Τατιάνας Roskova Anatolyevna Αραδιπιώτου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Λειτουργού Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 223/2001, 15 Ιουλίου 2002 Τατιάνας Roskova Anatolyevna Αραδιπιώτου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Λειτουργού Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 223/2001, 15 Ιουλίου 2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ. 223/2001 ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ. Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος Μεταξύ: Τατιάνας Roskova Anatolyevna Αραδιπιώτου, από τη Λεμεσό, Αιτήτριας - και - Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Λειτουργού Μετανάστευσης, από τη Λευκωσία, Καθ΄ ων η αίτηση --------------------------- 15 Ιουλίου 2002 Για την αιτήτρια: Φ. Αποστολίδης. Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Ρ. Μαππουρίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια προσβάλλει το κύρος της απόφασης του Λειτουργού Μετανάστευσης, η οποία της κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερ. 16 Ιανουαρίου 2001, και με την οποία της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στην Κύπρο μέχρι 30 Ιουνίου 2001, αντί άδεια χωρίς χρονικό περιορισμό. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα προσβάλλεται ταυτόχρονα και παράλειψη του Λειτουργού Μετανάστευσης να χαρακτηρίσει ή να θεωρήσει την αιτήτρια ως ημεδαπή Κυπρία. Δεν μπορεί όμως να γίνεται λόγος για παράλειψη από τη στιγμή που εκδόθηκε επί του ζητήματος απόφαση. Επομένως εξετάζεται εν προκειμένω μόνο η απόφαση. Προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο το εξής ιστορικό. Η αιτήτρια, Ρωσσίδα ηλικίας τώρα 58 ετών, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Κύπρο στις 23 Ιουνίου 1993 και της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής ως επισκέπτρια μέχρι 22 Σεπτεμβρίου
- Παρέμεινε όμως και μετά τη λήξη της άδειας και στις 18 Οκτωβρίου 1993 αποτάθηκε για νέα άδεια, δηλώνοντας ότι διέμενε στη Λεμεσό ως επισκέπτρια με την κόρη της η οποία ήταν παντρεμένη με Ελληνοκύπριο. Της παραχωρήθηκε νέα άδεια μέχρι 17 Ιουλίου
- Στις 22 Απριλίου 1996 η αιτήτρια ήρθε ξανά την Κύπρο ως επισκέπτρια και της δόθηκε άδεια μέχρι 21 Μαίου
- Παρέτεινε όμως την επίσκεψή της παράνομα και στις 30 Ιουλίου 1997, όταν παρουσιάστηκε για νέα άδεια, συνελήφθη και έγιναν διαβήματα για απέλασή της. Αναχώρησε από την Κύπρο στις 3 Αυγούστου
- Στις 16 Αυγούστου 1997 η αιτήτρια τέλεσε στη Ρωσία πολιτικό γάμο με Ελληνοκύπριο πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ηλικίας τότε 76 ετών, τον οποίο είχε γνωρίσει λίγο ενωρίτερα στην Κύπρο. Εν συνεχεία, στις 28 Αυγούστου 1997, ήρθαν και οι δύο στην Κύπρο και στην αιτήτρια δόθηκε προσωρινή άδεια μέχρι 11 Σεπτεμβρίου
- Πριν ακόμα λήξει η άδεια της, προέκυψε πρόβλημα στις σχέσεις του ζεύγους και ο σύζυγος προέβη σε διάφορα διαβήματα για λύση του γάμου, προβάλλοντας ως λόγο τον ισχυρό κλονισμό που οδήγησε σε διάσταση στις 9 Σεπτεμβρίου 1997 με υπαίτιο την αιτήτρια. Ενδιαφέρει εδώ η αίτηση του συζύγου την οποία το Οικογενειακό Δικαστήριο απέρριψε με απόφαση ημερ. 13 Σεπτεμβρίου
- Έκρινε ότι για την κατάρρευση της σχέσης ευθυνόταν ο ίδιος. Προέβη δε σε εύρημα, στη βάση της εκδοχής της αιτήτριας, ότι μετά την επιδείνωση της σχέσης τους, με κορύφωση στις 9 Σεπτεμβρίου 1997, υπήρξε αναθέρμανση και επανασυμβίωση που διάρκεσε μέχρι 24 Δεκεμβρίου
- Έφεση του συζύγου απορρίφθηκε από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στις 8 Φεβρουαρίου
- Έχουμε λοιπόν ως σταθερό δεδομένο ότι η αιτήτρια συνέζησε με το σύζυγό της στην Κύπρο για συνολικό διάστημα μικρότερο από τέσσερεις μήνες, το οποίο έληξε στις 24 Δεκεμβρίου
- Στο μεταξύ, μετά που στις 11 Σεπτεμβρίου 1997 έληξε η άδεια παραμονής της αιτήτριας στην Κύπρο, η αιτήτρια δεν έφυγε και στις 13 Οκτωβρίου 1997 υπέβαλε αίτηση για νέα άδεια ώστε να παραμείνει, ως επισκέπτρια, με το σύζυγο και την κόρη της, δηλώνοντας σχετικά ότι συντηρείτο από την κόρη της. Με επιστολή ημερ. 30 Μαρτίου 1998, η οποία επιδόθηκε στην αιτήτρια στις 29 Απριλίου 1998, ο Λειτουργός Μετανάστευσης έδωσε απορριπτική απάντηση και της ζήτησε να εγκαταλείψει την Κύπρο. Εν συνεχεία, επειδή η αιτήτρια επέμενε να παραμένει στην Κύπρο, άρχισε διαδικασία για απέλασή της αλλά, κατόπιν οδηγιών του αρμόδιου Υπουργού, δεν ολοκληρώθηκε. Η αιτήτρια συνέχισε λοιπόν να βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο μέχρι 4 Ιανουαρίου 1999, οπότε της παραχωρήθηκε νέα άδεια για ακόμη τρεις μήνες. Παρέμεινε και μετά τη λήξη της άδειας και στις 5 Φεβρουαρίου 1999 υπέβαλε νέα αίτηση για τρίμηνη παράταση κατά την οποία, όπως δήλωσε, θα διέμενε με την κόρη της. Της χορηγήθηκε τότε άδεια επισκέπτριας μέχρι 4 Απριλίου
- Όπως όμως είχε συνηθίσει, συνέχισε την παραμονή της στην Κύπρο και μετά τη λήξη της άδειας. Έπειτα, με επιστολή του δικηγόρου της, ημερ. 14 Ιουνίου 1999, απευθύνθηκε προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Παραπονέθηκε, αναφερόμενη στην αντιδικία με τον σύζυγό της, ότι το Τμήμα Μετανάστευσης επηρεασμένο από τις ψευδείς, όπως τις χαρακτήριζε, καταγγελίες του συζύγου της, αδίκως την πίεζε να εγκαταλείψει την Κύπρο. Ζήτησε δε την προσωπική του παρέμβαση για να της επιτραπεί να παραμείνει. Το θέμα παραπέμφθηκε στον Λειτουργό Μετανάστευσης ο οποίος, ενόψει της εκκρεμότητας της υπόθεσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, της παραχώρησε άδεια παραμονής «μέχρι 30/10/99 τελική». Ακολούθησε και δεύτερη επιστολή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ημερ. 18 Οκτωβρίου 1999, για παρέμβαση του ώστε να της επιτραπεί να παραμείνει στην Κύπρο με την κόρη της για να φροντίζει τα εγγονάκια της αφού η κόρη της, η οποία τη συντηρούσε, εργαζόταν. Η απάντηση, και αυτή τη φορά από το Τμήμα Μετανάστευσης στο οποίο είχε παραπεμφθεί το θέμα, ήταν ότι της παραχωρείτο άδεια μέχρι «30 Ιανουαρίου 2000 τελική». Ύστερα δε, κατόπιν αιτημάτων της, η άδεια ανανεώθηκε «μέχρι 30 Απριλίου 2000 τελική» και «μέχρι 30 Μαίου 2000 τελική» επειδή συνεχιζόταν ακόμα η υπόθεση στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Όπως ήδη ανέφερα, η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου δόθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου
- Την επομένη, ο δικηγόρος της αιτήτριας πληροφόρησε με επιστολή τον Λειτουργό Μετανάστευσης για το αποτέλεσμα της υπόθεσης και συνέχισε ως εξής, με αίτημα αυτή τη φορά για έκδοση στην αιτήτρια «κανονικής ταυτότητας»: «Ως εκ τούτου η πελάτισσα μου θεωρείται νόμιμος σύζυγος του κυπρίου Λόλλου Αραδιπιώτου με όλα τα συνταγματικά δικαιώματα που πηγάζουν από την έγγαμη αυτή σχέση. Σας πληροφορώ ακόμη ότι καθ΄ όλο τον χρόνο που έχει παρέλθει, η πελάτισσα μου συντηρείτο από την Κυπρία κόρη της Όλγα Τσιάμα και διέμενε μαζί της και με τα εγγονάκια της και θα συνεχίσει να διαμένει μαζί με την κόρη της, μη μπορώντας λόγω του προβλήματος που της δημιούργησε ο σύζυγος της με το τμήμα σας, να εργαστεί ως καθηγήτρια πιάνου που κατέχει τα ακαδημαϊκά προσόντα. Σας πληροφορώ επιπρόσθετα ότι έχω εξετάσει το θέμα της διεκδίκησης διατροφής από τον σύζυγο της, πλην όμως επειδή πλησιάζει να παρέλθει το χρονικό διάστημα των 3 ετών που τάσσει ο νόμος (η διάσταση επήλθε σύμφωνα και με την απόφαση του δικαστηρίου την 24/12/1997), θα είναι δύσκολη η εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος. Ως εκ τούτου η πελάτισσα μου με την επιστολή μου αυτή τώρα, αιτείται την έκδοση κανονικής ταυτότητας δια να μπορέσει να εργαστεί προς εξασφάλιση της διαβίωσης της. Θα σας παρακαλούσα όπως με πληροφορήσετε τα απαιτούμενα διαβήματα τα οποία πρέπει να κάμει η πελάτισσα μας, ένεκα του περιπλεχθέντος θέματος της.» Ο Λειτουργός Μετανάστευσης, με επιστολή ημερ. 18 Οκτωβρίου 2000, έδωσε απορριπτική απάντηση και κάλεσε την αιτήτρια αμέσως να εγκαταλείψει την Κύπρο, διαφορετικά θα ακολουθείτο διαδικασία για απέλασή της. Ενόψει αυτής της τελευταίας απάντησης η αιτήτρια αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο, στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος, για άδεια καταχώρισης αίτησης προς έκδοση ενταλμάτων prohibition και mandamus. Επρόκειτο προδήλως για διάβημα που δεν μπορούσε να προωθηθεί σε εκείνη τη δικαιοδοσία αφού αφορούσε διοικητική απόφαση ο έλεγχος της οποίας καθίστατο δυνατός μόνο στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Στις 7 Φεβρουαρίου 2001 εκείνη η αίτηση αποσύρθηκε αφού στο μεταξύ, κατόπιν επιστολής του δικηγόρου της αιτήτριας ημερ. 29 Δεκεμβρίου 2000 με την οποία πληροφορούσε το Τμήμα Μετανάστευσης ότι η αιτήτρια καταχώρισε αίτηση διατροφής η οποία ήταν ορισμένη για τις 25 Ιανουαρίου 2001 και ζητούσε όπως η αιτήτρια παραμείνει στην Κύπρο, ο Λειτουργός Μετανάστευσης, με απόφαση που κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερ. 16 Ιανουαρίου 2001, παραχώρησε άδεια παραμονής «μέχρι 30/6/01 τελική». Αυτή είναι η απόφαση που προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή. Η αιτήτρια προτείνει ότι τα όσα συνθέτουν την περίπτωσή της θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει σε αναγνώριση δικαιώματός της να παραμείνει στην Κύπρο χωρίς χρονικό περιορισμό. Επικαλείται διάφορες διατάξεις, με κύριο άξονα την ερμηνεία «ημεδαπού Κυπρίου» στο άρθρο 2
(1)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (όπως τροποποιήθηκε): «ημεδαπός Κύπριος» σημαίνει - (α) .................................................. .................................................. ........ (β) αλλοδαπή σύζυγο πολίτη της Δημοκρατίας, που δεν τελεί σε χωρισμό από το σύζυγό της δυνάμει απόφασης αρμόδιου δικαστηρίου και η οποία διαμένει με αυτόν για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο του ενός έτους. Νοείται ότι θα θεωρείται ως «ημεδαπός Κύπριος» και κάθε αλλοδαπή σύζυγος πολίτη της Δημοκρατίας η οποία συνέζησε με αυτόν για περίοδο μικρότερη του ενός έτους, αν ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης ήθελε, υπό τις ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, κρίνει τούτο εύλογο. (γ) ................................................... .................................................. .... (δ) .................................................. .................................................. ....» Βέβαια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια διέμεινε με το σύζυγό της για περίοδο μικρότερη του έτους δεν θα μπορούσε να απασχολήσει παρά μόνο η επιφύλαξη. Παρατηρώ εν προκειμένω πως τα όσα, κατά την αιτήτρια, θα έπρεπε ως περιστάσεις να οδηγούσαν στην κατάταξη που πρότεινε, είχαν ήδη αποκρυσταλλωθεί το αργότερο με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου τον Σεπτέμβριο του 2000. Και με βάση αυτές τις ίδιες περιστάσεις εκδόθηκε η απόφαση του Λειτουργού Μετανάστευσης που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερ. 18 Οκτωβρίου 2000, απόφαση που παρέμεινε, καθώς υπέδειξα απρόσβλητη. Προκύπτει λοιπόν πως στο βαθμό που η προσβαλλόμενη απόφαση, η κοινοποιηθείσα με την επιστολή ημερ. 16 Ιανουαρίου 2001, αφορούσε τη μη αναγνώριση δικαιώματος παραμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία για απεριόριστο χρονικό διάστημα αυτή ήταν βεβαιωτική της προηγουμένως ληφθείσας και επομένως ως προς την υπό αναφορά πτυχή μη εκτελεστή παρόλον που, βέβαια, στο άλλο μέρος της, ως νέα απόφαση για παραμονή της αιτήτριας στην Κύπρο για κάποιο ακόμα διάστημα, ήταν ως προς εκείνο εκτελεστή. Η προσφυγή δεν είναι λοιπόν παραδεκτή. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Γ.Κ. Νικολάου, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο