Βραχίμη Ι. Χατζηχάννα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 1095/2000, 16 Ιουλίου, 2002 Βραχίμη Ι. Χατζηχάννα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 1095/2000, 16 Ιουλίου, 2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση αρ. 1095/2000 ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΚΡΟΝΙΔΗ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Μεταξύ: Βραχίμη Ι. Χατζηχάννα, από τη Λευκωσία Αιτητή - και - Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας Καθ'ης η αίτηση - - - - - - ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Ιουλίου,
- Ο αιτητής παρουσιάζεται αυτοπροσώπως. Για την καθ΄ης η αίτηση: Δ. Καλλίγερος. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής με την παρούσα προσφυγή του ζητά την ακόλουθη θεραπεία:- "Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της καθ΄ης η αίτηση, η οποία δημοσιεύτηκε στις 7.7.00 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και με την οποία προήγαγε τον Νίκο Παπαπολυβίου στη μόνιμη θέση Ανώτερου Γεωργικού Λειτουργού (Τακτικός Προϋπολογισμός), Τμήμα Γεωργίας, από τις 15.6.00 αντί και/ή στη θέση του αιτητή είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος." Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος με επιστολή του ημερ. 14.4.2000 ζήτησε από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ) την πλήρωση μιας κενής μόνιμης θέσης Ανώτερου Γεωργικού Λειτουργού στο Τμήμα Γεωργίας. Η ΕΔΥ σε συνεδρία της ημερ. 17.4.2000 αποφάσισε να επιληφθεί της πρότασης του Γενικού Διευθυντή σε επόμενη συνεδρία της, επειδή επρόκειτο για θέση προαγωγής. Στις 18.4.2000 η ΕΔΥ σε συνεδρία της, αφού άκουσε τη σύσταση του Διευθυντή του Τμήματος Γεωργίας και αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία των υποψηφίων αποφάσισε την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους. Εναντίον της απόφασης αυτής ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα προσφυγή. Ο αιτητής χειρίστηκε την υπόθεση του προσωπικά χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου. Στη μακρά γραπτή του αγόρευση προβάλλει διάφορους λόγους ακύρωσης. Προέχουν κυρίως τρεις λόγοι. Πρώτον ότι η ΕΔΥ παραβίασε το δεδικασμένο, δεύτερο ότι η σύσταση του Διευθυντή είναι αναιτιολόγητη και τρίτο ότι δεν υπήρχε ειδική αιτιολογία της παραγνώρισης του πρόσθετου προσόντος του είτε από το Διευθυντή είτε από την ΕΔΥ. Ο πρώτος λόγος ακυρότητας που προβάλλει ο αιτητής, της παραβίασης του δεδικασμένου δεν έχει έρεισμα. Ο αιτητής αναφέρεται σε παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην ακυρωτική απόφαση Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 389/98, ημερ. 30.9.
- Είναι προφανές ότι στην παρούσα υπόθεση δεν ετίθετο θέμα επανεξέτασης εκείνης της απόφασης και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως δεδικασμένο για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η προκειμένη υπόθεση θα κριθεί με τα δικά της δεδομένα. Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης ο αιτητής εισηγείται ότι η σύσταση του Διευθυντή είναι αναιτιολόγητη. Έχει νομολογηθεί ότι η σύσταση του Διευθυντή αποτελεί ένα ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης και αναγκαίο για την τελείωση της απόφασης. Τούτο, πέραν της νομολογίας, το απαιτεί και ο σχετικός Νόμος 1/
- Το γεγονός αυτό έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τη διαχρονική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο Διευθυντής είναι το μόνο πρόσωπο που γνωρίζει τους υποψηφίους, την αξία και προσφορά τους και είναι στην καλύτερη δυνατή θέση να διατυπώσει την κρίση του. Είναι όμως και διαχρονικά νομολογημένο ότι η κρίση του Διευθυντή ελέγχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο ως προς την ακρίβεια της και την αιτιολογία της. Ο σχετικός Νόμος απαιτεί αιτιολογημένη σύσταση του Διευθυντή. Η αιτιολογία της σύστασης μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση και τις ανάγκες της υπόθεσης. Είναι αρκετό η αιτιολογία να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Έχει νομολογηθεί επανηλειμμένα ότι η σύσταση που αντιστρατεύεται το περιεχόμενο των εμπιστευτικών εκθέσεων των υποψηφίων, χωρίς να παρέχεται επαρκής αιτιολογία, είναι αντικανονική και παράνομη και οδηγεί την επίδικη απόφαση της ΕΔΥ σε ακύρωση. Στην παρούσα υπόθεση η σύσταση του Διευθυντή ήταν σύντομη. Αφού κατ΄ αρχήν αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση της απόδοσης και προσφοράς των υποψηφίων προχωρεί να πει ότι έχει διαβουλευθεί και έχει πάρει πληροφορίες από τους άμεσα προϊσταμένους των υποψηφίων για την καταλληλότητα του καθενός υποψηφίου. Μελέτησε δε τους προσωπικούς φακέλους και τους φακέλους των υπηρεσιακών εκθέσεων τους. Ο Διευθυντής, αφού αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τα καθιερωμένα κριτήρια στο σύνολο τους - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - και τις απαιτήσεις του σχεδίου υπηρεσίας, προχώρησε να συστήσει το ενδιαφερόμενο μέρος. Ο Διευθυντής χαρακτηρίζει απλώς το ενδιαφερόμενο μέρος ως εξαίρετο λειτουργό με εξαίρετες επιδόσεις τον τελευταίο χρόνο στον τομέα της Διευθυντικής και Διοικητικής Ικανότητας παρά το γεγονός, όπως παρατηρεί, ότι τα προηγούμενα χρόνια το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υστερούσε στον τομέα αυτό από άλλους υποψηφίους. Και καταλήγει ο Διευθυντής στη σύσταση του ως εξής:- "Συστήνοντας τον Παπαπολυβίου, έλαβα υπόψη ότι αυτός δεν διαθέτει το πρόσθετο προσόν, όμως σε μια συνεκτίμηση όλων των δεδομένων και όλων των στοιχείων που έχω υπόψη μου για την προσφορά των υποψηφίων, τον θεωρώ ως τον καταλληλότερο.". Οι ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις δεν δείχνουν υπεροχή του ενδιαφερομένου μέρους έναντι του αιτητή. Και οι δύο είναι εξαίρετοι στη βαθμολόγηση τους. Ο αιτητής τα τελευταία 5 χρόνια (1995-1999) έχει 35 "εξαίρετα" ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος
- Αλλά στο στοιχείο Διευθυντική/Διοικητική Ικανότητα που φαίνεται να προβάλλει ο Διευθυντής με τη σύσταση του, ο αιτητής υπερέχει οριακά. Μόνο για το έτος 1998 βαθμολογήθηκε με "πολύ ικανοποιητικά" στα δε άλλα έτη με "εξαίρετα" σε αντίθεση με το ενδιαφερόμενο μέρος που βαθμολογήθηκε τόσο για το 1998 όσο και για το 1997 με "πολύ ικανοποιητικά". Με τα δεδομένα αυτά κατέληξα, έχοντας υπόψη τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι στη σύσταση του Διευθυντή δεν παρέχεται επαρκής αιτιολογία αφού αυτή δεν συνάδει ούτε με τους υπηρεσιακούς φακέλους. Αλλά και ο τρίτος λόγος ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής ευσταθεί. Η ΕΔΥ στην τελική της απόφαση, ως προς το πρόσθετο προσόν, αναφέρει μόνο τα εξής:- "Επιλέγοντας τον Παπαπολυβίου η Επιτροπή σημείωσε ότι αυτός δεν διαθέτει το πρόσθετο προσόν. Ωστόσο, σε μια συνεκτίμηση όλων των δεδομένων που περιήλθαν εις γνώση της, κρίνει ότι ο Παπαπολυβίου είναι ο καταλληλότερος για σκοπούς προαγωγής." Σύμφωνα με την επίδικη απόφαση της ΕΔΥ ο αιτητής κατείχε το πρόσθετο προσόν του σχεδίου υπηρεσίας ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος δεν το κατείχε. Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως η απόφαση του αρμοδίου οργάνου να μην επιλέξει υποψήφιο που κατέχει πρόσθετο προσόν πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. (Βλέπε: Σάββας Νησιώτης ν. Δημοκρατίας
(1977)3 ΑΑΔ 388, Τσούντας ν. ΕΕΥ
(1985)3 ΑΑΔ 784, Ιωάννη Κωνσταντινίδη ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 81/89, ημερ. 14.2.1990). Στην τελευταία αυτή υπόθεση (Κωνσταντινίδης) έχουν ειπωθεί τα εξής από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε):- "Η κατοχή του πρόσθετου προσόντος που προβλέπει το σχέδιο υπηρεσίας είναι παράγοντας ουσιώδους σημασίας για τον καθορισμό των διεκδικήσεων των υποψηφίων για διορισμό ή προαγωγή σε δημόσια θέση. Κρίνεται αντικειμενικά ως σημαντικό στοιχείο για την επιτυχή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της θέσης η οποία θα πληρωθεί. Σύμφωνα με τη νομολογία, κατοχή του πρόσθετου προσόντος επαυξάνει ουσιωδώς τις διεκδικήσεις του κατόχου για κατάληψη της θέσης.". Στην παρούσα υπόθεση η αιτιολογία, όπως φαίνεται στην απόφαση της ΕΔΥ, για την παραγνώριση του πρόσθετου προσόντος του αιτητή, συνίσταται "στη συνεκτίμηση όλων των δεδομένων που περιήλθαν εις γνώσιν της...". Η ΕΔΥ στην προκειμένη περίπτωση αντέγραψε ουσιαστικά τη σύσταση του Διευθυντή για το ίδιο θέμα. Δεν εξειδικεύεται στην αιτιολογία ποιά δεδομένα συνεκτίμησε που περιήλθαν σε γνώση της. Ένας από τους προφανείς λόγους για την ανάγκη ειδικής αιτιολογίας όταν παραγνωρίζεται πρόσθετο προσόν είναι και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της απόφασης. Στην παρούσα υπόθεση η αιτιολογία της απόφασης της ΕΔΥ για την παραγνώριση του πρόσθετου προσόντος του αιτητή είναι πασιφανώς ανεπαρκής και ασαφής. Η φράση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα δεδομένα που περιήλθαν σε γνώση της για την παραγνώριση του πρόσθετου προσόντος του αιτητή, δεν μπορεί να αποτελέσει σαφή και ειδική αιτιολογία ούτε παρέχει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου του υπόβαθρου της επίδικης απόφασης. Όπως τονίσθηκε στην Κελεπενιώτη ν. ΑΗΚ, Υπόθ. αρ. 541/93, ημερομηνίας 12.9.1994 "εκείνο που χρειάζεται είναι η συγκεκριμενοποίηση συνδυασμένη με σαφήνεια", πράγμα που ελλείπει στην εξεταζόμενη απόφαση. Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή του αιτητή πρέπει να επιτύχει. Η προσφυγή γίνεται δεκτή με έξοδα (πραγματικά) εναντίον της καθ΄ης η αίτηση. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. (Υπ.) Μ. Κρονίδης, Δ. /Επσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο