← Κύπρος

Ιάκωβος Αντωνίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ.1294/2000, 28.6.02

Ιάκωβος Αντωνίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ.1294/2000, 28.6.02 Ιάκωβος Αντωνίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ.1294/2000, 28.6.02 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ.1294/2000 ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΑΡΤΕΜΗ, Δ. Αναφορικά με τα Άρθρα 146 και 28 του Συντάγματος.

  1. Ιάκωβος Αντωνίου,
  2. Ανθούλλα Θεοφίλου, Αιτητές, και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.6.02 Για τους αιτητές: κα Ε. Νικολαϊδου Για τους καθ΄ων η αίτηση: κ. Α. Βασιλειάδης Για ενδιαφ. μέρος: Καμμία εμφάνιση A Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές προσβάλλουν την απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ), με την οποία το ενδιαφερόμενο μέρος Γεώργιος Κωνσταντίνου προάχθηκε αναδρομικά από τις 14.11.96 στη μόνιμη (Τακτ. Προϋπ.) θέση Τελώνη, Τελωνεία. Η προαγωγή έγινε μέσα στα πλαίσια διαδικασίας επανεξέτασης της πλήρωσης της θέσης, που είχε παραμείνει κενή μετά από την αναδρομική προαγωγή του κατόχου της σε άλλη θέση από την 1.3.
  3. Η απόφαση της ΕΔΥ να διορίσει το ενδιαφερόμενο μέρος είχε προσβληθεί από τους αιτητές με την Προσφυγή 935/98, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στις 25.4.00 ακύρωσε την απόφαση, για το λόγο ότι κακώς συμμετείχε στη σύνθεση της ΕΔΥ ο Πρόεδρός της, που κωλυόταν λόγω συγγένειάς του με το ενδιαφερόμενο μέρος, σε συνεδρία όπου εξετάστηκαν οι υπηρεσιακές εκθέσεις του τελευταίου και άλλων ομοβάθμων του. Η ΕΔΥ, συμμορφούμενη με την απόφαση, ειδοποίησε το ενδιαφερόμενο μέρος πως επανερχόταν στη θέση που κατείχε προηγουμένως, δηλαδή του Βοηθού Τελώνη. Ακολούθως η ΕΔΥ, σε διάφορες ημερομηνίες, επανεξέτασε την περίπτωση χωρίς την παρουσία του Προέδρου στη σύνθεσή της και ασχολήθηκε ξανά με το θέμα των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων για το 1991, για τους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά (Παραρτήματα 3, 4 και 5 στην Ένσταση). Αποφάσισε και κλήθηκε και η Αναπλ. Διευθύντρια Τελωνείων για να υποβάλει νέα σύσταση, με βάση στοιχεία που ανάγονταν στον ουσιώδη χρόνο. Κατά την ημερομηνία που λήφθηκε η απόφαση η Διευθύντρια παρέστη στη συνεδρία και προέβη σε σύσταση υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους για τους λόγους που φαίνονται στο Παράρτημα 6, σελ. 42 Δ-Ε. Τελικά η ΕΔΥ επέλεξε ως καταλληλότερο το ενδιαφερόμενο μέρος και προσέφερε σε αυτό προαγωγή από 14.11.96 αναδρομικά στη μόνιμη (Τακτ. Προϋπ.) θέση Τελώνη, Τελωνεία, που από 15.11.96 μετονομάστηκε σε Τελωνειακό Λειτουργό Α΄, Τελωνεία (Ν. 57(ΙΙ)/96). Οι αιτητές προσβάλλουν την εγκυρότητα της απόφασης με τον ισχυρισμό ότι παραβιάσθηκε ο κανόνας περί μη αναδρομικότητας των διοικητικών πράξεων. Υποβάλλουν με αναφορά σε προσφυγή άλλου προσώπου που στρεφόταν εναντίον απόφασης προαγωγής στη θέση του Τελώνη, ότι η θέση Τελωνειακού Λειτουργού Α΄ δημιουργήθηκε στις 3.7.98, όταν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας η προαγωγή του συγκεκριμένου υπαλλήλου (Θεοφάνη Μίλλα) στη θέση αυτή. (Παράρτημα 2, Γραπτή Αγόρευση Αιτητών). Αφού, κατά την άποψη τους η προαγωγή του πιο πάνω προσώπου δεν προσβλήθηκε και ούτε ανακλήθηκε, τα έννομα αποτελέσματα της δεν ήταν δυνατόν να ανατρέξουν στο παρελθόν αλλά επενήργησαν μόνο από την ημερομηνία που πράγματι κενώθηκε η θέση, που ήταν η 3.7.
  4. Έτσι, ισχυρίζονται ότι η ενέργεια των καθ΄ων η αίτηση να επανεξετάσουν μη ακυρωθείσα ή ανακληθείσα πράξη και να προαγάγουν αναδρομικά το ενδιαφερόμενο μέρος από 14.11.96, ήταν άκυρη. Οι καθ΄ων η αίτηση αντέκρουσαν τα πιο πάνω με δική τους επιχειρηματολογία, με την οποία και συμφωνώ. Στην περίπτωση κρίνω ότι δεν εγείρεται θέμα παραβίασης της αρχής μη αναδρομικότητας με την αναδρομική προαγωγή του ενδιαφερομένου μέρους. Τούτο φαίνεται να ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης στην Προσφυγή 935/98, όπου είχε κηρυχθεί άκυρη η αναδρομική προαγωγή του ενδιαφερομένου μέρους από τις 14.11.
  5. Είχε δημιουργηθεί έτσι δεδικασμένο και η διοίκηση όφειλε να επαναφέρει το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε στο χρονικό εκείνο σημείο. Η επιχειρηματολογία των αιτητών, που βασίστηκε σε διοικητική απόφαση προαγωγής άλλων λειτουργών δεν μπορεί από μόνη της να δικαιώσει την εισήγηση της. Σχετική εξάλλου επί του προκειμένου είναι και η απόφαση Σφηκουρή κ.ά ν. Δημοκρατίας

(1995)3 Α.Α.Δ. 327. Σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 332 είναι και το πιο κάτω: «Εξαίρεση στον κανόνα περί της μη αναδρομικότητας των διοικητικών πράξεων χωρεί όπου ο ίδιος ο νόμος παρέχει εξουσία για την έκδοση διοικητικής πράξης η οποία ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσής της, και όπου η αναδρομή στο παρελθόν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας (α) συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις και (β) έκδοση απόφασης μετά την επανεξέταση ακυρωθείσας διοικητικής απόφασης.» Κατά συνέπεια των πιο πάνω ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Άλλος λόγος ακυρότητας που προβάλλεται είναι ότι έχει παρακαμφθεί η νόμιμη διαδικασία πλήρωσης κενών θέσεων αφού για την επίδικη θέση του Τελωνειακού Λειτουργού Α΄ θα έπρεπε να υπάρχει γραπτή πρόταση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής (άρθρο 29
(1)του Νόμου 1/90), κάτι που δεν έγινε. Και ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 3.7.98, της προαγωγής άλλων λειτουργών στη θέση του Τελωνειακού Λειτουργού Α΄ δεν καθιστά αυτή ως την ημερομηνία δημιουργίας της επίδικης θέσης. Η θέση ήταν, όπως προαναφέρθηκε, θέση Τελώνη και μετονομάστηκε από 15.11.96 σε θέση Τελωνειακού Λειτουργού Α΄, με βάση το Ν. 57(ΙΙ)/96. Είναι έτσι προφανές πως δεν απαιτείτο κατά τη διαδικασία επανεξέτασης της πλήρωσης της κενωθείσας λόγω του ακυρωτικού αποτελέσματος θέσης η εκ νέου εξασφάλιση της πρότασης της αρμόδιας αρχής. Άλλος λόγος ακυρότητας που αναπτύχθηκε ήταν ότι η απόφαση για αναθεώρηση των αξιολογήσεων των υπηρεσιακών εκθέσεων των αιτητών για το 1991 ήταν παράνομη, αναιτιολόγητη και λήφθηκε καθ΄υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι δεν ενημερώθηκαν οι ενδιαφερόμενοι λειτουργοί συμπεριλαμβανομένων και των αιτητών για την απόφαση για αναθεώρηση των αξιολογήσεων. Προβάλλεται περαιτέρω ότι τούτο είχε τιμωρητικό χαρακτήρα και δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς, διαστρεβλώνοντας έτσι την πραγματική υπηρεσιακή τους εικόνα. Όπως τονίζουν οι καθ΄ων η αίτηση, κατά την επανεξέταση, επαναλήφθηκε η διαδικασία εξέτασης των υπηρεσιακών εκθέσεων χωρίς τη συμμετοχή του Προέδρου και λήφθηκε η ίδια ακριβώς απόφαση σε σχέση με την αξιολόγησή τους σε κάποια από τα στοιχεία των εκθέσεων. Το γεγονός ότι δεν ενημερώθηκαν εκ νέου οι επηρεαζόμενοι δεν έβλαψε τα δικαιώματά τους, αφού εν πάση περιπτώσει δεν είχαν δικαίωμα υποβολής ένστασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι με βάση τη νομολογία η δυνατότητα που παρέχεται δια νόμου στην ΕΔΥ να αγνοεί υπηρεσιακές αξιολογήσεις όταν αυτές κρίνονται ως μη αιτιολογημένες, καθιστά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε έγκυρη. Η αναθεώρηση που έγινε φαίνεται να έγινε τόσο για τους αιτητές όσο και για το ενδιαφερόμενο μέρος. Τούτο εδικαιολογείτο, όπως ισχυρίστηκαν, με βάση τους περί Δημοσίας Υπηρεσίας (Αξιολογήσεις Υπαλλήλων) Κανονισμούς του 1990 (ΚΔΠ 386/90), που παρέχουν σχετική δυνατότητα στο Μέρος ΙΙΙ του Παραρτήματος Β (Κανονισμός 6
(1)) όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται πως μη αιτιολογημένη αξιολόγηση πρέπει να αγνοείται και ο υπάλληλος να θεωρείται ότι έχει αξιολογηθεί ως πολύ ικανοποιητικά στο συγκεκριμένο στοιχείο αξιολόγησης. Η ΕΔΥ προφανώς έκρινε ότι δεν ήταν αιτιολογημένη η αξιολόγηση και ενήργησε με βάση τα πιο πάνω χωρίς να έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει περαιτέρω την απόφαση της. Υποχρέωση κοινοποίησης με δικαίωμα ένστασης δεν υπήρχε στην περίπτωση. Τούτο υπάρχει, σύμφωνα με τον Καν.10, σε ότι αφορά υπηρεσιακές εκθέσεις που συντάσσονται από ομάδες αξιολόγησης ή προϊσταμένους των αξιολογούμενων υπαλλήλων. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός ως ανεδαφικός. (Δέστε και Τριανταφυλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 429, στις 451-453). Άλλος λόγος ακυρότητας που εγείρεται είναι ότι κακώς κλήθηκε η Αναπλ. Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων για υποβολή σύστασης, αφού η ακυρωτική απόφαση που προηγήθηκε δεν έθιξε το κύρος της σύστασης του προηγούμενου Διευθυντή και επιπρόσθετα γιατί η σύσταση αυτή πάσχει. Ούτε και αυτός ο λόγος, κατά την άποψη μου, μπορεί να ευσταθήσει. Είναι βασική αρχή ότι κατά την επανεξέταση το διοικητικό όργανο δεσμεύεται να συμμορφωθεί με το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης και είναι ελεύθερο στα υπόλοιπα σημεία να κρίνει ανάλογα. (Δέστε και Χατζηλουκά ν. Δημοκρατία Α.Ε. 2775, ημερ. 29.6.01). Στην ακυρωτική απόφαση στην Προσφυγή 935/98 που προηγήθηκε λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Ιδιαίτερα γιατί η εμπιστευτική έκθεση για το 1991 έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη σύσταση του Διευθυντή. Την υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους και την καλύτερη βαθμολογία του σε σύγκριση με τους δύο αιτητές για το συγκεκριμένο χρόνο επικαλέστηκε επανειλημμένα ο Διευθυντής. Σημειώνεται στη σύσταση ότι πλην του 1991 που το ενδιαφερόμενο μέρος υπερτερεί, για όλα τα μεταγενέστερα χρόνια είχε ακριβώς την ίδια βαθμολογία με τους υπόλοιπους υποψήφιους. Η σύσταση καταλήγει ότι η οριακή αυτή, έστω υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους σε αξία και προσόντα υπερακοντίζει το οριακό προβάδισμα των δύο αιτητών σε αρχαιότητα.» Το Δικαστήριο κατέληξε επισημαίνοντας ότι: «Η εξέταση των εμπιστευτικών εκθέσεων στην παρούσα περίπτωση αποτελούσε προπαρασκευαστική πράξη η ακυρότητα της οποίας επιφέρει την ακυρότητα της προσβαλλόμενης τελικής απόφασης.» Οι διαπιστώσεις αυτές του Δικαστηρίου κατέστησαν αναπόφευκτη τη λήψη νέας σύστασης κατά την επανεξέταση. Δεν είναι ορθή η θέση ότι η προηγούμενη σύσταση δεν θεωρήθηκε μεμπτή από το Δικαστήριο αφού αυτό έκρινε ως άκυρες τις εμπιστευτικές εκθέσεις του 1991, οι οποίες είχαν καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη σύσταση του τότε Διευθυντή. Αυτό για το λόγο ότι η επιλογή που εκφράστηκε τότε βασίστηκε στην καλύτερη βαθμολογία του ενδιαφερομένου μέρους έναντι των αιτητών στις εμπιστευτικές εκθέσεις του 1991. Έτσι, δεν θα μπορούσε να ισχύσει η πιο πάνω σύσταση. Αφού θα επαναλαμβανόταν η εξέταση των υπηρεσιακών εκθέσεων όπως και έγινε θα έπρεπε αυτές να τεθούν στη διάθεση του νέου προϊσταμένου, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η Αναπλ. Διευθύντρια του Τμήματος και η κλήση της για να δώσει σύσταση ήταν η μόνο ενδεδειγμένη οδός. Στη σύστασή της η Αναπλ. Διευθύντρια δηλώνει ότι δεν έχει προσωπική γνώση των υποψηφίων αλλά ούτε και ζήτησε πληροφορίες από τους τότε προϊσταμένους, ή αξιολογούντες λειτουργούς, αφού οι πλείστοι απ΄αυτούς είχαν αφυπηρετήσει. Είναι, ως εκ τούτου, υπέβαλαν οι αιτητές, μηδαμινής αξίας η σύσταση, αφού είναι προφανές πως όσες πληροφορίες αναφέρονται σε αυτή λήφθηκαν από τους υπηρεσιακούς φακέλους των υποψηφίων. Όπως φαίνεται από τη σύστασή της (Παράρτημα 6, 42Δ στην Ένσταση) η προτίμησή της υπέρ του ενδιαφερομένου μέρους προκύπτει από τις υπηρεσιακές εκθέσεις απ΄όπου, όπως αναφέρει, φαίνεται ότι στα τελευταία χρόνια υπερέχει σε αξία αφού για το έτος 1991 έχει καλύτερη βαθμολογία. Επιπρόσθετο στοιχείο που έχει λάβει υπόψη στη διαμόρφωση της σύστασης, όπως αναφέρει, είναι επιστολή του τότε Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, που επισυνάπτεται στην υπηρεσιακή έκθεση του ενδιαφερομένου μέρους για το 1994, το οποίο αναφέρεται στις ικανότητες και ιδιότητές του και την ανάληψη εκ μέρους του ρόλου εμπειρογνώμονα στο Παγκόσμιο Οργανισμό Τελωνείων και τη συμμετοχή του σε διεθνή συνέδρια που αναβάθμησαν το κύρος του Τμήματος, κάτι που προϋπόθετε ικανότητες και ιδιότητες πέραν της συνήθους εργασίας. Επιπρόσθετα, λήφθηκαν υπόψη και οι εθελοντικές του εργασίες που έγιναν για το Τμήμα, κάτι που υποδηλώνει τον αφοσιωμένο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε την εργασία του. Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι απαραίτητη η προσωπική γνώση των υποψηφίων από τον υποβάλλοντα τη σύσταση Διευθυντή. Τα συμπεράσματα του μπορεί να είναι και το επιστέγασμα χρήσης άλλων καταλλήλων υπό τις περιστάσεις μέσων, (δέστε Αργυρίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 376, 388). Από την εξέταση των υπηρεσιακών εκθέσεων για τα διάφορα έτη και τα δεδομένα που προκύπτουν απ΄αυτά, κρίνω ότι υποστηρίζεται η αιτιολόγηση που περιλήφθηκε στη σύσταση, γιατί πράγματι αυτά προσδίδουν κάποια υπεροχή σε αξία στο ενδιαφερόμενο μέρος έναντι των ανθυποψηφίων του. Ο ισχυρισμός ότι η αναφορά της Αναπλ. Διευθύντριας στην επιστολή του τότε Διευθυντή Τμήματος του Τελωνείου συνιστά εξωγενές στοιχείο που κακώς λήφθηκε υπόψη, δεν ευσταθεί. Όχι μόνο δεν είναι εξωγενής παράγων αλλά αντίθετα περιέχει, κατά την άποψη μου, στοιχεία και αναφορά σε ικανότητες που είναι συνδεδεμένες με τις απαιτήσεις του σχεδίου υπηρεσίας και πρόκειται για ιδιότητες που άπτονται της αξίας του ενδιαφερομένου μέρους και προσμετρούν στη διαμόρφωση της σύστασης. Η σύσταση προσβλήθηκε επίσης με βάση το γεγονός ότι παραγνωρίστηκαν τα υπέρτερα προσόντα των αιτητών. Τούτο δεν ευσταθεί. Ειδικά είχε υποβληθεί ότι δεν έγινε καμμιά αναφορά στην εκ μέρους των αιτητών κατοχή του «πρόσθετου προσόντος», όπως το χαρακτηρίζουν, δηλαδή της άδειας εξασκήσεως δικηγορικού επαγγέλματος που κατέχουν. Σε όλους είχε πιστωθεί η κατοχή του νομικού τπυχίου, η δε άδεια ασκήσεως δικηγορικού επαγγέλματος δεν περιλαμβάνεται στα απαιτούμενα στο σχέδιο υπηρεσίας προσόντα, ούτε αναφέρεται εκεί πως κατοχή του θα αποτελούσε πλεονέκτημα. Έτσι, κρίνω πως η παράλειψη σχετικής μνείας στη σύσταση δεν επηρεάζει τη νομιμότητά της. Εν κατακλείδι οι ισχυρισμοί για πάσχουσα σύσταση απορρίπτονται. Θεωρώ επίσης ότι πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός για ανυπαρξία επαρκούς έρευνας της ΕΔΥ ως προς την αξία, προσόντα και αρχαιότητα. Σε ότι αφορά τα δύο πρώτα στοιχεία, έχω ήδη ασχοληθεί πιο πάνω. Αναφορικά με το θέμα της αρχαιότητας, παρατηρώ ότι και τούτο έτυχε εξέτασης από την ΕΔΥ και την απασχόλησε δεόντως, πράγμα που διαπιστώνεται με ανάγνωση του σχετικού πρακτικού (Παράρτημα 6, σελ. 42Η της Ένστασης.) Κάτω από το φως των πιο πάνω κρίνω πως η επιλογή της ΕΔΥ ήταν εύλογα επιτρεπτή κάτω από τις περιστάσεις. Ως εκ τούτου η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών. Π. Αρτέμης, Δ. /Χ.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.