PHILIP MORRIS PRODUCTS INC ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 255/2002, 15 Μαίου, 2003 PHILIP MORRIS PRODUCTS INC. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 255/2002, 15 Μαίου, 2003 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 255/2002) 15 Μαίου, 2003 [ΚΑΛΛΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ PHILIP MORRIS PRODUCTS INC., Αιτήτριας, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΣΗΜΑΤΩΝ, Καθ' ων η αίτηση. ____________________ Χρ. Θεοδούλου, για την Αιτήτρια. Λ. Χριστοδουλίδου-Ζαννέτου (κα.), για τους Καθ' ων η αίτηση. Γ. Χαραλαμπίδης, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΑΛΛΗΣ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές ζητούν την πιο κάτω θεραπεία: «Η διοικητική πράξη ή απόφαση του καθ΄ ου αίτηση ημερομηνίας 25.1.2002 με την οποία απέρριψε την ένσταση των αιτητών σχετικά με την εγγραφή του Εμπορικού Σήματος FREMA INTERNATIONAL & LABEL αρ. 37330 και διέταξε κατ΄ ουσία όπως το σήμα αρ. 37330 προχωρήσει προς εγγραφή όπως εδημοσιεύθη, κηρυχθεί άκυρος και χωρίς καμμιά ισχύ (BE DECLARED NULL AND VOID AND OF NO EFFECT WHATSOEVER).» Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία περιβάλλουν την προσφυγή: Στις 22.10.92 η εταιρεία FREMA TOBACCO INTERNATIONAL LTD (το Ε.Μ.) καταχώρησε αίτηση για εγγραφή της λέξης "FREMA" και σχεδίου σαν εμπορικού σήματος (το επίδικο σήμα) στην κλάση 34 σε σχέση με τσιγάρα και είδη καπνού. Η αίτηση του Ε.Μ. έγινε αποδεκτή με όρους και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 15.7.1994. Στις 21.10.94 η Εταιρεία PHILIP MORRIS PRODUCTS INC. από τις Η.Π.Α. (οι αιτητές) καταχώρησε ένσταση κατά της εγγραφής του επίδικου σήματος. Την 2.12.94 το Ε.Μ. καταχώρησε αντένσταση για υποστήριξη της αίτησης του για εγγραφή του επίδικου σήματος. Ακολούθησε η καταχώριση μαρτυρίας και γραπτών αγορεύσεων από τα δύο μέρη. Η απόφαση του Εφόρου Εμπορικών Σημάτων (ο Έφορος) επιφυλάχθηκε στις 26.6.98 και εκδόθηκε στις 25.1.2002. Με την απόφαση του ο Έφορος απέρριψε την ένσταση των αιτητών και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση του Ε.Μ. προχωρήσει για εγγραφή όπως αυτή δημοσιεύθηκε. Σύμφωνα με την απόφαση του Εφόρου η ένσταση των αιτητών βασίζεται στα άρθρα 13 και 14 του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφ. 268 (όπως τροποποιήθηκε) τα οποία είναι αντίστοιχα με τα άρθρα 11 και 12 της Trade Marks Act 1938 του Ηνωμένου Βασιλείου. Αναφερόμενος στην Αγγλική Νομολογία (βλ. Smith Hayden & Co΄s Appl.
(1946)63 R.P.C. 97, 104) ο Έφορος σημείωσε ότι οι αρχές της προσαρμοζόμενες στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως εξής: «(α) Σύμφωνα με το άρθρο 11 (άρθρο 13 του Νόμου μας) τίθεται το ερώτημα αν λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση και φήμη του σήματος των ενισταμένων και τη χρήση του προτεινόμενου σήματος των αιτητών με φυσιολογικό και έντιμο τρόπο σχετικά με τα εμπορεύματα για τα οποία επιδιώκεται εγγραφή δεν θα ήταν λογικά πιθανό να προκληθεί παραπλάνηση και σύγχυση μεταξύ του ευρύτερου κοινού. (β) Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)[άρθρο 14
(1)του Νόμου μας] τίθεται το ερώτημα αν και όταν οι ενιστάμενοι χρησιμοποιούν τα εγγεγραμμένα εμπορικά τους σήματα για τα εμπορεύματα για τα οποία είναι εγγεγραμμένα θα υπάρχει λογική πιθανότητα παραπλάνησης και σύγχυσης μεταξύ του ευρύτερου κοινού αν οι αιτητές χρησιμοποιούν επίσης το προτεινόμενο τους σήμα με φυσιολογικό και έντιμο τρόπο για τα προτεινόμενα εμπορεύματα. (γ) Το βάρος απόδειξης ότι η ένσταση δεν είναι δικαιολογημένη βαρύνει τους αιτητές - Kerly΄s Law of Trade Marks and Trade Names 12η έκδ. παραγρ. 4-31, σελ. 43 και 44 και υποθέσεις Eno v. Dunn
(1890)και K.S.K.K.
(1958)RPC σελ. 112 στη σελ. 122.» Στη συνέχεια ο Έφορος υπέδειξε ότι για να εφαρμοστεί το άρθρο 13 θα πρέπει να θεμελιωθεί από τα γεγονότα ότι τα σήματα των αιτητών είναι γνωστά σε ικανοποιητικό αριθμό προσώπων στην Κύπρο. Αφού έλαβε υπόψη τη σχετική μαρτυρία έκρινε ότι τα σήματα των αιτητών «έχουν αποκτήσει τέτοια φήμη έτσι ώστε ικανοποιούνται πλήρως οι πρόνοιες/προϋποθέσεις του άρθρου 13 του Νόμου». Έκρινε, επίσης, ότι η φήμη των σημάτων των αιτητών «αφορά/καλύπτει τόσο τον Κυπριακό όσο και τον παγκόσμιο χώρο». Στη συνέχεια ο Έφορος αναφέρθηκε στο άρθρο 14
(1)του Νόμου. Παρατήρησε ότι ασχολείται με δύο θέματα: «Κατά πόσο οι σχετικές προδιαγραφές (specifications) καλύπτουν τα ίδια εμπορεύματα ή εμπορεύματα της ίδιας περιγραφής και δεύτερο κατά πόσο τα σχετικά σήματα είναι παρόμοια ή μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους έτσι ώστε να είναι δυνατό/πιθανό να προκληθεί σύγχυση ή παραπλάνηση έχοντας υπόψη τη φυσιολογική και έντιμη χρήση τους.» Έκρινε ότι πρόκειται για ίδια εμπορεύματα ή για εμπορεύματα της ίδιας περιγραφής. Βασίστηκε στην κρίση, γενικές γνώσεις και πείρα του αναφορικά με τον τρόπο που διατίθενται προς πώληση και αγοράζονται τα αντίστοιχα εμπορεύματα που καλύπτονται από τα εμπορικά σήματα των αιτητών καθώς και τις χρήσεις αυτών από το μέσο καταναλωτή. Ακολούθως ο Έφορος προχώρησε στη σύγκριση των σημάτων όπως αυτά «εμφανίζονται ενώπιον του και όχι όπως ενδεχόμενα θα μπορούσαν να παρουσιαστούν με άπειρους τρόπους/συσκευασίες κ.ο.κ. του προτεινόμενου για εγγραφή σήματος των αιτητών και των σημάτων των ενισταμένων». Όπως σημειώνεται στην απόφαση του ο Έφορος «συνέκρινε/αντίκρυσε τα δύο σήματα σαν σύνολο τόσο οπτικά όσο και ακουστικά/ηχητικά». Έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα των δικηγόρων των δύο μερών καθώς και τη μαρτυρία. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Ε.Μ. «έχει επιτύχει να θεμελιώσει ότι δεν είναι πιθανή η πρόκληση/δημιουργία σύγχυσης ή παραπλάνησης μεταξύ του ευρύτερου κοινού αν τα αντίστοιχα σήματα χρησιμοποιηθούν από διαφορετικούς ιδιοκτήτες εν σχέσει με τα εμπορεύματα που καλύπτουν». Παρατήρησε και τα εξής: «Αναμφίβολα δύο, τρία ή περισσότερα πρόσωπα μπορούν να φθάσουν, συγκρίνοντας δύο ή περισσότερα σήματα, σε διαφορετικά αποτελέσματα. Πιστεύω ότι το όλο θέμα σύγκρισης είναι θέμα πρώτης εντύπωσης ("the question is one of first impression" - Aristoc Ltd v. Rysta Ltd 62 RPC σελ. 65 H.L.) που δίνεται από τα συγκρινόμενα σήματα στην ολότητά τους. Πέρα από τα πιο πάνω πιστεύω ότι θα ήταν αδικαιολόγητο στις περιπτώσεις που πρόκειται για σήματα που αποτελούνται από σχήματα και/ή χρώματα με λέξη/λέξεις να δίνεται στους ιδιοκτήτες του ενός σήματος αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του σχήματος και/ή χρώματος και κατά τον τρόπο αυτό οι ιδιοκτήτες του σήματος αυτού να μονοπωλούν το σχήμα και/ή χρώμα αυτό εμποδίζοντας αδικαιολόγητα άλλους εμπορευόμενους στην ίδια γραμμή εργασίας/επιχειρηματικής δραστηριότητας να χρησιμοποιούν σχήματα και/ή χρώματα με λέξη διαφορετική/άλλη, έτσι ώστε τα δυο ή περισσότερα σήματα να δύνανται να διακριθούν μεταξύ τους. Ειδικότερα όταν δεν προκαλείται ούτε οπτική ούτε ακουστική/ηχητική ομοιότητα μεταξύ τους.» Τέλος ο Έφορος ασχολήθηκε με το κατά πόσο δεσμεύεται από την αρχική του απόφαση με την οποία είχε αποδεχθεί το επίδικο σήμα. Έκρινε ότι η απόφαση του Εφόρου που λήφθηκε κατά το στάδιο της αίτησης «δηλαδή πριν την δημοσίευση δεν τον δεσμεύει αν καταχωρηθεί ένσταση». Υπέδειξε ότι το βάρος απόδειξης ότι η ένσταση δεν είναι δικαιολογημένη «εξακολουθεί να βαρύνει το Ε.Μ. που πρέπει να θεμελιώσει/αποδείξει ότι δεν είναι πιθανή η πρόκληση σύγχυσης ή παραπλάνησης». Παρατήρησε ότι για να μπορέσει να αλλάξει την αρχική του απόφαση θα πρέπει να δικαιολογείται η αλλαγή της αρχικής απόφασης υπό το φως της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Έκρινε ότι η «μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν είναι ικανοποιητική που να δικαιολογεί την αλλαγή της απόφασης του Εφόρου». Κατέληξε ως εξής: «Λείπουν στοιχεία απόδειξης σύγχυσης και/ή παραπλάνησης. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πραγματικός απτός κίνδυνος σύγχυσης αν το σήμα των αιτητών προχωρήσει να τεθεί στο μητρώο εμπορικών σημάτων (real tangible danger of confusion if the mark which is sought to register is put on the Register). Απλώς πιθανότητα πρόκλησης σύγχυσης μεταξύ των σημάτων δεν αρκεί. Δεν καταχωρήθηκε από καμιά πλευρά οποιαδήποτε μαρτυρία - ένορκη δήλωση - από το ευρύτερο καταναλωτικό κοινό αν παραπλανήθηκε/συγχύστηκε/προβληματίστηκε στην επιλογή των προϊόντων/εμπορευμάτων που αγόρασε ή του δόθηκαν ζητώντας τα στα περίπτερα ή μηχανές ή τηλεφωνικά, τα οποία αφορούν στη συγκεκριμένη υπόθεση τσιγάρα και είδη καπνού. Περαιτέρω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρξε εκ μέρους των αιτητών έλλειψη καλής πίστης στη χρησιμοποίηση του σήματος τους οι οποίοι χρησιμοποίησαν με έντονο και πολύ διακριτικό τρόπο μέρος του ονόματος τους δηλ. τη λέξη "FREMA" με μεγάλα κεφαλαία γράμματα στο κέντρο της απεικόνισης/πακέτου, καθώς και τα γράμματα "f" και "m" με επίσης ιδιαίτερο, έντονο, διακριτικό τρόπο γραφής. Φαίνεται επίσης, τουλάχιστον από τα ενώπιο μου τεθέντα στοιχεία/πληροφορίες, ότι καμιά πλευρά κινήθηκε δικαστικά ή άλλως πως να εμποδίσει την άλλη πλευρά να εμπορεύεται και/ή πωλεί και/ή προωθεί τα δικά της εμπορεύματα στην Κυπριακή αγορά. Δεν γνωρίζω επίσης τί έγινε, ποιά μέτρα λήφθηκαν και το αποτέλεσμα που αυτά είχαν σε άλλες αγορές άλλων χωρών εκτός βέβαια από μια περίπτωση στη Βουλγαρία. Αντίγραφο της σχετικής απόφασης μελέτησα - επισυνάφθηκε σαν τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση κάποιας Μαρίας Paul ημερομηνίας 15.01.1996 - για ότι αυτή αξίζει και η οποία βέβαια κρίθηκε σύμφωνα με την εκεί ισχύουσα νομοθεσία και κανονισμούς. Αφού μελέτησα προσεκτικά όλα τα ενώπιο μου στοιχεία, την ειδοποίηση ένστασης, την αντένσταση, τις καταχωρηθείσες μαρτυρίες και τα όσα προβλήθηκαν από τους δικηγόρους των δύο πλευρών στις γραπτές αγορεύσεις, βρίσκω ότι οι αιτητές έχουν αποδείξει ότι η ένσταση δεν είναι δικαιολογημένη και επίσης δεν έχω ενώπιο μου νέα στοιχεία σύγχυσης ή παραπλάνησης που να δικαιολογούν την αλλαγή της αρχικής απόφασης του Εφόρου Εμπορικών Σημάτων.» Περιγραφή των δύο εμπορικών σημάτων: Το σήμα των αιτητών αποτελείται από μια σύνθετη ετικέτα που περιέχει διάφορα στοιχεία π.χ. «ένα παραλληλόγραμμο σχήμα με κενό οβάλ στις δύο στενές του άκριες». Επίσης υπάρχει ένα γεωμετρικό σχήμα που αποτελεί την αρχή της μύτης ενός Δέλτα και κάτω ακριβώς από τη μύτη που σχηματίζεται υπάρχει το σχεδιάγραμμα δύο ζώων πιθανώς λιονταριών και τα γράμματα PM INC στο μέσο των δύο λιονταριών. Στο μέσο της ετικέτας υπάρχει το κυρίως εμπορικό σήμα των αιτητών - η Αγγλική λέξη "Marlboro" (με μικρά γράμματα). Το σήμα του Ε.Μ. αποτελείται - και αυτό - από μια σύνθετη ετικέτα. Περιέχει ένα γεωμετρικό σχήμα που αποτελεί την αρχή της μύτης ενός Δέλτα και κάτω από τη μύτη που σχηματίζεται υπάρχει η Αγγλική λέξη "FREMA" με μεγάλα - κεφαλαία - γράμματα. Κάτω από τη λέξη "FREMA" υπάρχει η Αγγλική λέξη "INTERNATIONAL" με μικρότερα - κεφαλαία - γράμματα. Οι λόγοι ακύρωσης: Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών υπέβαλε ότι λανθασμένα ο Έφορος δεν συνέκρινε τα δύο ονόματα σχηματικά και χρωματικά. Η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί. Από την απόφαση του Εφόρου προκύπτει ότι ο τελευταίος συνέκρινε τα δύο σήματα «τόσο οπτικά όσο και ακουστικά/ηχητικά». Έχω την άποψη πως η οπτική σύγκριση περιλαμβάνει και την σχηματική και χρωματική σύγκριση. Έπεται πως ο σχετικός λόγος ακύρωσης πρέπει ν΄ απορριφθεί. Η επόμενη εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των αιτητών έχει επικεντρωθεί στην επισήμανση του Εφόρου περί μη καταχώρισης μαρτυρίας «από το ευρύτερο καταναλωτικό κοινό αν παραπλανήθηκε/συγχύστηκε /προβληματίστηκε στην επιλογή των προϊόντων που αγόρασε». Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέβαλε επί του προκειμένου ότι ο Έφορος δεν έλαβε υπόψη του ότι το Ε.Μ. είναι υπεράκτια εταιρεία και τα προϊόντα που φέρουν το επίδικο σήμα δεν μπορούν να κατασκευαστούν και να κυκλοφορήσουν στην Κύπρο. Επομένως ο Έφορος έπρεπε να απορρίψει την αίτηση «η οποία ουδεμία χρήση μπορεί να έχει στην Κύπρο». Πρόσθεσε ότι δεν ήταν δυνατή η προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας από το ευρύτερο καταναλωτικό κοινό αφού δεν κυκλοφορούν τα προϊόντα με το σήμα του Ε.Μ.. Επί του προκειμένου η ευπαίδευτη συνήγορος του Εφόρου υπέβαλε ότι σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ. 268 «οιονδήποτε πρόσωπο το οποίον ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης εμπορικού σήματος που χρησιμοποιεί ή πιθανόν να χρησιμοποιήσει στο μέλλον δικαιούται να αποταθεί στην Κύπρο για εγγραφή του εμπορικού του σήματος». Συνεπώς - συνέχισε - ο Κυπριακός Νόμος επιτρέπει την εγγραφή εμπορικού σήματος επ΄ ονόματι εταιρείας ανεξάρτητα από τυχόν χρήση του σήματος στην Κύπρο. Ένας τρόπος - συμπλήρωσε η ευπαίδευτη συνήγορος - χρήσεως του επίδικου σήματος στην Κύπρο από υπεράκτια εταιρεία είναι η εγγραφή του σήματος στην Κύπρο για να έχει την προστασία του Νόμου. Με την άδεια της υπεράκτιας εταιρείας ένας εισαγωγέας εισάγει τσιγάρα από μια εταιρεία του εξωτερικού και τα πωλεί στην Κύπρο με το επίδικο εμπορικό σήμα FREMA. Δεν υπάρχει - κατέληξε - τίποτε το μεμπτόν ή το παράνομο στην πιο πάνω περίπτωση. Υιοθετώ την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εφόρου γιατί βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 19 του Κεφ. 268. Κρίνω, επομένως, ότι το Ε.Μ. έχει δικαίωμα εγγραφής εμπορικού σήματος στην Κύπρο έστω και αν είναι υπεράκτια εταιρεία. Αναφορικά με την επισήμανση του Εφόρου για απουσία μαρτυρίας θεωρώ ότι η μη κυκλοφορία του προϊόντος με το σήματα του Ε.Μ. δεν συνιστά έγκυρο λόγο. Μπορούσαν οι αιτητές να παρουσιάσουν μαρτυρία από τον καταναλωτή που αγοράζει και χρησιμοποιεί τα προϊόντα "Marlboro" των αιτητών στον οποίο θα δινόταν η ευκαιρία να εξετάσει και το επίδικο σήμα και να διατυπώσει άποψη επί του κατά πόσο προκαλεί σύγχυση ή όχι. Για τους πιο πάνω λόγους ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ήταν περαιτέρω η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των αιτητών ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω απουσίας δέουσας έρευνας σε σχέση με δύο σημεία. Το πρώτο σημείο - σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο - «είναι ότι το Ε.Μ. είναι υπεράκτια εταιρεία και το δεύτερο ότι η σφαιρική εξέταση και σύγκριση των δύο σημάτων έπρεπε να γίνει με διάφορα προϊόντα που φέρουν τα σήματα ώστε να συγκριθούν στη μορφή που έχουν στο εμπόριο για να έχει ο Έφορος την ίδια εικόνα που έχει ένας μέσος καταναλωτής. Η στάση και ο τρόπος - κατέληξε ο ευπαίδευτος συνήγορος - με τον οποίο ο Έφορος χειρίστηκε την ένσταση των αιτητών «δεν έχει ως γνώμονα την προστασία του μέσου καταναλωτή και γενικά του δημόσιου συμφέροντος, για όλους τους ανωτέρω αναφερθέντες λόγους». Από την άλλη η ευπαίδευτη συνήγορος του Εφόρου υπέβαλε ότι ο ισχυρισμός περί απουσίας δέουσας έρευνας δεν ευσταθεί. Ο Έφορος - συνέχισε - λεπτομερώς αναφέρει στην απόφαση του τον τρόπο με τον οποίον διεξήγαγε την σύγκριση των αντίστοιχων εμπορικών σημάτων «τόσο οπτικώς όσο και ακουστικώς και κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι τα δύο εμπορικά σήματα δεν προσομοιάζουν τόσο που να είναι πιθανόν να προκληθεί σύγχυση είτε δυνάμει του άρθρου 13 ή του άρθρου 14 του Κεφ. 268». Είναι καθιερωμένη αρχή - συμπλήρωσε - ότι η σύγκριση των εμπορικών σημάτων είναι θέμα του Εφόρου και του Δικαστηρίου και δεν επιτρέπεται σε μάρτυρες να πουν την γνώμη τους ως προς την ομοιότητα και/ή την πιθανότητα συγχίσεως. Τέλος η ευπαίδευτη συνήγορος υπέδειξε ότι το σήμα των αιτητών αποτελείται από τη λέξη "Marlboro" με την οποία είναι γνωστό και έτσι καλείται από τους καταναλωτές. Κατέληξε ως εξής: «Δεν χρειάζεται πολλή επιχειρηματολογία ότι ένας καπνιστής ζητά τα τσιγάρα που καπνίζει με το όνομα τους ήτοι FREMA στη μια περίπτωση και MARLBORO στην άλλη περίπτωση. Είναι η εισήγηση μου ότι κανένας καπνιστής δεν θα ζητήσει τα τσιγάρα που επιθυμεί να αγοράσει περιγράφοντας το πακέτο ή το εξωτερικό περίβλημα τους ήτοι δώστε μου τσιγάρα με κόκκινο και άσπρο χρώμα ή τσιγάρα των οποίων το κουτί έχει οροφή τύπου «Δ» ή με δύο λιοντάρια κ.λ.π.» Οι αρχές του διοικητικού δικαίου υπαγορεύουν τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό τη διαπίστωση όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ωστόσο η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 και Nicolaou v. Minister of Interior and Another
(1974)3 C.L.R. 189). Η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Ζάμπογλου, πιο πάνω). Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371/25.6.99). Έχω λάβει υπόψη την έρευνα στην οποία έχει προβεί ο Έφορος όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα από την απόφαση του και από τους σχετικούς φακέλους (Τεκ. 1 και 2). Έχω την άποψη πως η έρευνα είχε επεκταθεί στη διερεύνηση κάθε θέματος που σχετίζεται με το υπό εξέταση θέμα. Τα θέματα που έπρεπε να είχαν διερευνηθεί είναι εκείνα που εμπίπτουν εντός της εμβέλειας των πιο πάνω άρθρων 13 και 14 του Κεφ. 268. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τους φακέλους αυτά είχαν διερευνηθεί δεόντως και επαρκώς. Έπεται πως ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί. Περαιτέρω ο Έφορος έχει αιτιολογήσει πλήρως την απόφαση του γιατί η τελευταία περιέχει όλα τα στοιχεία που καθιστούν δυνατό το δικαστικό έλεγχο. Τέλος πρέπει να υπενθυμίσω ότι καθώς έχει νομολογηθεί το όλο θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου το δικαστήριο δεν επεμβαίνει οσάκις έχει δοθεί η δέουσα βαρύτητα σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας δεν είναι προϊόν πλάνης περί το Νόμο ή τα πράγματα ή καθ΄ υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας. Αν ήταν εύλογα επιτρεπτό στον Έφορο να καταλήξει στο επίδικο συμπέρασμα με βάση το ενώπιον του υλικό το δικαστήριο δεν επεμβαίνει (Merck v. Republic
(1972)3 C.L.R. 548, 564). Έχω την άποψη πως η απόφαση του Εφόρου ήταν εύλογα επιτρεπτή με βάση το ενώπιον του υλικό και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και του ενδιαφερόμενου μέρους. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Π. ΚΑΛΛΗΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο