε. Αντωνίου (κα.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γ-Ε. _________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια ζητά την πιο κάτω θεραπεία: «Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της καθ' ης η αίτηση που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 12.7.2001 την οποία παρέλαβε η αιτήτρια στις 16.7.2001 και με την οποία διατάχθηκε παρά την παραίτηση που υπέβαλε προ καιρού (α) η παράταση διαθεσιμότητας της αιτήτριας για ακόμη τρεις μήνες δηλαδή μέχρι τις 18.10.2001 και (β) περικοπή των απολαβών της κατά ½ είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε νομίμου αποτελέσματος.» Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία περιβάλλουν την προσφυγή. Η αιτήτρια είναι Λέκτορας Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Το Οκτώβριο του 2000 άρχισε αστυνομική έρευνα εναντίον της σε σχέση με καταγγελία ότι «δεν έχει τα διπλώματα που έχει δηλώσει ότι κατέχει δηλ. Πανεπιστημιακό Δίπλωμα του University College London με τίτλο Bachelor of Science in Computer Science και Μεταπτυχιακό Δίπλωμα του ιδίου Πανεπιστημίου με τίτλο Master in Science in Computer Science, και ότι τα φωτοαντίγραφα τους που κατέθεσε στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (η Ε.Δ.Υ.) είναι πλαστά». Με επιστολή της ημερ. 18.10.2000 η Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (η Αρμόδια Αρχή) πληροφόρησε την Ε.Δ.Υ. για τη διεξαγωγή της έρευνας. Ταυτόχρονα ζήτησε όπως η αιτήτρια τεθεί σε διαθεσιμότητα. 'Εθεσε το θέμα ως εξής: «
- Λόγω της σοβαρότητας των εξεταζομένων παραπτωμάτων πιστεύουμε ότι ενδείκνυται να τεθεί σε διαθεσιμότητα η κα. Μ. Τσιντά κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, γιατί η συνέχιση της εκτέλεσης των καθηκόντων της είναι δυνατό να επηρεάσει την ομαλή διεξαγωγή της έρευνας. Εξάλλου η κατοχή Πανεπιστημιακού Διπλώματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για άσκηση των καθηκόντων της.
- Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που τεθεί σε διαθεσιμότητα η πιο πάνω υπάλληλος, δεν θα επηρεαστεί αρνητικά η ομαλή λειτουργία του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου, όπου υπηρετεί.
- Δεν μπορούμε να προβούμε σε εκτίμηση του αριθμού των μαρτυρικών καταθέσεων που αναμένεται να ληφθούν από την αστυνομία και του χρόνου ολοκλήρωσης της έρευνας.» Με την πιο πάνω επιστολή της η Αρμόδια Αρχή επισύναψε και επιστολή του Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λευκωσίας ημερ. 17.10.2000 σύμφωνα με την οποία «από εξετάσεις που έγιναν από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διαπιστώθηκε ότι στην αιτήτρια ουδέποτε απονεμήθηκε οποιοσδήποτε τίτλος σπουδών από το Πανεπιστήμιο University of London». Η Ε.Δ.Υ. εξέτασε την εισήγηση της Αρμόδιας Αρχής για διαθεσιμότητα της αιτήτριας στη συνεδρία της ημερ. 18.10.
- Στο σχετικό πρακτικό της συνεδρίας της κατέγραψε την πιο πάνω εισήγηση της Αρμόδιας Αρχής και την αναφορά της ότι «η κατοχή πανεπιστημιακού διπλώματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση των καθηκόντων» της αιτήτριας. Έκρινε ότι το δημόσιο συμφέρον απαιτεί να τεθεί η αιτήτρια σε διαθεσιμότητα. Αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 85
(1)των περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2000, να τεθεί σε διαθεσιμότητα από τις 19.10.2000 μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας. Σημείωσε ότι η διάρκεια της διαθεσιμότητας της υπαλλήλου δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, μπορεί όμως να παραταθεί, αν συντρέχει σοβαρός λόγος, για άλλους τρεις μήνες. Αποφάσισε περαιτέρω όπως επιτραπεί στην αιτήτρια να λαμβάνει το ½ των απολαβών της θέσης της κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας της. Η Ε.Δ.Υ., μετά από προτάσεις της αρμόδιας αρχής, σε συνεδρία της με ημερομηνία 18.1.2001 απεφάσισε την παράταση της διαθεσιμότητας της αιτήτριας για άλλους τρεις μήνες, ήτοι μέχρι 18.4.2001, και σε νέα συνεδρία της με ημερομηνία 11.4.2001 απεφάσισε την περαιτέρω παράταση της διαθεσιμότητας της για άλλους τρεις μήνες, ήτοι μέχρι 18.7.2001. Με επιστολή της ημερ. 5.7.2001 η Αρμόδια Αρχή πληροφόρησε την Ε.Δ.Υ. ότι οι λόγοι για τους οποίους είχε ζητηθεί όπως τεθεί σε διαθεσιμότητα η αιτήτρια εξακολουθούν να ισχύουν «και ως εκ τούτου ενδείκνυεται η συνέχιση της διαθεσιμότητας της και πέραν της 18.7.2001». Ταυτόχρονα την πληροφόρησε ότι η διερευνόμενη ποινική υπόθεση εναντίον της αιτήτριας «από την Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας ολοκληρώνεται εντός των προσεχών ημερών και θα σταλεί η σχετική έκθεση στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Στη συνεδρία της με ημερομηνία 6.7.2001 η Ε.Δ.Υ. έλαβε γνώση της πιο πάνω επιστολής της Αρμόδιας Αρχής. Αποφάσισε να ενημερωθεί η αιτήτρια ότι θα εξετάσει θέμα παράτασης της διαθεσιμότητας της και ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 22
(3)των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Γενικών) Κανονισμών του 1990 έως 2000, δικαιούται να υποβάλει παραστάσεις ως προς την αναγκαιότητα συνέχισης της διαθεσιμότητας της, μέχρι τις 12.7.2001 και ώρα 8 π.μ.. Ο Δικηγόρος Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, με επιστολή του με ημερομηνία 11.7.2001 υπέβαλε παραστάσεις εκ μέρους της αιτήτριας. Υποστήριξε ότι δεν εξυπηρετείτο κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος για παράταση της διαθεσιμότητας της αιτήτριας. Υποστήριξε, επίσης, ότι η παράταση της διαθεσιμότητας εμφανίζει στοιχεία τιμωρίας χωρίς να εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον και ότι αποτελεί δείγμα κατάχρησης εξουσίας. Τέλος υποστήριξε ότι η όλη ενέργεια «ήταν αντιφατική για αλλότριο σκοπό από πλευράς Αρμόδιας Αρχής και ήδη τιμωρητική από πλευράς Ε.Δ.Υ. συγκρούεται δε με τη χρηστή διοίκηση και με τη νομολογία». Η Ε.Δ.Υ. εξέτασε την πιο πάνω εισήγηση της Αρμόδιας Αρχής στη συνεδρία της ημερ. 12.7.
- 'Ελαβε υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία, καθώς και τις πιο πάνω παραστάσεις του δικηγόρου της αιτήτριας. 'Εκρινε ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους η εν λόγω υπάλληλος είχε αρχικά τεθεί σε διαθεσιμότητα. 'Υστερα από τα πιο πάνω, η Ε.Δ.Υ., με βάση τη σχετική νομοθεσία, έκρινε ότι συντρέχει σοβαρός λόγος για την παράταση της διαθεσιμότητας της αιτήτριας, σύμφωνα με την εισήγηση της αρμόδιας αρχής, για ακόμη τρεις μήνες, δηλαδή μέχρι 18.10.
- Η Ε.Δ.Υ., περαιτέρω, αποφάσισε όπως επιτραπεί στην αιτήτρια να λαμβάνει το ήμισυ των απολαβών της κατά τη διάρκεια της περιόδου της διαθεσιμότητας της. Οι λόγοι ακύρωσης. Ο κ. Αγγελίδης, εκ μέρους της αιτήτριας, υπέβαλε ότι η έρευνα είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και γι' αυτό δεν ίσχυαν οι λόγοι της αρχικής διαθεσιμότητας και δεν ενδείκνυτο η παράταση της. Το θέμα της διαθεσιμότητας διέπεται από το άρθρο 85
(1)των περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2000, σύμφωνα με το οποίο αν διαταχθεί έρευνα πειθαρχικού παραπτώματος εναντίον κάποιου υπαλλήλου ή με την έναρξη αστυνομικής έρευνας η Ε.Δ.Υ. μπορεί, αν το δημόσιο συμφέρον το απαιτεί, να θέσει σε διαθεσιμότητα τον υπάλληλο κατά τη διάρκεια της έρευνας. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του ίδιου άρθρου η διάρκεια της διαθεσιμότητας στην οποία τίθεται ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, μπορεί όμως να παραταθεί, αν συντρέχει σοβαρός λόγος, για άλλους τρεις μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε ενώπιον της η Ε.Δ.Υ. (βλ. την πιο πάνω επιστολή της Αρμόδιας Αρχής ημερ. 5.7.2001) η ποινική διερεύνηση της υπόθεσης επρόκειτο να ολοκληρωθεί «εντός των προσεχών ημερών» και «θα σταλεί η σχετική έκθεση στο Γενικό Εισαγγελέα». Η κα. Αντωνίου, εκ μέρους της Ε.Δ.Υ., υπέβαλε ότι η έρευνα δεν είχε περατωθεί. Παρέμεινε «να ολοκληρωθεί καθώς επίσης και το πόρισμα του Γενικού Εισαγγελέα». Η εισήγηση της κας Αντωνίου βρίσκει έρεισμα στο υλικό το οποίο είχε τεθεί ενώπιον της Ε.Δ.Υ.. Από το υλικό εκείνο πράγματι προκύπτει ότι η αστυνομική έρευνα δεν είχε ολοκληρωθεί και ότι θα έπρεπε να εξετασθεί η υπόθεση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και να εκδοθεί σχετικό πόρισμα. Θεωρώ επομένως ότι η κρίση της Ε.Δ.Υ. ότι «εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους η εν λόγω υπάλληλος είχε αρχικά τεθεί σε διαθεσιμότητα» δικαιολογείται από τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον της. 'Επεται πως η εισήγηση του κ. Αγγελίδη ότι δεν ίσχυαν οι λόγοι της αρχικής διαθεσιμότητας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ο κ. Αγγελίδης υπέβαλε, επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Η Ε.Δ.Υ. - συνέχισε ο κ. Αγγελίδης - «ουδεμία έρευνα έκανε» και δέσμια της εισήγησης της Αρμόδιας Αρχής για να παραταθεί η διαθεσιμότητα της αιτήτριας έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση. «Εν προκειμένω - κατέληξε ο κ. Αγγελίδης - υπάρχει πλήρης αοριστία και αντίφαση που καταδεικνύει απόλυτα την πλάνη, την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας». Το τί αποτελεί δέουσα έρευνα και δέουσα αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Nicolaou v. Minister of Interior and Another
(1974)3 C.L.R. 189). Με δεδομένη την μη ολοκλήρωση της αστυνομικής έρευνας και εν όψει και της εξέτασης του φακέλου από το Γενικό Εισαγγελέα έχω ήδη κρίνει ότι η κρίση της Ε.Δ.Υ. ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους η αιτήτρια είχε αρχικά τεθεί σε διαθεσιμότητα δικαιολογείται από τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον της. Τούτου δοθέντος η Ε.Δ.Υ. δεν βρισκόταν κάτω από την υποχρέωση να διερευνήσει οποιοδήποτε άλλο θέμα. 'Επεται πως η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί. Αναφορικά με την αιτιολογία η κρίση της Ε.Δ.Υ. ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προηγούμενοι λόγοι καθιστά εφαρμοστέα την αιτιολογία η οποία είχε δοθεί από την Ε.Δ.Υ. όταν έλαβε την αρχική απόφαση για διαθεσιμότητα της αιτήτριας. Η αιτιολογία εκείνη είναι δέουσα και επαρκής. Η περί του αντιθέτου εισήγηση του κ. Αγγελίδη δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ούτε η εισήγηση του περί αοριστίας και αντίφασης ευσταθεί. Εφόσον η Ε.Δ.Υ. έκρινε - ορθά - ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προηγούμενοι λόγοι με το να παρατείνει την διαθεσιμότητα η Ε.Δ.Υ. έχει ενεργήσει με συνέπεια και όχι με αντιφατικότητα και αοριστία. Ο κ. Αγγελίδης υποστήριξε, επίσης, ότι δεν εξειδεικεύεται το δημόσιο συμφέρον παρά τη διαφοροποίηση των δεδομένων και δεν αιτιολογούνται ειδικά οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφωνώ με την εισήγηση του κ. Αγγελίδη για «διαφοροποίηση των δεδομένων». Εφόσον η αστυνομική έρευνα δεν είχε συμπληρωθεί και εφόσον αναμενόταν και η εξέταση του φακέλου από το Γενικό Εισαγγελέα τα δεδομένα δεν είχαν ποσώς διαφοροποιηθεί. 'Ισχυαν επομένως οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι υπαγόρευσαν την πρώτη - την αρχική -διαθεσιμότητα. Πράγματι η νομολογία υπαγορεύει ότι το δημόσιο συμφέρον πρέπει να συγκεκριμενοποιείται με αναφορά σε περιστατικά έτσι που να αποκτά το απαραίτητο περιεχόμενο που θα αποκαλύπτει το συλλογισμό και θα επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο (Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 221, Seco Ltd v. Σ.Α.Λ., Α.Ε. 2188/1.7.98, Κυνηγού κ.α. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2111/18.6.98 και Ζίττης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2616 και 2622/14.4.2000). Κατά τον έλεγχο των γεγονότων και της κρίσης της διοίκησης ως προς το τί συνιστά δημόσιο συμφέρον το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά με την δική του άποψη αυτή της διοίκησης. Εξετάζει αν παραβιάστηκε ο Νόμος ή αν παρουσιάζεται κατάχρηση εξουσίας ή αυθαιρεσία οπόταν και επεμβαίνει (βλ. Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd, πιο πάνω). 'Εχω ήδη αποφανθεί ότι μπορούμε να ανατρέξουμε στην αιτιολογία της πρώτης - αρχικής - απόφασης. Από την εξέταση της αιτιολογίας εκείνης προκύπτει συγκεκριμενοποίηση του δημοσίου συμφέροντος. Αυτή αποτελείται από την ανάγκη για ομαλή διεξαγωγή της έρευνας και από την ανάγκη όπως οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί κατέχουν τα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης τους. Στην παρούσα υπόθεση η κατοχή πανεπιστημιακού διπλώματος από την αιτήτρια βρισκόταν υπό διερεύνηση. Η Αρμόδια Αρχή υπέδειξε ότι η κατοχή πανεπιστημιακού διπλώματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση των καθηκόντων της αιτήτριας. Η Ε.Δ.Υ. κατέγραψε και υιοθέτησε αυτή την θέση της Αρμόδιας Αρχής. Είναι δε αυτονόητο ότι η μη κατοχή πανεπιστημιακού διπλώματος επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα της εκπαίδευσης και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Μια άλλη εισήγηση του κ. Αγγελίδη αναφέρεται στη διάρκεια της διαθεσιμότητας. Αφού - διερωτήθηκε ο κ. Αγγελίδης - «η έρευνα τελειώνει εντός των προσεχών ημερών γιατί παρέτειναν τη διαθεσιμότητα για άλλες 90 ημέρες»; Σύμφωνα με την ορθή ερμηνεία της πιο πάνω επιφύλαξης του άρθρου 85
(1)η Ε.Δ.Υ. διαθέτει την ευχέρεια να παρατείνει τη διαθεσιμότητα για διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Ωστόσο πρέπει να έχουμε υπόψη μας το άρθρο 85
(4)των πιο πάνω Νόμων σύμφωνα με το οποίο «αν ο υπάλληλος απαλλαγεί ή αν από την έρευνα δεν αποδειχτεί πειθαρχική υπόθεση εναντίον του, η διαθεσιμότητα τερματίζεται και ο υπάλληλος δικαιούται ολόκληρο το ποσό των απολαβών τις οποίες θα έπαιρνε αν δεν έτιθετο σε διαθεσιμότητα». Βλέπουμε επομένως πως η διάρκεια της παράτασης, εφόσο βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο των τριών μηνών, που προβλέπεται από το Νόμο, δεν έχει οποιεσδήποτε πρακτικές συνέπειες για τον υπάλληλο. Η συνέχιση της διαθεσιμότητας εξαρτάται από το αποτέλεσμα της έρευνας. Αν η έρευνα συμπληρωθεί προ της συμπλήρωσης των τριών μηνών και ο υπάλληλος απαλλαγεί τότε η διαθεσιμότητα τερματίζεται. Επομένως η Ε.Δ.Υ. δεν έχει ασκήσει πλημμελώς τη διακριτική της ευχέρεια με το να μη εξετάσει θέμα παράτασης της διαθεσιμότητας για διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Τέλος ο κ. Αγγελίδης υποστήριξε ότι η απόφαση της Ε.Δ.Υ. να επιτρέψει στην αιτήτρια να λαμβάνει το ½ των απολαβών της δεν φαίνεται να βασίστηκε σε οποιαδήποτε στοιχεία, πληροφορίες ή ανάγκες της αιτήτριας, ούτε εξειδικεύει τους λόγους πάνω στους οποίους βάσισε τη διακριτική της ευχέρεια. Το θέμα των απολαβών διέπεται από το άρθρο 85
(3)και
(4)των πιο πάνω Νόμων το οποίο προβλέπει: «85.-
(3)Ειδοποίηση ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα δίδεται γραπτώς στον υπάλληλο το γρηγορότερο. Οι εξουσίες, τα προνόμια και τα ωφελήματα του υπαλλήλου αναστέλλονται κατά τη διάρκεια της περιόδου της διαθεσιμότητας: Νοείται ότι η Επιτροπή επιτρέπει στον υπάλληλο να λαμβάνει μέρος των απολαβών της θέσης του, όχι λιγότερο από το μισό, όπως θα κρίνει η Επιτροπή.
(4)Αν ο υπάλληλος απαλλαγεί ή αν από την έρευνα δεν αποδειχτεί πειθαρχική υπόθεση εναντίον του, η διαθεσιμότητα τερματίζεται και ο υπάλληλος δικαιούται ολόκληρο το ποσό των απολαβών τις οποίες θα έπαιρνε αν δεν ετίθετο σε διαθεσιμότητα. Αν βρεθεί ένοχος, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα επιστραφεί στον υπάλληλο οποιοδήποτε μέρος των απολαβών του.» Η κα. Αντωνίου υπέβαλε ότι όπως είναι διατυπωμένη η σχετική πρόνοια του Νόμου επιτρέπει στην Ε.Δ.Υ. «να εξασκήσει την κρίση της αναφορικά με την οποιαδήποτε αποκοπή απολαβών». Δεν επιβάλλεται ούτε από το Νόμο αλλά ούτε και από τη Νομολογία «η λήψη υπόψη στοιχείων, συνθηκών, ή περιστατικών που αφορούν κατά αποκλειστικότητα τον κάθε υπάλληλο». Θα ήταν το λιγότερο εξωπραγματικό - κατέληξε η κα. Αντωνίου - να εξετάζει η Ε.Δ.Υ. τις οικονομικές υποχρεώσεις του δημοσίου υπαλλήλου προτού τον θέσει σε διαθεσιμότητα. Η σχετική εισήγηση πρέπει να εξετασθεί σε συνάρτηση με τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου και τη φύση του μέτρου της διαθεσιμότητας. Οι επίμαχες νομοθετικές διατάξεις δεν επιβάλλουν στην Ε.Δ.Υ. υποχρέωση να εξετάζει τα οικονομικά δεδομένα του υπαλλήλου. Εφόσον η αποκοπή των απολαβών δεν υπερβαίνει το μισό η διακριτική ευχέρεια ασκείται μέσα στα πλαίσια που έχει θέσει ο Νόμος. Η φύση του μέτρου της διαθεσιμότητας είναι τέτοια που επιβάλλει να λαμβάνεται επειγόντως. Επομένως η εμπλοκή της Ε.Δ.Υ. στην εξέταση προσωπικών και οικονομικών δεδομένων θα αποτελούσε πορεία αντίθετη προς τη φύση του μέτρου της διαθεσιμότητας. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 85
(4)αν ο υπάλληλος απαλλαγεί ή αν δεν αποδειχτεί πειθαρχική υπόθεση εναντίον του τότε του επιστρέφεται το αποκοπέν μέρος των απολαβών του. 'Επεται πως ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Π. ΚΑΛΛΗΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο