Frakapor Co Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)4 ΑΑΔ 14 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2002)4 ΑΑΔ 14 11 Ιανουαρίου, 2002 [ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ FRAKAPOR CO LTD, Αιτητές, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 1104/1999) Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο ― Συνάφεια ― Η ύπαρξή της ως προϋπόθεση για την προσβολή με την ίδια προσφυγή περισσοτέρων της μιας διοικητικών πράξεων ― Όροι συναφείας από τη νομολογία ― Δεν συνέτρεχαν στην κριθείσα περίπτωση ― Συνέπειες. Τελωνειακοί Δασμοί και Φόροι Καταναλώσεως ― Αξίωση από τελωνειακό πράκτορα της καταβολής προσφυγικής επιβάρυνσης για εμπορεύματα τα οποία λόγω αναληθούς αναγραφής της τιμής τους στο σχετικό τιμολόγιο, δεν επιβλήθηκε ― Καν. 17
(1)των περί Χορηγήσεως Αδείας εις Τελωνειακούς Πράκτορας και Βοηθούς Τελωνειακούς Πράκτορας Κανονισμών του 1974 (Κ.Δ.Π. 119/74) ― Ερμηνεία σε συνδυασμό και με το Άρθρο 170
(1)του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (Ν.82/67) ― Περιστάσεις εγκυρότητας της επιβολής της αξίωσης στην κριθείσα περίπτωση ― Η έρευνα και αιτιολογία της σχετικής απόφασης κρίθηκαν επαρκείς. Διοικητικό Δίκαιο ― Γενικές αρχές ― Αρχή της καλής πίστης ― Άρθρο 51 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/1999) ― Δεν παραβιάστηκε στην κριθείσα περίπτωση. Η αιτήτρια εταιρεία προσέβαλε με την προσφυγή σειρά αποφάσεων του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων με τις οποίες απαιτείτο από αυτήν η καταβολή εισαγωγικού δασμού και έκτακτης προσφυγικής επιβάρυνσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
- Επιτρέπεται η περίληψη στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων της μίας πράξεων, όταν όλες οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι συναφείς, διότι λ.χ. η μία πράξη αποτελεί προϋπόθεση της άλλης ή όταν προσβάλλονται περισσότερες πράξεις οι οποίες όλες αφορούν τον αιτούντα, βασίζονται στις ίδιες διατάξεις του νόμου, φέρουν ταυτόσημη αιτιολογία και εκδόθηκαν από το ίδιο όργανο και κατά την ίδια διοικητική διαδικασία. Αντίθετα, προσβολή με το ίδιο δικόγραφο δύο αυτοτελών διοικητικών πράξεων που δεν έχουν την πιο πάνω σχέση, ούτε συναποτελούν σύνθετη διοικητική ενέργεια, είναι απαράδεκτη. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συνάφειας, η προσφυγή θεωρείται ως παραδεκτή μόνο ως προς την πρώτη των προσβαλλομένων πράξεων, χωρεί όμως πάντοτε χωρισμός δικογράφου. Στην παρούσα υπόθεση οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν είναι συναφείς. Η μία πράξη δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των άλλων, ενώ οι διάφορες αποφάσεις που περιέχονται στα Σημειώματα Απαίτησης του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, βασίζονται σε διάφορα πραγματικά περιστατικά, αφού αναφέρονται σε εκτελωνίσεις διάφορων εισαγωγέων. Παραμένει ως μόνη έγκυρη η προσφυγή κατά του Σημειώματος Απαίτησης υπ' αρ. 12/99, που καλύπτεται από την παράγραφο Α (αα) της αίτησης ακυρώσεως.
- Το Μέρος ΧΙ του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967, Ν.82/67, όπως έχει τροποποιηθεί, που προβλέπει τη δήμευση εμπορευμάτων, δεν επιβάλλει υποχρέωση στο Διευθυντή Τελωνείων να κατάσχει τα εμπορεύματα με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης από τον εισαγωγέα. Αντίθετα η χρήση της φράσης "δυνατόν να κατασχεθεί", του Άρθρου 170
(1), φανερώνει ότι του παρέχεται σχετική διακριτική ευχέρεια. Παράλληλα ο Κανονισμός 17
(1)των περί Χορηγήσεως Αδείας εις Τελωνειακούς Πράκτορας και Βοηθούς Τελωνειακούς Πράκτορας Κανονισμών του 1974, Κ.Δ.Π. 119/74, προβλέπει ότι ο τελωνειακός πράκτορας και ο εισαγωγέας για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, ευθύνονται αλληλεγγύως έναντι των τελωνειακών αρχών για την καταβολή παντός δασμού, φόρου ή τέλους, ή πάσης φύσης δικαιώματος, αναφορικά προς οιαδήποτε εμπορεύματα, καθώς και για την καταβολή παντός ποσού που είναι πληρωτέο στις τελωνειακές αρχές δυνάμει του Νόμου, όσον αφορά εμπορεύματα και το οποίο λόγω λάθους, παράλειψης ή αμέλειας οιουδήποτε τελωνειακού πράκτορα δεν χρεώθηκε, επιβλήθηκε ή εισπράχθηκε κατά το χρόνο της εισαγωγής ή του τελωνισμού των εμπορευμάτων. Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας δεν ευσταθεί. Οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας. 3. Η υποχρέωση της Διοίκησης να μην ενεργεί κατά τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό ή κακόπιστο, ώστε να εξαπατά ή ταλαιπωρεί χωρίς λόγο το διοικούμενο, προβλέπεται από το Άρθρο 51
(1)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/
- Όμως εν προκειμένω, η αξίωση για την καταβολή της συγκεκριμένης επιβάρυνσης βασιζόταν στην ανακριβή δήλωση των αιτητών, για την αξία των εμπορευμάτων που τελωνίστηκαν. Δεν φαίνεται, δεν έχει γίνει δε καν τέτοιος ισχυρισμός, ότι η Διοίκηση ενήργησε κακόβουλα, καθυστερώντας επίτηδες, είτε αμελώς, κατά την επιδίωξη είσπραξης του ποσού.
- Και ο ισχυρισμός των αιτητών για παράλειψη της Διοίκησης να προβεί σε επαρκή έρευνα θα πρέπει να απορριφθεί. Το σχετικό βάρος απόδειξης φέρουν οι αιτητές οι οποίοι και απέτυχαν να το αποσείσουν από τους ώμους τους.
- Και ο τελευταίος ισχυρισμός των αιτητών για ανεπαρκή αιτιολογία θα πρέπει να απορριφθεί. Η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης πρέπει να είναι σαφής ούτως ώστε να μη μένουν αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό λόγο της λήψης απόφασης και να καθίσταται δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης μπορεί να συμπληρωθεί και από τα στοιχεία του φακέλου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σαφώς αιτιολογημένη. Αξιώνεται από τους αιτητές υπό την ιδιότητά τους ως τελωνειακών πρακτόρων, η καταβολή της προσφυγικής επιβάρυνσης για εμπορεύματα τα οποία λόγω αναληθούς αναγραφής της τιμής τους στο σχετικό τιμολόγιο δεν επιβλήθηκε. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Χριστοφίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 766, ΣτΕ 1888/65, ΣτΕ 1433/62, ΣτΕ 302/63, ΣτΕ 1869/62, ΣτΕ 2065/63, Συμεωνίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 258, Μισιρλής v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 379, Κόκου v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 82/97, ημερ. 22.9.1998, Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας
(1997)4 Α.Α.Δ. 2873, Φράγκου v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 270, Κυριακίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298, Δημοκρατία v. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ.
- Προσφυγή. Ν. Πουμπουρίδης για Α. Παπαντωνίου, για τους Αιτητές. Λ. Ζαννέττου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. NIKOΛΑΪΔΗΣ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή αξιώνεται η ακύρωση σειράς αποφάσεων των καθ' ων η αίτηση που περιέχονται σε διάφορα Σημειώματα Απαίτησης του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων με τα οποία ζητείται η καταβολή εισαγωγικού δασμού και έκτακτης προσφυγικής επιβάρυνσης. Στις 20.11.1986 τελωνίστηκαν από το απόθεμα υπ' αρ. 664/86 της γενικής αποθήκης αποταμίευσης που βρίσκεται στη Λευκωσία και που ανήκει στους αιτητές, 221 κιβώτια με συγκεκριμένο εμπόρευμα (floor stands), με βάση λανθασμένη τιμή που δηλώθηκε από τους αιτητές, που ήταν οι εκτελωνιστές. Λόγω της ανακριβούς δήλωσης αποφεύχθηκε η πληρωμή της αναλογούσης στα εμπορεύματα έκτακτης προσφυγικής επιβάρυνσης, που ανερχόταν στο ποσό των £479,
- Η διαφορά εντοπίστηκε αργότερα, κατά τη διάρκεια ελέγχου. Στη συνέχεια και μετά την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση, το Τελωνείο απέστειλε ταυτόχρονα σημειώματα απαίτησης τόσο στους εισαγωγείς των εμπορευμάτων, όσο και στους αιτητές (Σημείωμα Απαίτησης 12/99). Ο λογιστικός έλεγχος έδειξε διαφορές σε εισαγωγικούς δασμούς και έκτακτη προσφυγική επιβάρυνση και για άλλα εμπορεύματα, όπως για αριθμό συσκευών κλιματισμού αυτοκινήτων που τελωνίστηκαν στις 13.6.1999 (Σημείωμα Απαίτησης αρ. 14/99), διάφορα είδη ένδυσης (Σημείωμα Απαίτησης αρ. 10/99), έπιπλα (Σημείωμα Απαίτησης αρ. 11/99) και ραδιόφωνα (Σημείωμα Απαίτησης αρ. 13/99). Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές αξιώνουν ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων που περιέχονται στα πιο πάνω Σημειώματα Απαίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση προέβαλαν αρχικά δύο προδικαστικές ενστάσεις. Ισχυρίστηκαν κατ' αρχήν ότι οι αιτητές στερούνται εννόμου συμφέροντος γιατί οι προσβαλλόμενες πράξεις αφορούσαν άλλη εταιρεία. Η ένσταση αυτή σε μεταγενέστερο στάδιο αποσύρθηκε. Ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι οι αιτητές εμποδίζονται από το να προχωρήσουν κατά των προσβαλλομένων πράξεων γιατί αυτές δεν είναι συναφείς. Οι αιτητές απορρίπτουν την ένσταση και ισχυρίζονται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της συνάφειας γιατί όλα τα Σημειώματα Απαίτησης έχουν την ίδια ημερομηνία, αφορούν δασμούς και τέλη εναντίον της αποθήκης αποταμίευσής τους, στην οποία ήταν αποθηκευμένα τα εμπορεύματα ιδιοκτησίας των εισαγωγέων. Το ερώτημα πότε επιτρέπεται η προσβολή πλειόνων της μιας πράξεων με την ίδια προσφυγή απαντήθηκε στην υπόθεση Χριστοφίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 766, όπου αναλύεται εκτενώς και η νομολογία του Ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας. Επιτρέπεται η περίληψη στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων της μιας πράξεων, όταν όλες οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι συναφείς, διότι λ.χ. η μία πράξη αποτελεί προϋπόθεση της άλλης ή όταν προσβάλλονται περισσότερες πράξεις οι οποίες όλες αφορούν τον αιτούντα, βασίζονται στις ίδιες διατάξεις του νόμου, φέρουν ταυτόσημη αιτιολογία και εκδόθηκαν από το ίδιο όργανο και κατά την ίδια διοικητική διαδικασία (βλέπε σχετικά Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-1959, σελ. 274). Αντίθετα, προσβολή με το ίδιο δικόγραφο δύο αυτοτελών διοικητικών πράξεων που δεν έχουν την πιο πάνω σχέση, ούτε συναποτελούν σύνθετη διοικητική ενέργεια, είναι απαράδεκτη (Τσάτσος, Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, Τρίτη Έκδοση, σελ. 357-358). Σύμφωνα με την ελληνική νομολογία υπάρχει έλλειψη συνάφειας μεταξύ δύο πράξεων εφ' όσον αυτές αφορούν σε διάφορο θέμα και βασίζονται επί ιδίας και αυτοτελούς βάσης (ΣτΕ 1888/65) ή είναι πράξεις που εκδόθηκαν από διάφορα όργανα και έχουν ίδιο και αυτοτελές αντικείμενο η κάθε μια (ΣτΕ 1433/62 και 302/63, ή είναι πράξεις που βασίζονται σε διάφορα πραγματικά περιστατικά και επί διαφορετικής νομικής βάσης (ΣτΕ 1869/62, 2065/63). Η δική μας νομολογία έχει ακολουθήσει στο σημείο αυτό την ελληνική (βλέπε μεταξύ άλλων Συμεωνίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 258, Μισιρλής ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 379, Κόκου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 82/97, ημερ. 22.9.1998 και Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1997)4 Α.Α.Δ. 2873). Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συνάφειας η προσφυγή θεωρείται ως παραδεκτή μόνο ως προς την πρώτη των προσβαλλομένων πράξεων, χωρεί όμως πάντοτε χωρισμός δικογράφου. Στην παρούσα υπόθεση οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν είναι συναφείς. Η μία πράξη δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των άλλων, ενώ οι διάφορες αποφάσεις που περιέχονται στα Σημειώματα Απαίτησης του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, βασίζονται σε διάφορα πραγματικά περιστατικά, αφού αναφέρονται σε εκτελωνίσεις διάφορων εισαγωγέων. Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή κατά των Σημειωμάτων Απαίτησης 14/99, 10/99, 11/99, 13/99 και 15/99, όπως περιγράφονται στις παραγράφους Α (ββ), (γγ), (δδ), (εε) και (στ), είναι απαράδεκτη και θα πρέπει να απορριφθεί. Παραμένει ως μόνη έγκυρη η προσφυγή κατά του Σημειώματος Απαίτησης υπ' αρ. 12/99, που καλύπτεται από την παράγραφο Α (αα), της οποίας η νομιμότητα θα εξεταστεί στη συνέχεια. Όπως είδαμε πιο πάνω η προσφυγή στρέφεται εναντίον της αξίωσης για καταβολή της αναλογούσας έκτακτης προσφυγικής επιβάρυνσης ύψους £479,80, που δεν καταβλήθηκε κατά τον τελωνισμό λόγω λανθασμένης δήλωσης της τιμής των εμπορευμάτων που αναγραφόταν στο τιμολόγιο εισαγωγής. Οι αιτητές προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση είναι αντίθετη προς το νόμο και ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας. Οι αιτητές δεν είναι ιδιοκτήτες, ούτε όφειλαν οι ίδιοι δασμούς επί των εμπορευμάτων τα οποία βρίσκονταν στις αποθήκες τους, ενώ οι καθ' ων η αίτηση δεν εξάντλησαν όλα τα μέσα που τους παρέχει η σχετική νομοθεσία, όπως κατάσχεση, δήμευση των εμπορευμάτων και πώλησή τους με δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε να καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό από τους ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων. Οι αιτητές σημειώνουν περαιτέρω ότι λόγω της καθυστέρησης των καθ' ων η αίτηση να ενεργήσουν, της παρόδου δεκαπέντε χρόνων και της παράλειψής τους να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των εισαγωγέων, η αξίωση καταβολής της επιβάρυνσης αντιστοιχεί με κατάχρηση εξουσίας. Επιπλέον οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η δυνατότητα υποβολής Σημειώματος Απαίτησης εναντίον τους δεν καλύπτεται από τον Καν. 17
(1)της Κ.Δ.Π. 119/74. Οι αιτητές ισχυρίζονται ακόμα ότι ο Διευθυντής Τελωνείων δεν προέβη στη δέουσα έρευνα, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Τέλος ισχυρίζονται ότι ο Διευθυντής Τελωνείων παρέλειψε να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο νόμος, ενεργώντας με βάση την εσφαλμένη αντίληψη ότι ήταν δεσμευμένος προς ορισμένη κατεύθυνση. Το Μέρος ΧΙ του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967, Ν.82/67, όπως έχει τροποποιηθεί, που προβλέπει τη δήμευση εμπορευμάτων, δεν επιβάλλει υποχρέωση στο Διευθυντή Τελωνείων να κατάσχει τα εμπορεύματα με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης από τον εισαγωγέα. Αντίθετα η χρήση της φράσης "δυνατόν να κατασχεθεί", του άρθρου 170
(1), φανερώνει ότι του παρέχεται σχετική διακριτική ευχέρεια. Παράλληλα ο Κανονισμός 17
(1)των περί Χορηγήσεως Αδείας εις Τελωνειακούς Πράκτορας και Βοηθούς Τελωνειακούς Πράκτορας Κανονισμών του 1974, Κ.Δ.Π. 119/74, προβλέπει ότι ο τελωνειακός πράκτορας και ο εισαγωγέας για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, ευθύνονται αλληλεγγύως έναντι των τελωνειακών αρχών για την καταβολή παντός δασμού, φόρου ή τέλους, ή πάσης φύσης δικαιώματος, αναφορικά προς οιαδήποτε εμπορεύματα, καθώς και για την καταβολή παντός ποσού που είναι πληρωτέο στις τελωνειακές αρχές δυνάμει του Νόμου, όσον αφορά εμπορεύματα και το οποίο λόγω λάθους, παράλειψης ή αμέλειας οιουδήποτε τελωνειακού πράκτορα δεν χρεώθηκε, επιβλήθηκε ή εισπράχθηκε κατά το χρόνο της εισαγωγής ή του τελωνισμού των εμπορευμάτων. Ούτε ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας ευσταθεί. Οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας. Η υποχρέωση της Διοίκησης να μην ενεργεί κατά τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό ή κακόπιστο, ώστε να εξαπατά ή ταλαιπωρεί χωρίς λόγο το διοικούμενο, προβλέπεται από το άρθρο 51
(1)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/1999. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η αξίωση για την καταβολή της συγκεκριμένης επιβάρυνσης βασιζόταν στην ανακριβή δήλωση των αιτητών, για την αξία των εμπορευμάτων που τελωνίστηκαν. Δεν φαίνεται, δεν έχει γίνει δε καν τέτοιος ισχυρισμός, ότι η Διοίκηση ενήργησε κακόβουλα, καθυστερώντας επίτηδες, είτε αμελώς, κατά την επιδίωξη είσπραξης του ποσού. Και ο ισχυρισμός των αιτητών για παράλειψη της Διοίκησης να προβεί σε επαρκή έρευνα θα πρέπει να απορριφθεί. Το σχετικό βάρος απόδειξης φέρουν οι αιτητές οι οποίοι και απέτυχαν να το αποσείσουν από τους ώμους τους. Αντίθετα από το περιεχόμενο του φακέλου φαίνεται ότι η Διοίκηση προέβη σε επαρκή έρευνα και ο σχετικός ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί. Και ο τελευταίος ισχυρισμός των αιτητών για ανεπαρκή αιτιολογία θα πρέπει να απορριφθεί. Η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης πρέπει να είναι σαφής ούτως ώστε να μη μένουν αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό λόγο της λήψης απόφασης και να καθίσταται δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης μπορεί να συμπληρωθεί και από τα στοιχεία του φακέλου (βλέπε σχετικά Φράγκου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 270, Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298 και Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ. 574). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σαφώς αιτιολογημένη. Αξιώνεται από τους αιτητές υπό την ιδιότητά τους ως τελωνειακών πρακτόρων, η καταβολή της προσφυγικής επιβάρυνσης για εμπορεύματα τα οποία λόγω αναληθούς αναγραφής της τιμής τους στο σχετικό τιμολόγιο δεν επιβλήθηκε. Διερωτώμαι ποιά περισσότερη αιτιολογία μπορεί να δοθεί. Εν όψει όλων των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των αιτητών, τα οποία υπολογίζω και επιδικάζω στις £400. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο