Καίτης Καραπατάκη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 518/2001., 18 Οκτωβρίου, 2002 Καίτης Καραπατάκη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 518/2001., 18 Οκτωβρίου, 2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 518/
- ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΚΑΛΛΗ, Δ. Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Μεταξύ: Καίτης Καραπατάκη, Αιτήτριας και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Καθ' ων η αίτηση. ________________ 18 Οκτωβρίου,
- Για την αιτήτρια: Α.Σ. Αγγελίδης. Για τους καθ' ων η αίτηση: Ρ. Χαραλάμπους (κα.) εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Για το Ε/Μ: Δ. Κυνηγοπούλου (κα.). ___________________ A Π Ο Φ Α Σ Η Με απόφαση της ημερ. 20.7.99 (η πρώτη απόφαση) η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (η Ε.Δ.Υ.) αποφάσισε την προαγωγή από τις 15.8.99 της Ιωάννας Ιωαννίδου (το Ε.Μ.) «στη μόνιμη θέση Ανώτερης Στενογράφου, Γενικό Γραμματειακό Προσωπικό, Γενικές Κατηγορίες Προσωπικού (Θέση Προαγωγής) (η επίδικη θέση). Η πρώτη απόφαση της Ε.Δ.Υ. ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 13.2.2001 (η ακυρωτική απόφαση) στην Προσφυγή 1468/99 (βλ. Αγαπίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 1468/99/13.12.2001). Σύμφωνα με την ακυρωτική απόφαση η πρώτη απόφαση ακυρώθηκε γιατί: (α) Η Ε.Δ.Υ. θεώρησε ότι ίσχυαν δύο σχέδια υπηρεσίας - το παλαιό και το νέο - και δεν καθόρισε τον κρίσιμο χρόνο. (β) Η σύσταση του Διευθυντή ήταν τρωτή. (γ) Η Ε.Δ.Υ. πλανήθηκε ως προς τη σημασία που θα έπρεπε να αποδώσει στην ιδιότητα της αιτήτριας Καραπατάκη ως τέκνου πεσόντος δυνάμει των περί Επαγγελματικής Αποκατάστασης των Παθόντων και των Τέκνων των Εγκλωβισμένων Νόμων του 1997 και
- Μετά την ακυρωτική απόφαση η Ε.Δ.Υ. προχώρησε στην επανεξέταση της πλήρωσης της επίδικης θέσης «με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο και υπό το φως των ευρημάτων του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Επίσης η Ε.Δ.Υ., με βάση το σκεπτικό της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «αποφάσισε όπως για σκοπούς επανεξέτασης λάβει υπόψη το Σχέδιο Υπηρεσίας που ίσχυε κατά το χρόνο που λήφθηκε η επίδικη απόφαση». Σημειώνεται ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε στις 20.7.99 και το νέο σχέδιο υπηρεσίας εγκρίθηκε την 5.3.
- Επίσης, η Ε.Δ.Υ σημείωσε ότι «δεν υπάρχουν Υπηρεσιακές Εκθέσεις για τα έτη 1997 και 1998 για την Καραπατάκη Αικατερίνη (Α/Α 26), παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και υποδείξεις της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας προς την αρμόδια αρχή». Αποφάσισε όπως ληφθούν υπόψη οι βαθμολογίες των προηγούμενων ετών σε σύγκριση και αντιπαραβολή των Υπηρεσιακών Εκθέσεων των άλλων υποψηφίων. Με απόφαση της ημερ. 13.3.2001 (η προσβαλλόμενη απόφαση) η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε την προαγωγή του Ε.Μ. στην επίδικη θέση, αναδρομικά από 15.8.
- Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τους λόγους ακύρωσης αμφισβητείται κυρίως η εγκυρότητα της σύστασης του Αναπληρωτή Διευθυντή της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (ο Διευθυντής) και η εγκυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι λόγοι ακύρωσης καθιστούν απαραίτητη την παράθεση της σύστασης του Διευθυντή και της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο Αναπληρωτής Διευθυντής προβαίνοντας στη σύστασή του, ανέφερε τα εξής: «Αναφέρομαι στο νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υποψήφιες για τους σκοπούς της επανεξέτασης είναι οι υποψήφιες με Α/Α 1-38 στο σχετικό κατάλογο, με εξαίρεση τις υποψήφιες με Α/Α 6, 8, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 19, 20 και 21, οι οποίες είχαν προαχθεί σε άλλες ίδιες θέσεις, την ίδια ημερομηνία, και των οποίων η προαγωγή δεν έχει επηρεαστεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προκειμένου να προβώ σε σύσταση, έχω μελετήσει και αξιολογήσει το σύνολο των στοιχείων των υποψηφίων, όπως αυτά φαίνονται στους Προσωπικούς τους Φακέλους και στις Εμπιστευτικές/Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις, έχοντας υπόψη τα καθιερωμένα κριτήρια προαγωγής, δηλαδή την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα. 'Οσον αφορά τις Εμπιστευτικές/Υπηρεσιακές Εκθέσεις, σημειώνω ότι έλαβα υπόψη τη γενική εικόνα με έμφαση στα τελευταία χρόνια. 'Εχω, επίσης, συγκεντρώσει πληροφορίες από τους άμεσα προϊσταμένους των υποψηφίων κατά τον ουσιώδη χρόνο ως προς τις προσωπικές ιδιότητες, εμπειρίες και ικανότητες και την εν γένει προσφορά των υποψηφίων. Αναφέρω σχετικά ότι οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για τη διαμόρφωση ενιαίου μέτρου κρίσης και σύγκρισης, έχοντας υπόψη ότι τα μέλη του Γενικού Γραμματειακού Προσωπικού είναι διασκορπισμένα σε πολλές Υπηρεσίες και αξιολογούνται από διαφορετικές ομάδες αξιολόγησης με συνεπακόλουθο την έλλειψη ενιαίου μέτρου κρίσης. Επειδή η αξία των υποψηφίων, όπως την αντικατοπτρίζουν οι Εμπιστευτικές/Υπηρεσιακές Εκθέσεις, αναφέρεται στην εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης που κατέχουν σήμερα, δηλαδή εκείνης της Στενογράφου, έλαβα υπόψη και τις δυνατότητες τους να αναλάβουν ψηλότερου επιπέδου ευθύνες και να εκτελέσουν με επάρκεια τα καθήκοντα της θέσης Ανώτερης Στενογράφου. 'Εχω προβεί σε αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιόν μου στοιχείων και πληροφοριών που προέρχονται από τις πηγές που έχω προαναφέρει, σ' ότι αφορά τα προσόντα και την εν γένει προσφορά των υποψηφίων. Μέσα από τα εν λόγω στοιχεία και πληροφορίες εντόπισα τις τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες, τις ικανότητες, δεξιότητες και τις εν γένει δυνατότητές τους σε σχέση με τη δέσμη καθηκόντων και το επίπεδο ευθύνης της υπό πλήρωση θέσης. Κατέβαλα ιδιαίτερη προσπάθεια σύνθεσης της πραγματικής εικόνας κάθε υποψήφιας λόγω της ισοπεδωτικής αξιολόγησης στις Εμπιστευτικές/Υπηρεσιακές τους εκθέσεις και των οριακών, εν πολλοίς, διαφορών τους σε προσόντα και διάρκεια υπηρεσίας. Τέλος συνέκρινα τις υποψήφιες μεταξύ τους με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια. Ως αποτέλεσμα των διεργασιών που περιέγραψα προηγουμένως κατέληξα στην απόφαση να συστήσω ως καταλληλότερη για προαγωγή την υποψήφια Ιωαννίδου Ιωάννα (Α/Α 1). Ιωαννίδου Ιωάννα (Α/Α 1) Υπηρετεί στο Γραφείο της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, όπου εκτελεί καθήκοντα ιδιαιτέρας γραμματέως του Γραμματέα της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Στα καθήκοντά της περιλαμβάνεται επίσης η λήψη στενογραφημένων σημειώσεων κατά τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και τις ενώπιον της Επιτροπής πειθαρχικές διαδικασίες. Προηγείται όλων των υποψήφιων σε αρχαιότητα. 'Εχει καθόλα εξαίρετες Υπηρεσιακές Εκθέσεις κατά τα τελευταία χρόνια και υπερέχει ή δεν υστερεί καμιάς άλλης υποψήφιας σε αξία. Πρόκειται για εξαίρετη από κάθε άποψη υπάλληλο με ευρεία γνώση και εμπειρίες σε όλους τους τομείς των καθηκόντων της θέσης της. Διακρίνεται για την ικανότητά της να συντονίζει με απόλυτη επιτυχία όλο το φάσμα εργασιών του εκάστοτε προϊσταμένου, να συγκεντρώνει και αναλύει και να αξιολογεί σωστά στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν την εκτέλεση της εργασίας της και να υποβάλλει τεκμηριωμένες εισηγήσεις για επίλυση προβλημάτων που παρουσιάζονται. Συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες και λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων και παραγόντων είναι καταλληλότερη των μη συστηνομένων για την εκτέλεση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης. Καταληκτικά, επαναλαμβάνω ότι, μετά από μια συνεκτίμηση, με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια, όλων των στοιχείων των φακέλων και των πληροφοριών που έχω συγκεντρώσει σχετικά με τη γενική απόδοση, την προσφορά, τις εμπειρίες και τις προσωπικές ιδιότητες και δεξιότητες των υποψηφίων που είναι σχετικές και αναγκαίες για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η υποψήφια που συστήνω υπερτερεί των λοιπών υποψήφιων ως προς την καταλληλότητα για προαγωγή στην υπό πλήρωση θέση.» Στο σημείο αυτό ο Αναπληρωτής Διευθυντής αποχώρησε από τη συνεδρία. Ακολούθως η Ε.Δ.Υ. ασχολήθηκε με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψήφιων, με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Καθώς φαίνεται από το σχετικό πρακτικό η Ε.Δ.Υ. εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, και έλαβε υπόψη τις κρίσεις και τη σύσταση του Διευθυντή. 'Ελαβε, επίσης, υπόψη τις Εμπιστευτικές/Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων στο σύνολό τους, όπως αυτές έγιναν τελικά δεκτές από την ίδια, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία προ του ουσιώδους χρόνου έτη. Αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία που ανάγονται στον ουσιώδη χρόνο, περιλαμβανομένων και των καθιερωμένων κριτηρίων στο σύνολό τους - αξία, προσόντα, αρχαιότητα -, καθώς και τη σύσταση του Διευθυντή και των όσων ανέφερε σχετικά η Ε.Δ.Υ., έκρινε ότι η ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ Ιωάννα (Ε.Μ.) υπερέχει των άλλων υποψήφιων, την επέλεξε ως την πιο κατάλληλη και αποφάσισε να προσφέρει σ' αυτήν προαγωγή στην επίδικη θέση αναδρομικά από 15.8.
- Η Ε.Δ.Υ., επιλέγοντας το Ε.Μ., έλαβε υπόψη ότι αυτή, συγκρινόμενη με τις λοιπές υποψήφιες, υπερέχει σε αρχαιότητα, υπερέχει ή δεν υστερεί σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση στα τελευταία προ του ουσιώδους χρόνου έτη στα οποία αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, και, περιπλέον, έχει υπέρ της την αιτιολογημένη σύσταση του Διευθυντή, η οποία αποτελεί ένα ανεξάρτητο στοιχείο προσδιορισμού της αξίας των υποψηφίων και η οποία προσθέτει στην αξία. Οι λόγοι ακύρωσης. Ο κ. Αγγελίδης, εκ μέρους της αιτήτριας, υπέβαλε ότι η πρόταση για την πλήρωση της επίδικης θέσης έγινε το
- Η πρόταση εκείνη «καθορίζει τον ουσιώδη χρόνο κατοχής των προσόντων των υποψηφίων και σύγκριση» και πεπλανημένα η Ε.Δ.Υ. «ανέμειξε σχέδιο υπηρεσίας (5.3.99) μεταγενέστερο του ουσιώδους χρόνου επανεξέτασης». Ο ουσιώδης χρόνος «ήταν για την επανεξέταση ο χρόνος που η πρόταση έφθασε στην Ε.Δ.Υ. το 1995». Το ότι - κατέληξε ο κ. Αγγελίδης - η Ε.Δ.Υ. «καθυστέρησε για χρόνια να αποδώσει την ακυρωθείσα ήδη πρώτη απόφαση της, δεν διαφοροποιούσε τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο έπρεπε να αναχθεί η επανεξέταση». Στο στάδιο των διευκρινίσεων το Δικαστήριο ζήτησε τις απόψεις του κ. Αγγελίδη σε σχέση με τα δύο ζητήματα που έχει θίξει με τον πιο πάνω λόγο ακύρωσης ήτοι την χρησιμοποίηση του νέου σχεδίου υπηρεσίας και την καθυστέρηση. Του ζητήθηκε να υποδείξει με ποιό τρόπο έχουν επηρεασθεί τα συμφέροντα της αιτήτριας ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης και της χρησιμοποίησης των νέων σχεδίων υπηρεσίας. Επίσης του ζητήθηκε να υποδείξει κατά πόσο το Ε.Μ. «δεν είχε τα προσόντα δυνάμει του προηγούμενου σχεδίου υπηρεσίας και έχει καταστεί προσοντούχος με το νέο σχέδιο υπηρεσίας». Ο κ. Αγγελίδης απάντησε: «Το Ε.Μ. ήταν προσοντούχος και με τα παλαιά και με τα νέα σχέδια. Απλώς με τα παλαιά, εκτός από την αρχαιότητα που είναι εις βάρος μου, τότε με εκείνα τα προσόντα ήταν καταλληλότερη η αιτήτρια παρά το Ε/Μ. Είναι η ανάμειξη του νέου σχεδίου που αποτελεί παρανομία». Αναφορικά με την καθυστέρηση ο κ. Αγγελίδης ανέφερε ότι στόχος της αγόρευσης του ήταν να υποδείξει ότι δυνάμει του άρθρου 29 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν 1/90) υπάρχει χρονοδιάγραμμα. Παρατηρώ ότι ο κ. Αγγελίδης δεν έχει υποδείξει γιατί με τα προσόντα των προηγούμενων σχεδίων υπηρεσίας ήταν καταλληλότερη η αιτήτρια. Επομένως δεν θα εξεταστεί περαιτέρω η σχετική εισήγηση του. Αναφορικά με την εισήγηση περί πεπλανημένης ανάμειξης του νέου σχεδίου υπηρεσίας έχει νομολογηθεί ότι το κριτήριο για την ακύρωση πράξης λόγω πλάνης είναι ο ουσιώδης επηρεασμός του αιτητή (βλ. Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 53). Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει υποδειχθεί οποιοσδήποτε επηρεασμός, έστω και απλός. 'Επεται πως ο πρώτος λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με τον επόμενο λόγο ακύρωσης ο κ. Αγγελίδης ισχυρίσθηκε ότι πάσχει η σύσταση του «Διευθυντή ως γενική, αόριστη και αναιτιολόγητη». Ο Διευθυντής - συνέχισε ο κ. Αγγελίδης - «δεν γνώριζε και δεν ενεργεί κατά τον πραγματικό αλλά και νομικά καθορισμένο ουσιώδη χρόνο του 1995». Η δε σύσταση του «δεν περιέχει οτιδήποτε πέραν των στοιχείων των φακέλων που ήσαν ενώπιον της Ε.Δ.Υ. χωρίς να καθορίζει ποιών ετών τα στοιχεία έλαβε υπόψη. Συστήνει μόνο με γενική δική του προτίμηση που δεν περιέχει αιτιολογία». Ο κ. Αγγελίδης διερωτήθηκε «τί γνώριζε ο νέος Διευθυντής για το 1995 και ποιούς Προϊσταμένους της εποχής αναζήτησε και βρήκε». Ο νέος Διευθυντής - σύμφωνα με τον κ. Αγγελίδη - «χωρίς αιτιολογία προβαίνει στη σύσταση του ίδιου Ε.Μ. προσθέτοντας απλώς τα όσα άγνωστα πήρε από άγνωστους λειτουργούς και τη δική του επιλογή, αναιτιολόγητα, παραγνωρίζοντας παντελώς την υπεροχή της αιτήτριας». Από τους φακέλους των υπηρεσιακών εκθέσεων προκύπτει ότι η αιτήτρια και το Ε.Μ. παρουσιάζουν απόλυτη ισοδυναμία στις υπηρεσιακές εκθέσεις. Αφ' ότου έχει εισαχθεί ο θεσμός του «εξαίρετα» - το έτος 1992 - οι δύο υποψήφιοι έχουν σε όλες τις υπηρεσιακές εκθέσεις βαθμολογηθεί με το βαθμό «εξαίρετα» σε σχέση με όλα τα στοιχεία αξιολόγησης. Σε σχέση με την αρχαιότητα η αιτήτρια κατέχει τη θέση της Στενογράφου από την 1.6.88 ενώ το Ε.Μ. από τις 15.3.82. 'Επεται πως το Ε.Μ. υπερέχει σε αρχαιότητα κατά 6 περίπου χρόνια. Σε σχέση με τα προσόντα και οι δυο υποψήφιοι κατέχουν τα προβλεπόμενα από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντα. Η αιτήτρια η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης δεν έχει υποδείξει ότι κατέχει προσόντα υπέρτερα του Ε.Μ.. 'Εχει γίνει πολύς λόγος για τον ουσιώδη χρόνο. Από την εξέταση του συνόλου της σταδιοδρομίας των δύο υποψηφίων - η οποία άρχισε το έτος 1981 - και της σταδιοδρομίας των τελευταίων ετών ήτοι της δεκαετίας του 1990 προκύπτει ότι παρουσιάζουν ισοδυναμία με εξαίρεση τα έτη 1981, 1982 και 1984 στα οποία υπερτερούσε η αιτήτρια. Επομένως οποιοσδήποτε και να ήταν ο ουσιώδης χρόνος δεν θα μπορούσε να δώσει οποιοδήποτε προβάδισμα ή πλεονέκτημα στην αιτήτρια. Η τελευταία δεν έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο επειδή η Ε.Δ.Υ. χρησιμοποίησε το έτος 1999 ως τον ουσιώδη χρόνο. Στην απουσία οποιουδήποτε επηρεασμού των νόμιμων συμφερόντων της αιτήτριας η επιχειρηματολογία περί του ουσιώδους χρόνου καθίσταται άνευ αντικειμένου. Είναι μόνο ακαδημαϊκής και θεωρητικής σημασίας. Αναφορικά με το θέμα των διαβουλεύσεων του Διευθυντή με τους Προϊσταμένους των υποψηφίων είχα την ευκαιρία να πραγματευθώ παρόμοιο λόγο ακύρωσης στην 'Ασπρου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 1158/2000/29.3.2002 από την οποία μεταφέρω το σχετικό απόσπασμα: «Η διαβούλευση του Διευθυντή με τους Προϊσταμένους των υποψηφίων έχει τύχει της επιδοκιμασίας της νομολογίας (βλ. Λύωνα κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση 683/88 κ.α./14.6.90 (απόφαση της Ολομέλειας): 'Ο Προϊστάμενος Τμήματος δεν είναι απαραίτητο για σκοπούς συστάσεων να γνωρίζει προσωπικά τους υποψηφίους, ή ακόμα να είναι προϊστάμενος για ορισμένο χρονικό διάστημα, πριν προβεί σε συστάσεις .... Ανεξαρτήτως χρόνου και γνωριμίας, διεξάγοντας την έρευνα του μπορεί να αντλήσει τις πληροφορίες από οποιεσδήποτε άλλες κατάλληλες πηγές όπως είναι η περίπτωση πληροφοριών από προϊσταμένους των υποψηφίων και να προβεί σε συστάσεις'). Ούτε και είναι απαραίτητη η αποκάλυψη των απόψεων των Προϊσταμένων. Αυτή η αρχή έχει επιβεβαιωθεί στη Γεωργιάδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 817/12.7.90 στην οποία προβλήθηκε ισχυρισμός ότι στα πρακτικά της Ε.Δ.Υ. δεν καταγράφηκαν οι απόψεις που εξέφρασαν διάφοροι λειτουργοί προς τον Προϊστάμενο του Τμήματος, ο οποίος έκαμε τις δικές του συστάσεις αναφορικά με τους υποψηφίους. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι: 'Η Νομολογία μας όμως απαιτεί μεν να καταχωρούνται οι συστάσεις του Προϊσταμένου του Τμήματος, που αποτελούν σοβαρό στοιχείο κρίσεως για το διορίζον όργανο και επομένως πρέπει να είναι και ενώπιον του Δικαστηρίου για έλεγχο, αλλά όχι και οι απόψεις που άκουσε από άλλους λειτουργούς για να καταλήξει στη δική του κρίση. Ο τρόπος που ο Προϊστάμενος Τμήματος αξιολογεί τις απόψεις λειτουργών που συμβουλεύεται, αναφορικά με την κρίση τους για συναδέλφους τους, δεν είναι δυνατό να ελέγχεται δικαστικά'. Η απόφαση της Ολομέλειας στη Γεωργιάδου έχει επιλύσει αυθεντικά το θέμα του κατά πόσο υπάρχει υποχρέωση καταγραφής των απόψεων που άκουσε ο Προϊστάμενος Τμήματος από άλλους λειτουργούς. Από την στιγμή που δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση η μη αποκάλυψη του περιεχομένου των διαβουλεύσεων και της ταυτότητας των ατόμων με τα οποία έγιναν οι διαβουλεύσεις δεν καθιστά την σύσταση τρωτή και αναιτιολόγητη εντός της έννοιας του άρθρου 35
(4)του Νόμου 1/90 (Βλ. Δημοκρατία ν. Πιτσιλλίδη κ.α., Α.Ε. 1086/13.12.90, Μαυρομμάτη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2568/20.11.2000, Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση 803/94/29.12.95, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση 760/94/31.10.94 και Παπαϊωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 713).» 'Εχω επομένως την άποψη πως τα όσα υπέβαλε ο κ. Αγγελίδης σε σχέση με το θέμα των διαβουλεύσεων του Διευθυντή με τους προϊσταμένους των υποψηφίων δεν βρίσκουν έρεισμα στη Νομολογία. 'Εχει νομολογηθεί ότι η βαρύτητα μιας σύστασης εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο συνάδει προς τα στοιχεία του φακέλου και ότι οι συστάσεις διατηρούν την εγκυρότητα τους όταν δεν αντιμάχονται προς τα στοιχεία των φακέλων (Στυλιανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1994)3 Α.Α.Δ. 387, 399, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1524/27.2.97, Ρούσος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2064/21.7.99 και Δημοκρατία κ.α. ν. Αγγελή κ.α., Α.Ε. 1974-75/31.3.99). Η Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τη νομολογία, όχι μόνο μπορεί αλλά πρέπει να παραγνωρίζει τις συστάσεις στην έκταση που είναι ασύμφωνες με τα στοιχεία του φακέλου (Τριανταφυλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 429, 454). Η ασυμφωνία της σύστασης με το περιεχόμενο των φακέλων εξασθενεί την βαρύτητα της (Βλ. Στυλιανού και Βασιλείου, πιο πάνω). Εξέταση της σύστασης αποκαλύπτει ότι ο Διευθυντής κατά τη διαμόρφωση της σύστασης του υπέρ του Ε.Μ. έλαβε υπόψη ότι «προηγείται όλων των υποψηφίων σε αρχαιότητα». 'Ελαβε, επίσης, υπόψη ότι «έχει καθόλα εξαίρετες υπηρεσιακές εκθέσεις κατά τα τελευταία χρόνια και υπερέχει ή δεν υστερεί καμιάς άλλης υποψήφιας σε αξία». Από την εξέταση των φακέλων διαπιστώνω ότι τα όσα ανέφερε ο Διευθυντής υποστηρίζονται πλήρως από το περιεχόμενο των φακέλων. Μάλιστα σε σχέση με την αρχαιότητα το Ε.Μ. υπερέχει της αιτήτριας κατά 6 περίπου χρόνια. Ο Διευθυντής είχε να επιλέξει μεταξύ δύο υποψηφίων οι οποίοι ήταν ισοδύναμοι σε σχέση με τα στοιχεία της αξίας και των προσόντων. Επέλεξε και σύστησε τον κατά 6 περίπου χρόνια αρχαιότερο. Διάνθισε τη σύσταση του και με περιγραφή που σχετίζεται με τις αρετές και τις ιδιότητες του Ε.Μ.. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο σ' αυτό το μέρος της σύστασης του. Η τελευταία δεν είναι γενική και αόριστη και ούτε συγκρούεται προς τα στοιχεία των φακέλων. Δίνει με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους της προτίμησης του Ε.Μ.. Ακολουθεί πως ο λόγος ακύρωσης περί πάσχουσας σύστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Αντίθετα η σύσταση θα έπασχε αν ο Διευθυντής δεν προχωρούσε στη σύσταση του Ε.Μ.. Τέλος ο κ. Αγγελίδης υπέβαλε ότι «ούτε η Ε.Δ.Υ. αιτιολογεί την επιλογή της, και το γιατί επελέγει το Ε.Μ. ως η πιο κατάλληλη». Ο πιο πάνω λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί. Εξέταση του κειμένου της προσβαλλόμενης απόφασης αποκαλύπτει ότι η Ε.Δ.Υ. έχει αιτιολογήσει πλήρως και επαρκώς την επιλογή του Ε.Μ.. 'Εχει αναφερθεί με σαφήνεια στα στοιχεία επί των οποίων έχει βασισθεί. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει όλα τα απαραίτητα και συγκεκριμένα στοιχεία για διακρίβωση της νομιμότητας της. Αναφέρει ότι η αιτήτρια έχει επιλεγεί λόγω της αρχαιότητας της, της ισοβαθμίας της στο στοιχείο της αξίας και της σύστασης του Διευθυντή. 'Ολα τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη συνιστούν νόμιμους συντελεστές κρίσεως. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη, η δε αιτιολογία της υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της Ε.Δ.Υ. και του ενδιαφερόμενου μέρους. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Π. ΚΑΛΛΗΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο