SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ, Υπόθεση Αρ. 82/2001, 17 Ιουλίου 2003 SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ, Υπόθεση Αρ. 82/2001, 17 Ιουλίου 2003 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 82/2001) 17 Ιουλίου 2003 [ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD, Αιτήτριας, ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ, Καθ΄ ης η αίτηση. --------------------------- Γ. Τριανταφυλλίδης και Ν. Γεωργιάδης, για την Αιτήτρια. Α. Παπαχαραλάμπους και Κ. Καντούνας, για την Καθ΄ ης η αίτηση. M.Τριανταφυλλίδης: για το Ενδιαφερόμενο Μέρος - «Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου «ΗΡΑ» Λτδ --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 1η Δεκεμβρίου 2000 η αιτήτρια εταιρεία ανακοίνωσε απόφασή της να διατυπώσει δημόσια πρόταση για εξαγορά τίτλων της «ΚΥΚΝΟΣ» Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ. Το έγγραφο της δημόσιας πρότασης κατατέθηκε, στο Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου που το ενέκρινε και, καθώς αντιλαμβάνομαι, στις 12 Δεκεμβρίου 2000 έγινε η σχετική δημοσίευση, όπως ορίζεται στο Μέρος ΙΙΙ των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Δημόσια Πρόταση προς Εξαγορά ή Αγορά Τίτλων και Συγχώνευση Εταιρειών Εισηγμένων στο Χρηματιστήριο) Κανονισμών του 1997 (Κ.Δ.Π. 100/97). Στις 15 Δεκεμβρίου 2000 η Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου «ΗΡΑ» Λτδ εξέφρασε κι΄αυτή πρόθεση να διατυπώσει δημόσια πρόταση αναφορικά με τίτλους της «ΚΥΚΝΟΣ» και στις 20 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε απόφασή της περί τούτου. Η εξέλιξη αναφορικά με το ενδιαφέρον της «ΗΡΑΣ» δεν χρειάζεται να με απασχολήσει. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η αιτήτρια θεώρησε πρώτο, πως από εκείνο το σημείο υπήρχε πια δημόσια πρόταση της «ΗΡΑΣ» παρόλον που, σχετικό έγγραφο της «ΗΡΑ» δεν είχε ακόμα κατατεθεί και, σύμφωνα με την ίδια την αιτήτρια, τελικά κατατέθηκε με καθυστέρηση στις 12 Ιανουαρίου 2001. δεύτερο, πως η εν λόγω πρόταση της «ΗΡΑΣ» ήταν ανταγωνιστική προς τη δική της που ήταν άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο και η ίδια η «ΗΡΑ» είχε χαρακτηρίσει, τη δική της δημόσια πρόταση. και τρίτο πως ενόψει της ανταγωνιστικής πρότασης διατηρούσε δικαίωμα, βάσει του Καν. 14
(2)(α) και της παραγράφου Β2
(1)του εγγράφου της δημόσιας πρότασης της, να ανακαλέσει την πρόταση. Ως αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης των πραγμάτων, η αιτήτρια με επιστολή ημερ. 27 Δεκεμβρίου 2000 πληροφόρησε το Συμβούλιο Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου ότι ανακαλεί και αποσύρει την πρόταση. Παράλληλα δημοσίευσε το γεγονός. Στο μεταξύ, την 21 Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιλήφθηκε πληροφορίας ότι κατά την ημερομηνία εκείνη οι τιμές των τίτλων της «ΚΥΚΝΟΣ» ξεπέρασαν τις τιμές που καθορίζονταν με τη δημόσια προσφορά τόσο της αιτήτριας όσο και της «ΗΡΑΣ». Ένεκα δε της διαπιστωθείσας ταυτότητας ορισμένων εκ των αγοραστών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έκρινε «ότι ενδείκνυται να διερευνηθεί κατά πόσο οι δύο προτείνοντες ShareLink Financial Services Ltd και Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Ήρα Λτδ προχώρησαν σε αγορές τίτλων με όρους ευνοϊκότερους από αυτούς που είχαν ανακοινώσει και αν κατά συνέπεια ενεργοποιείται ο Κανονισμός 16 της ΚΔΠ 100/97 για αυτόματη αναθεώρηση και των δύο προτάσεων». Στις 2 Ιανουαρίου 2001 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξέτασε το κατά πόσο η δημόσια πρόταση της αιτήτριας συνέχισε να υφίσταται και μετά τις 27 Δεκεμβρίου 2000 που η αιτήτρια ανακοίνωσε απόσυρση ή ανάκληση της πρότασης. Κατέληξε ότι το αντικείμενο της πρότασης της «ΗΡΑΣ» δεν ήταν το ίδιο με το αντικείμενο της πρότασης της αιτήτριας και ως εκ τούτου οι δύο προτάσεις δεν ήταν ανταγωνιστικές η μια προς την άλλη. ΄Εκρινε, επομένως, ότι η αιτήτρια «δεν είχε την ευχέρεια να αποσύρει την πρότασή της». Έπειτα, κατά την ίδια συνεδρία, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατηύθυνε την προσοχή της στο εκκρεμές θέμα των ψηλών τιμών στις οποίες είχαν αγοραστεί τίτλοι της «ΚΥΚΝΟΣ» και προγραμμάτισε την επί του θέματος περαιτέρω έρευνα. Σε συνεδρία ημερ. 21 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφάσισε, σε σχέση με την αγορά τίτλων της «ΚΥΚΝΟΣ» σε ψηλές τιμές, ότι διάφορα κατονομασθέντα πρόσωπα είχαν ενεργήσει για λογαριασμό της αιτήτριας σε συνεννόηση με αυτήν και με εναρμονισμένη πρακτική, παρόλον που ο καθένας είχε εμφανισθεί να ενεργούσε εντελώς προσωπικά. Ως εκ τούτου η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έκρινε ότι ενεργοποιείτο ο Καν. 16 της Κ.Δ.Π. 100/97 με αποτέλεσμα η δημόσια πρόταση της αιτήτριας να αναθεωρείται «στις τιμές 121 σεντ τοις μετρητοίς για τις μετοχές της Κύκνος και 38 σεντ τοις μετρητοίς για τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών (Warrants) της Κύκνος». Το κοινοποίησε αυτό στην αιτήτρια με επιστολή, ημερ. 22 Ιανουαρίου 2001, το κείμενο της οποίας παραθέτω: «Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει ολοκληρώσει τη διερεύνηση της ενδεχόμενης παράβασης των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Δημόσια Πρόταση προς Εξαγορά ή Αγορά Τίτλων και Συγχώνευση Εταιρειών Εισηγμένων στο Χρηματιστήριο) Κανονισμών του 1997 από την εταιρεία ShareLink Financial Services Ltd. Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής, η ShareLink Financial Services Ltd, μετά την ανακοίνωση της δημόσιας πρότασης για απόκτηση κατ΄ ελάχιστον του 30% και μέγιστο του συνόλου των τίτλων της Κύκνος Εταιρείας Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ, προχώρησε σε αγορές των τίτλων της Κύκνος από τη χρηματιστηριακή αγορά, στις 21 και 22 Δεκεμβρίου 2000, με όρους ευνοϊκότερους από αύτούς που ορίζονται στο έγγραφο της δημόσιας πρότασης που έχει καταρτίσει, μέσω προσώπων τα οποία θεωρήθηκαν από την Επιτροπή ότι ενήργησαν σε συνεννόηση (ως η ερμηνεία η οποία παρατίθεται στον Κανονισμό 2 των Κανονισμών περί Εξαγορών και Συγχωνεύσεων) μαζί της. Ως εκ τούτου σύμφωνα με τον Κανονσιμό 16 των Κανονισμών περί Εξαγορών και Συγχωνεύσεων, η πρόταση της ShareLink Financial Services Ltd αναθεωρείται αυτόματα στις τιμές 121 σεντ τοις μετρητοίς για τις μετοχές της Κύκνος και 38 σεντ τοις μετρητοίς για τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών (Warrants) της Κύκνος.» Σύμφωνα με τον Καν. 16: «
- Σε περίπτωση που μετά την ανακοίνωση της δημόσιας πρότασης, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό 9, και μέχρι της λήξεως της ισχύος της ταχθείσας προς αποδοχή προθεσμίας, ο προτείνων, άλλα πρόσωπα ενεργούντα εξ ονόματός τους αλλά για λογαριασμό του προτείνοντος, ελεγχόμενες από αυτόν επιχειρήσεις ή πρόσωπα ενεργούντα σε συνεννόηση με τον προτείνοντα, αποκτήσουν τίτλους που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης, με όρους ευνοϊκότερους από αυτούς που ορίζονται στο έγγραφο της δημόσιας πρότασης ή οποιασδήποτε αναθεώρησής της, τότε οι ευνοϊκότεροι αυτοί όροι ισχύουν για όλους τους αποδέκτες της πρότασης.» Η αιτήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προέβη εν προκειμένω στη λήψη εκτελεστής διοικητικής απόφασης, την οποία προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή. Ζητά: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση 1 («καθ΄ ων η αίτηση») οποία κοινοποιήθηκε στους αιτητές μ΄ επιστολή ημερ. 22 Ιανουαρίου 2001 - Παράρτημα Α - ότι οι αιτητές έχουν προχωρήσει σε αγορές τίτλων της Κύκνος από τη χρηματιστηριακή αγορά, στις 21 και 22 Δεκεμβρίου 2000, με όρους ευνοϊκότερους από αυτούς που ορίζονται στο έγγραφο της δημόσιας πρότασης που έχουν καταρτίσει, μέσω προσώπων τα οποία θεωρήθηκαν από τους καθ΄ ων η αίτηση ότι ενήργησαν σε συνεννόηση με βάση την ερμηνεία του Κανονισμού 2 των Κανονισμών Περί Εξαγορών και Συγχωνεύσεων είναι άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση η οποία κοινοποιήθηκε στους αιτητές μ΄ επιστολή ημερ. 22 Ιανουαρίου 2001 - Παράρτημα Α - με την οποία τους πληροφορούν ότι η Δημόσια Πρόταση των αιτητών σε σχέση με την Κύκνος Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου («Κύκνος») αυτόματα αναθεωρείται στις τιμές £1,21 σεντ τοις μετρητοίς για τις μετοχές της Κύκνος και £0,38 σεντ τοις μετρητοίς για τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών (warrants) της Κύκνος σύμφωνα με τον Κανονισμό 16 των Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Δημόσια Πρόταση προς Εξαγορά και Αγορά Τίτλων και Συγχώνευση Εταιρειών Εισηγμένων στο Χρηματιστήριο) Κανονισμών του 1997 είναι άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα.» Το θέμα δεν τελείωσε όμως με τον καθορισμό υποχρέωσης της αιτήτριας να αγοράσει τους τίτλους της «ΚΥΚΝΟΣ» στις αναφερθείσες ψηλότερες τιμές. Επειδή, κατά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η αιτήτρια δεν είχε συμμορφωθεί με ό,τι επέβαλλε η αναθεώρηση της δημόσιας πρότασης, βάσει του Καν.16 προχώρησε να εξετάσει και το κατά πόσο υπήρξε παράβαση αυτού του Κανονισμού, οπότε θα εγειρόταν ζήτημα επιβολής κυρώσεων. Πληροφόρησε την αιτήτρια με επιστολή ημερ. 30 Ιανουαρίου 2001 για την εξέταση του θέματος. Στις λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να αναφερθώ Σε συνεδρία ημερ. 5 Μαρτίου 2001 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφάσισε ότι η αιτήτρια παρέβη τον Καν. 16 και με επιστολή ημερ. 6 Μαρτίου 2001 την κάλεσε όπως εντός ταχθείσας προθεσμίας παραθέσει γραπτώς ο,τιδήποτε επιθυμούσε να ληφθεί υπόψη σε περίπτωση επιβολής κυρώσεων. Η αιτήτρια διατύπωσε τις θέσεις της και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε συνεδρία ημερ. 11 Μαρτίου 2001 αποφάσισε να επιβάλει κυρώσεις. Κοινοποίησε την απόφαση της με επιστολή ημερ. 14 Μαρτίου
- Αυτή η απόφαση προσβλήθηκε με την προσφυγή αρ. 258/2001, Sharelink Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Εξετάστηκε από συνάδελφο ο οποίος εξέδωσε απόφαση στις 7 Σεπτμεβρίου
- Οι συνήγοροι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπέβαλαν ότι με την παρούσα προσφυγή δεν προσβάλλεται εκτελεστή διοικητική απόφαση. Κατά την άποψη τους, η προς τα άνω αναθεώρηση της τιμής προέκυπτε αυτόματα βάσει του Καν.16 - όπως περιγράφεται και στο περιθώριο του - και επομένως η αναφορά από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην εν λόγω αναθεώρηση δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα. Εξέφρασαν εναλλακτικώς την άποψη πως αν δεν ήταν έτσι, τότε εν πάση περιπτώσει, ό,τι προσβαλλόταν δεν αποτελούσε παρά μόνο «προπαρασκευαστική πράξη της απόφασης την οποία οι αιτητές προσέβαλαν με την προσφυγή τους με αρ.258/
- Αντιθέτως, οι συνήγοροι της αιτήτριας επέμεναν ότι επρόκειτο περί εκτελεστής διοικητικής απόφασης αφού εκπορεύθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και παρήγαγε έννομα αποτελέσματα. Υπήρχαν, καθώς το έθεσαν, «δύο εντελώς χωριστές και αυτοτελείς διοικητικές πράξεις: Η πρώτη, η επίδικη, αφορά την απόφαση για εφαρμογή του Καν.16, ενώ η δεύτερη, αντικείμενο της προσφυγής 258/01, αφορά την παράβαση του Καν.16». Επιχειρηματολογώντας ανέφεραν ότι, αν η προσβαλλόμενη απόφαση θεωρείτο προπαρασκευαστική - που γι΄αυτούς δεν ήταν, γιατί ως απόφαση για την εφαρμογή του Καν.16 επιδρούσε άμεσα στα δικαιώματα τους - αυτή «θα παρέμενε αλώβητη» αν ακυρωνόταν η μεταγενέστερη απόφαση που προσεβλήθη με την προσφυγή 258/
- Οι συνήγοροι της αιτήτριας εισηγήθηκαν επιπλέον ότι η άποψη τους υποστηριζόταν από τη δικαστική απόφαση στην προσφυγή 258/01 όπου έγινε συσχετισμός της εκεί προσβαλλόμενης απόφασης με την απόφαση που προσέβαλλε η παρούσα προσφυγή. Σχετικά είναι κυρίως τα εξής αποσπάσματα από τη δικαστική απόφαση. «Στη συνεδρία της ημερομηνίας 21.1.01 αποφάσισε να συγκεντρώσει όλα τα σχετικά στοιχεία υπό μορφή πορίσματος. Με βάση όλα τα ενώπιον της στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι άτομα και εταιρείες ενεργούσαν εξ ονόματός τους για λογαριασμό όμως της αιτήτριας και ενεργούσαν σε συνεννόηση με τον προτείνοντα με εναρμονισμένη πρακτική. Κατέληξε ότι εφαρμόζεται ο Κανονισμός 16 σε σχέση με τη Δημόσια Πρόταση της αιτήτριας στις τιμές 1.21 σεντ τοις μετρητοίς για τις μετοχές της Εταιρείας Κύκνος και 0.38 σεντ τοις μετρητοίς για τα δικαιώματα αγοράς των μετοχών (Warrants) της ίδιας εταιρείας. Η καθ΄ης η αίτηση ενημέρωσε την αιτήτρια για την απόφαση της αυτή με επιστολή της ημερομηνίας 22.1.
- Εναντίον αυτής καταχωρήθηκε η προσφυγή με αρ.82/01 η οποία εκδικάζεται. Η καθ΄ης η αίτηση διαπίστωσε ότι από ανακοίνωση της αιτήτριας προέκυψε ότι η αναθεωρημένη πρόταση την οποία η τελευταία παρουσίασε στη Γενική της Συνέλευση και η οποία καταψηφίστηκε στις 25.1.01 αφορούσε εξαγορά των τίτλων της Εταιρείας Κύκνος με χρεόγραφα και όχι τοις μετρητοίς στην αναθεωρημένη τιμή £1.21 ανά μετοχή και £0.38 ανά δικαίωμα αγοράς μετοχών. .................................. .................................................. .................................................. .............. Στην κρινόμενη περίπτωση η καθ΄ης η αίτηση αφού αποφάσισε ότι εφαρμόζεται ο Κανονισμός 16, απόφαση για την οποία καταχωρήθηκε η προσφυγή αρ.82/01, αποφάσισε αφού διεξήχθηκε έρευνα ότι η αιτήτρια παραβίασε τον αναφερθέντα Κανονισμό. Προχώρησε στη συνέχεια στην επιβολή των διοικητικών κυρώσεων. Κρίνω ως αρμόδιο όργανο την καθ΄ης η αίτηση και απορρίπτω το σχετικό ισχυρισμό. .................................. .................................................. .................................................. .............. Δέχομαι τη θέση του δικηγόρου της καθ΄ης η αίτηση ότι αυτό που ονομάστηκε πόρισμα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά συγκέντρωση όλου του σχετικού υλικού που είχε ενώπιον της η καθ΄ης η αίτηση στο πλαίσιο της διεξαγωγής δέουσας έρευνας. σ΄αυτό στηρίχθηκε η απόφαση για εφαρμογή του Κανονισμού 16 η οποία αποτελεί αντικείμενο της αναφερθείσας προσφυγής. Αντικείμενο της κρινόμενης προσφυγής είναι η απόφαση για παράβαση του Κανονισμού 16 λόγω της αυτόματης αναθεώρησης της δημόσιας πρότασης στις τιμές 1,21 για τις μετοχές και 0,38 για τα δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) σε χρεόγραφα αντί τοις μετρητοίς. Το περιεχόμενο της καταγγελίας που αντιμετώπιζαν έγινε γνωστό στην αιτήτρια με επιστολή της καθ΄ης η αίτηση.» Είναι, κατά την άποψη μου, προφανές ότι η απόφαση που προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή ήταν εκτελεστή. Οι πρόνοιες του Καν.16 για αναθεώρηση λειτούργησαν εν προκειμένω όχι στο κενό αλλά στη βάση των καταλήξεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Που ήταν πρώτο, ότι η δημόσια πρόταση της «ΗΡΑΣ» δεν ήταν ανταγωνιστική και δεν παρείχε στην αιτήτρια δικαίωμα ανάκλησης της δικής της. και, δεύτερο, ότι διάφορα πρόσωπα ενεργώντας με το δικό τους όνομα αλλά για λογαριασμό και σε συνεννόηση με την αιτήτρια απέκτησαν τίτλους της «ΚΥΚΝΟΣ» σε ψηλότερη τιμή. Το ίδιο κατά την άποψη μου προφανές είναι και ότι αυτή η εκτελεστή απόφαση συγχωνεύτηκε στη μεταγενέστερη, που προσβλήθηκε με την προσφυγή 258/01, ως απόληξη μιας σύνθετης διοικητικής ενέργειας που αφορούσε διαφορετικές πτυχές στην ολοκλήρωση της πορείας του ίδιου βασικά ζητήματος. Βλ. ενδεικτικά την Tamassos Suppliers v. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ.
- Το ότι ο ευπαίδευτος συνάδελφος μου ο οποίος εξέτασε τη μεταγενέστερη απόφαση στην προσφυγή 258/01 φαίνεται να θεώρησε πως η απόφαση που προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή συνέχιζε να διατηρούσε την αυτοτέλεια της, ζήτημα το οποίο καθώς αντιλαμβάνομαι δεν απασχόλησε ειδικά ως αντικείμενο δικαστικής κρίσης, αφήνει αμετάβλητη τη δική μου άποψη. Η απόφαση που προσβλήθηκε με την προσφυγή 258/01 είχε ως θεμέλιο την απόφαση που προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή. Η απόφαση εκείνη λάμβανε ως δεδομένη τη νομιμότητα της προηγούμενης απόφασης για αναθεώρηση της τιμής. Χωρίς τη νομιμότητα της πρώτης απόφασης δεν θα μπορούσε εν τέλει να αναδειχθεί νόμιμη η δεύτερη. Θα έπρεπε βέβαια, να είχε ζητηθεί ο έλεγχος της πρώτης, στο πλαίσιο της προσφυγής για τη δεύτερη. Δεν φαίνεται να ζητήθηκε και γι΄αυτό δεν εξετάστηκε. Δεν θα ήταν όμως δυνατό να αποσυνδεθεί η μια από την άλλη. Η δικαστική κρίση σχετικά με την παράβαση του Καν.16 θα ήταν ανέφικτη χωρίς δεδομένη την υποχρέωση της αιτήτριας να συμμορφωθεί με την πρώτη απόφαση για αναθεώρηση, κατ΄εφαρμογήν του Καν.
- Νομίζω πως η ορθότητα αυτού του συλλογισμού ελέγχεται και από το αποτέλεσμα. Κατόπιν της δικαστικής επικύρωσης της δεύτερης απόφασης, θα ήταν αντινομικό και απαράδεκτο να εξεταστεί η νομιμότητα διοικητικής απόφασης που είχε αποτελέσει προϋπόθεση για τη νομιμότητα της δεύτερης. Κρίνω επομένως ότι η παρούσα προσφυγή δεν μπορεί να προχωρήσει. Η προσφυγή απορρίπτεται, ως μη παραδεκτή, με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Γ. Νικολάου, &# 9;Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο