ΧΑΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1336/2000, 10 Σεπτεμβρίου 2003 ΧΑΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1336/2000, 10 Σεπτεμβρίου 2003 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1336/2000) 10 Σεπτεμβρίου 2003 [ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ης η Αίτηση. --------------------------- Λ. Κληρίδης, για τον Αιτητή. Δ. Καλλίγερος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ ης η Αίτηση. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής υπηρετούσε με δοκιμασία στη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως όταν υπέβαλε γραπτώς αίτημα για παραίτηση από τη θέση. Το αίτημα του ικανοποιήθηκε. Με την παρούσα προσφυγή παραπονείται ακριβώς γι΄ αυτή την εξέλιξη. Είχε προσληφθεί στη θέση με ισχύ από 2 Απριλίου
- Κατόπιν που την 1 Απριλίου 2000 έληξε η περίοδος δοκιμασίας, η Ε.Δ.Υ. συνήλθε για να εξετάσει τα περαιτέρω. Αφού σημείωσε ότι οι τελευταίες τρεις Εξαμηνιαίες Υπηρεσιακές Εκθέσεις δεν ήταν ευνοϊκές, ότι ο αιτητής δεν συστηνόταν, ότι η Επίτροπος Διοικήσεως απέρριψε ένσταση του αναφορικά με την τελική Εξαμηνιαία Έκθεση. και ότι αυτός, με επιστολές ημερ. 2, 4, 5 και 6 Μαίου 2000, προέβαινε σε παραστάσεις αναφορικά με τις Εξαμηνιαίες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, αποφάσισε να τον ειδοποιήσει ότι θα εξέταζε θέμα τερματισμού των υπηρεσιών του και θα του έδινε την ευκαιρία να ακουστεί. Στα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ, ημερ. 10 Μαίου 2000, σημειώνονται τα εξής: «Ο Χαραλάμπους Χάρης διορίστηκε με δοκιμασία στη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, από 2.4.
- Η χρονική περίοδος δοκιμασίας του εν λόγω υπαλλήλου έληξε την 1.4.
- Οι τρεις τελευταίες Εξαμηνιαίες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, που υποβλήθηκαν γι΄ αυτόν αναφορικά με την εργασία και τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας του δεν είναι ικανοποιητικές και στην τελική Έκθεση αναφέρεται ότι είναι ακατάλληλος για μονιμοποίηση. Συγκεκριμένα, στις Εξαμηνιαίες Υπηρεσιακές Εκθέσεις του για τις περιόδους 1.10.98-30.3.99 και 1.4.99-30.9.99, ο Χαραλάμπους κρίθηκε στα 5 από τα 6 στοιχεία ως «Μη ικανοποιητικά» και μόνο σε ένα στοιχείο, στο στοιχείο
(2)«Υπηρεσιακό ενδιαφέρον», κρίθηκε ως «Ικανοποιητικά», ενώ στην τελική Έκθεση (για την περίοδο 1.10.99-31.3.00) κρίθηκε και στα 6 στοιχεία ως «Μη ικανοποιητικά». Η Επίτροπος Διοικήσεως στην τελική Έκθεση, αιτιολογώντας την κρίση της, ότι ο Χαραλάμπους είναι ακατάλληλος για να μονιμοποιηθεί, αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο Χαραλάμπους δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης. Αδυνατεί να επικεντρωθεί στα ουσιώδη για την περίπτωση γεγονότα και να προβεί σε κάποια εκτίμηση. Αναλίσκεται σε αλλεπάλληλα σημειώματα εν πολλοίς αντιφατικά και δημιουργεί σύγχυση. Πρόβλημα πρωτοβουλίας. Αντιλαμβάνεται το ρόλο και ενεργεί μόνο καθ΄ υπαγόρευση. Καμιά συνεισφορά, ελάχιστη έως μηδενική στην εργασία του Γραφείου όλο το διάστημα της εργασίας του.» Η Επίτροπος Διοικήσεως, με επιστολή της με αρ. Φακ. Ε.Δ:15.16.01 και ημερομηνία 25.4.00, διαβίβασε στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, πέραν της πιο πάνω τελικής Εξαμηνιαίας Υπηρεσιακής Έκθεσης, και την ένσταση που υπέβαλε ο Χαραλάμπους για την εν λόγω Έκθεση, καθώς και την απάντηση που του έδωσε στην εν λόγω ένσταση. Ειδικότερα, ο Χαραλάμπους, με επιστολή του προς την Επίτροπο Διοικήσεως με ημερομηνία 19.4.2000, υπέβαλε ένσταση αναφορικά με τη δυσμενή τελική Εξαμηνιαία Υπηρεσιακή Έκθεσή του για την περίοδο 1.10.99-31.3.00 και ζήτησε την αναθεώρησή της για τους ακόλουθους λόγους, αναφερόμενος εκτενώς, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, σε ορισμένα στοιχεία/επιχειρήματα: Έτυχε μη αντιπροσωπευτικής αξιολόγησης της πραγματικής υπηρεσιακής του εικόνας για την περίοδο 1.10.99-31.3.00. Η αξιολόγηση αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τα αποτελέσματα της εργασίας του, της πραγματικής του επίδοσης και απόδοσης επί της εργασίας του που ετύγχανε αναγνώρισης λόγω του υπέρμετρου υπηρεσιακού ζήλου που καταδεικνύει και της μόρφωσής του. Η δυσμενής Υπηρεσιακή Έκθεση και η αξιολόγησή του στηρίχθηκε σε πεπλανημένα στοιχεία και άρα χαρακτηρίζεται από πλάνη περί τα πραγματικά δεδομένα. Η αξιολόγησή του θα έπρεπε να γίνει με τα ίδια κριτήρια και το ίδιο μέτρο κρίσεως όπως των άλλων συναδέλφων του, πράγμα που δεν έγινε. Η Επίτροπος Διοικήσεως, με επιστολή της με αρ. φακ. Ε.Δ.Π.Φ. 34/2 και ημερομηνία 25.4.2000, προς τον Χαραλάμπους, δεν αποδέκτηκε την ένστασή του και παρέθεσε στοιχεία που αποδίδουν την αντικειμενική της εκτίμηση για την εργασία που αυτός επιτέλεσε κατά την κρίσιμη περίοδο και το γεγονός ότι δεν υπήρξε από μέρους της καμιά παραπλάνηση. Ειδικότερα, η Επίτροπος Διοικήσεως αναφέρεται στον αριθμό παραπόνων που αυτός διεκπεραίωσε και τις εκθέσεις που συνολικά ετοίμασε, σε σύγκριση με τους άλλους λειτουργούς του Γραφείου της, και στην καθοδήγηση και άλλη βοήθεια που είχε από τους συναδέλφους του και από την ίδια προσωπικά. Πέραν των πιο πάνω εγγράφων, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας έλαβε γνώση και επιστολών του Χαραλάμπους ημερομηνίας 2.5.2000, 4.5.2000 και 5.5.2000, που απευθύνονται προς την Επιτροπή, καθώς και επιστολής του ημερομηνίας 6.5.2000, που απευθύνεται προς την Επίτροπο Διοικήσεως και κοινοποιείται στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Με τις επιστολές του αυτές ο Χαραλάμπους αναφέρεται στις παραστάσεις του για τις Εξαμηνιαίες Υπηρεσιακές Εκθέσεις του. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, με βάση τις Εξαμηνιαίες Υπηρεσιακές Εκθέσεις που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Χάρη, Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, και ιδιαίτερα την τελευταία στην οποία αναφέρεται ότι είναι ακατάλληλος για μονιμοποίηση, και έχοντας υπόψη όλα τα σχετικά έγγραφα που τέθηκαν ενώπιόν της, περιλαμβανομένων και όλων των επιστολών του Χαραλάμπους που είτε απευθύνονται είτε κοινοποιούνται προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, αποφάσισε να δώσει σ΄ αυτόν ειδοποίηση ότι προτίθεται να εξετάσει θέμα τερματισμού των υπηρεσιών του. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να τον καλέσει γραπτώς, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 38
(2)των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 1996, όπως εντός 15 ημερών από της ημερομηνίας επίδοσης σ΄ αυτόν της σχετικής επιστολής, προβεί σε οποιεσδήποτε παραστάσεις επιθυμεί εναντίον του τερματισμού του διορισμού του.» Ο αιτητής ειδοποιήθηκε με επιστολή ημερ. 18 Μαίου 2000 την οποία παρέλαβε αυθημερόν. Ζήτησε περισσότερο χρόνο για προετοιμασία και η Ε.Δ.Υ. σε δύο περιπτώσεις του παραχώρησε. Η υπόθεση ορίστηκε πρώτα για τις 22 Ιουνίου 2000 και ύστερα για τις 3 Ιουλίου
- Όταν ο αιτητής αποτάθηκε και τρίτη φορά για παράταση, η Ε.Δ.Υ. δεν ενέκρινε το αίτημα. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τα πρακτικά της συνεδρίας ημερ. 28 Ιουνίου 2000: «Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, αφού μελέτησε το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 27.6.00 του Χαραλάμπους Χάρη, Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, αποφάσισε να μην αποδεχθεί το αίτημά του για περαιτέρω παράταση της περιόδου μέσα στην οποία δικαιούται να υποβάλει οποιεσδήποτε παραστάσεις επιθυμεί αναφορικά με τη γνωστοποιηθείσα προς αυτόν πρόθεση της Επιτροπής να εξετάσει θέμα τερματισμού του διορισμού του, για το λόγο ότι του έχει ήδη δοθεί αρκετός χρόνος για προετοιμασία των παραστάσεών του. Συγκεκριμένα, του δόθηκε αρχικά χρονική περίοδος ενός μηνός, από 23.5.00 μέχρι 22.6.00 (από την ημερομηνία δηλαδή που του γνωστοποιήθηκε η σχετική απόφαση της Επιτροπής μέχρι την αρχική ημερομηνία στην οποία κλήθηκε ενώπιον της Επιτροπής), και μετά, ύστερα από σχετικό αίτημά του, ως νέα ημερομηνία ορίστηκε η 3.7.
- Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να κληθεί ο Χαραλάμπους να προσέλθει ενώπιον της Επιτροπής στην καθορισμένη ημερομηνία, στις 3.7.
- Σε περίπτωση που θα παραλείψει να εμφανιστεί κατά την εν λόγω ημερομηνία, η Επιτροπή θα προχωρήσει στην εξέταση του θέματος στην απουσία του.» Ο αιτητής επέμενε. Την επομένη της ανωτέρω απάντησης της Ε.Δ.Υ., υπέβαλε ξανά αίτημα για παράταση. Η Ε.Δ.Υ., σε συνεδρία ημερ. 30 Ιουνίου 2000, το απέρριψε κι αυτό ως αδικαιολόγητο. Στις 3 Ιουλίου 2000 συνήλθε λοιπόν η Ε.Δ.Υ. προς εξέταση του θέματος τερματισμού των υπηρεσιών του αιτητή. Κατατέθηκε τότε επιστολή του, της ίδιας ημερομηνίας, με την οποία υποβάλλετο αίτημα για αναβολή. Επικαλείτο αυτή τη φορά λόγους υγείας. Η επιστολή συνοδευόταν από ιατρικό πιστοποιητικό καρδιολόγου, ημερ. 1 Ιουλίου 2000, με το οποίο του παραχωρείτο άδεια ασθενείας από 2 Ιουλίου 2000 μέχρι και 11 Ιουλίου
- Η Ε.Δ.Υ. ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για τις 12 Ιουλίου
- Αλλά και πάλι, όταν η Ε.Δ.Υ. συνεδρίασε στις 12 Ιουλίου 2000, κατατέθηκε την τελευταία στιγμή επιστολή του, της ίδιας ημερομηνίας, με την οποία ζητούσε παράταση μέχρι 21 Ιουλίου
- Το αίτημα στηριζόταν σε πιστοποιητικό νευρολόγου, ημερ. 10 Ιουλίου 2000, με το οποίο του παραχωρείτο άδεια ασθενείας δέκα ημερών. Λόγω αυτής της τροπής των πραγμάτων, η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε να ζητήσει όπως ο αιτητής εξεταστεί από Ιατρικό Συμβούλιο. Στο μεταξύ ανέβαλε την υπόθεση χωρίς να ορίσει νέα ημερομηνία. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τα πρακτικά της συνεδρίας ημερ. 12 Ιουλίου 2000: «Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, αφού εξέτασε το αίτημα του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Χάρη, Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, και έχοντας υπόψη ότι είναι η δεύτερη φορά που ο Χαραλάμπους ζητεί αναβολή την τελευταία στιγμή της εμφάνισής του ενώπιόν της για να προβεί σε παραστάσεις σχετικά με την υπόθεση που τον αφορά - η πρώτη φορά ήταν στις 3.7.00, οπότε υπέβαλε πιστοποιητικό από Καρδιολόγο ιατρό - αποφάσισε να ζητηθεί από το Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας να εξεταστεί ο Χαραλάμπους από Ιατροσυμβούλιο, προς το οποίο θα αποσταλούν όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν τις γνωματεύσεις των δύο ιατρών που τον εξέτασαν. Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε να παρακληθεί ο Διευθυντής να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να υποβληθεί στην Επιτροπή γνωμάτευση κατά πόσον ο Χαραλάμπους είναι σε θέση να παρουσιαστεί ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και πότε, προκειμένου να υποβάλει τις παραστάσεις του, όπως είχε κληθεί να πράξει. .................................. .................................................. .................................................. .............. Τέλος, η Επιτροπή αποφάσισε ότι θα πρέπει να υποδειχθεί στον Χαραλάμπους να ανταποκριθεί σε κλήση του αρμόδιου Ιατροσυμβουλίου για να παρουσιαστεί ενώπιόν του σε οποιοδήποτε χρόνο που θα του καθορίσει και ότι, σε περίπτωση που παραλείψει να συμμορφωθεί, η Επιτροπή θα προχωρήσει στην εξέταση του θέματος στην απουσία του.» Στις 13 Ιουλίου 2000, μετά που την προτεραία ο αιτητής κλήθηκε να παρουσιαστεί σε Ιατρικό Συμβούλιο, αυτός υπέβαλε παραίτηση με την ακόλουθη επιστολή: «13 Ιουλίου 2000 Επίτροπο Διοικήσεως Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως 46 Θεμιστοκλή Δέρβη Medcon Tower Λευκωσία Αξιότιμη κυρία Κατόπιν πολλής σκέψης και προβληματισμού έχω καταλήξει στην απόφαση να υποβάλω και με τη παρούσα υποβάλλω την παραίτησή μου από την προσωρινή θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως. Η απόφαση μου αυτή ελήφθη αφού αξιολόγησα όλα τα δεδομένα και το όλο κλίμα που εδημιουργήθη στο περιβάλλον της υπηρεσίας εναντίον μου και με πλήρη συνείδηση των υποχρεώσεων μου έναντι της υπηρεσίας. Εκείνο όμως το οποίο έκλινε την πλάστιγγα υπέρ της απόφασης για υποβολή της παραίτησής μου είναι η διατήρηση της αξιοπρέπειας και του κύρους μου ως ανθρώπου και ως επιστήμονα. Η παραίτηση μου ουδόλως επηρεάζει τα τυχόν δικαιώματα τα οποία δυνατόν να έχω. Όλα τα πιο πάνω δίχως βλάβη και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου. Με τιμή, Κοινοποίηση:- Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.» Η Επίτροπος Διοικήσεως απέστειλε αμέσως προς την Ε.Δ.Υ. επιστολή - «ΠΟΛΥ ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ - ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ» - με την οποία, αφού αναφέρθηκε στην εν λόγω επιστολή του κ. Χαραλάμπους, σύστησε αποδοχή της παραίτησης του, πληροφόρησε την Ε.Δ.Υ., για την άδεια που είχε σε πίστη του ο αιτητής και συνακόλουθα τη σχετική ημερομηνία αφυπηρέτησης του, και ζήτησε πλήρωση της θέσης. Σε συνεδρία ημερ. 14 Ιουλίου 2000 η Ε.Δ.Υ. «αποφάσισε να επιτρέψει στον Χαραλάμπους Χάρη να παραιτηθεί από τη Δημόσια Υπηρεσία από 31.8.00». Από τα διάφορα ζητήματα που ο αιτητής έχει θέσει προς εξέταση, προηγείται το ζήτημα σύνθεσης της Ε.Δ.Υ. Κατά το στάδιο που απασχολούσε την Ε.Δ.Υ. το θέμα της μονιμοποίησης του, ο αιτητής προέβαλε, για λόγους που εξέθεσε σε επιστολή ημερ. 18 Ιουνίου 2000 - βασικά ισχυριζόταν προκατάληψη εναντίον του - ότι ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Υ. εκωλύετο να συμμετάσχει και ζητούσε επομένως την εξαίρεση του. Ο Πρόεδρος δεν εξαιρέθηκε τότε όπως το ίδιο δεν εξαιρέθηκε όταν η Ε.Δ.Υ. συνεδρίασε για να εξετάσει το νέο θέμα που αφορούσε την παραίτηση. Είναι νομίζω αρκετό επί του προκειμένου να αναφέρω ότι ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο που να επέβαλλε την εξαίρεση του Προέδρου της Ε.Δ.Υ. από τη συνεδρία κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το επόμενο ζήτημα αφορά στο χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης. Λήφθηκε, υπενθυμίζω, την επομένη της υποβολής της παραίτησης. Ο αιτητής προέβαλε ότι δεν θα έπρεπε να είχε ληφθεί τόσο σύντομα. Παρέπεμψε στην απόφαση του ΣτΕ 2579/80, η οποία όμως στηρίζεται σε πρόνοια του Υπαλληλικού Κώδικος - αντίστοιχη της οποίας δεν υπάρχει στην Κύπρο - ότι παραίτηση μπορεί να ανακληθεί εντός μηνός από την υποβολή της. Στη δική μας νομοθετική πρόνοια προβλέπεται ότι: «
- -
(1)Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου ή οποιασδήποτε άλλης διάταξης που έχει νομοθετική ισχύ, κανένας υπάλληλος δεν μπορεί να παραιτηθεί από τη θέση του χωρίς την προηγούμενη άδεια της Επιτροπής.
(2)Υπάλληλος που παραιτείται από τη θέση του χωρίς την προηγούμενη άδεια της Επιτροπής θεωρείται απών από το καθήκον χωρίς άδεια και υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη. Ο συνήγορος του αιτητή, αναγνωρίζοντας στην αγόρευση του αυτή τη διάσταση, εν τέλει εισηγήθηκε ότι: «Ανκαι στην Κύπρο δεν υπάρχει δικαίωμα ανάκλησης της παραιτήσεως εντός τακτής προθεσμίας, εν τούτοις είναι φανερόν από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης ότι η αποδοχή παραιτήσεως ενός δημοσίου υπαλλήλου δεν πρέπει να αποφασίζεται εν σπουδή και μάλιστα εντός 24 ωρών όπως συνέβη στην πιο πάνω υπόθεση αλλά κατόπιν μελέτης και διερεύνησης και ειδικώς όταν μάλιστα συντρέχουν και άλλοι λόγοι για την μη άμεση αποδοχή της παραίτησης.» Το ζήτημα της διερεύνησης, όπως το παρουσίασε ο αιτητής, αποτελείται από διάφορα κεφάλαια. Τα περισσότερα συνθέτουν μια ενότητα η οποία αφορά σε παράπονα που έχουν σχέση με ό,τι θα μπορούσε να είχε απασχολήσει την Ε.Δ.Υ. στη διαδικασία που αφορούσε το αν ο αιτητής ήταν ή όχι ακατάλληλος για μονιμοποίηση. Και ενώ με την υποβολή της παραίτησης του ο αιτητής επέλεξε τη διακοπή εκείνης της διαδικασίας, εισηγείται εν τούτοις ότι στη νέα διαδικασία, για εξέταση του θέματος παραίτησης του, θα έπρεπε να ενταχθούν και τα όσα είχε θέσει προς διερεύνηση στην προηγούμενη, που περιλάμβαναν ισχυρισμούς του για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος και άλλες παραβιάσεις νόμου από την Επίτροπο Διοικήσεως, για προκατάληψη εναντίον του τόσο από την Επίτροπο Διοικήσεως όσο και από την Ε.Δ.Υ. με αποτέλεσμα τη μη διεξαγωγή οποιασδήποτε έρευνας για οποιαδήποτε πτυχή της περίπτωσης του, για στέρηση του δικαιώματος του να ακουστεί, και για άλλα παρεμφερή. Πέραν της εν λόγω ενότητας, ο αιτητής επικαλείται τη μη διεξαγωγή έρευνας από την Ε.Δ.Υ. για παράπονο του που όμως υπεβλήθη μεταγενέστερα της λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης, για ψυχολογική βία και πίεση από το σύντομο χρόνο και την προχωρημένη ώρα που του επιδόθηκε κλήση να παρουσιαστεί στο Ιατρικό Συμβούλιο. Κατά την άποψη μου, κανένα από τα εν λόγω κεφάλαια δεν ανήκε στη διαδικασία που αφορούσε τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν μπορούν λοιπόν να εξεταστούν. Υπάρχει ακόμα ένα κεφάλαιο που αφορά στο ζήτημα της τεθείσας από τον αιτητή ως παράλειψης διερεύνησης των συνθηκών υποβολής της παραίτησής του. Υπέβαλε ότι το αίτημα του για παραίτηση δεν έπρεπε να είχε γίνει δεκτό εφόσον αυτός βρισκόταν με άδεια ασθενείας και οι ιατρικές του εξετάσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί, ούτε είχε ακόμα εξεταστεί από το Ιατρικό Συμβούλιο στο οποίο είχε παραπεμφθεί. Ανέφερε προς υποστήριξη την απόφαση του ΣτΕ 4300/93 όπου υπάλληλος, κατόπιν που στις 7 Απριλίου 1981 έγινε δεκτή η παραίτηση του ημερ. 30 Μαρτίου 1981, υπέβαλε στις 24 Απριλίου 1981 αίτηση ανάκλησης της παραίτησης. Φαινόταν στο φάκελο του ότι «είχε κριθεί ως πάσχων εξ αγχώδους καταθλίψεως και ως έχων ανάγκην 45νθημέρου αναρρωτικής αδείας από 26.3.81». Η αίτηση του δεν έγινε δεκτή. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε όμως την απορριπτική απόφαση, επειδή η εν λόγω ιατρική γνωμάτευση δημιουργούσε αμφιβολία «αν ο εκκαλών κατά τον χρόνο υποβολής της παραιτήσεως του (30-3-1981) είχε συνείδησιν των πραττομένων και ικανότητα προς δήλωσιν εγκύρου βουλήσεως». Στην προκείμενη περίπτωση το πιστοποιητικό καρδιολόγου, με βάση το οποίο χορηγήθηκε στον αιτητή άδεια ασθενείας από 2 Ιουλίου 2000 μέχρι 11 Ιουλίου 2000 και το οποίο είχε ως αποτέλεσμα στις 3 Ιουλίου 2000 να αναβληθεί η προηγούμενη διαδικασία, ανέφερε ότι ο αιτητής είχε «κατάπτωση, υπερκόπωση ενώ βρισκόταν κάτω από έντονο επαγγελματικό stress» - όπως όλοι ξέρουμε, όχι ασύνηθες, στη σύγχρονη κοινωνία - ότι βρισκόταν υπό φαρμακευτική αγωγή από τριμήνου και ότι συνίσταστο «ανάπαυση και αποφυγή συνθηκών που θα επιδείνωναν την παρούσα κατάσταση». Το δεύτερο πιστοποιητικό, του νευρολόγου, με το οποίο δόθηκε στον αιτητή άδεια ασθενείας από 10 Ιουλίου 2000 μέχρι 20 Ιουλίου 2000, συνιστούσε «διερεύνηση για αποκλεισμό οργανικής βλάβης» και φαρμακευτική αγωγή χωρίς αναφορά σε διάγνωση. Κατά την αντίληψή μου, δεν προκύπτει από αυτά τα πιστοποιητικά ή από ο,τιδήποτε άλλο πως ότι ένεκα ιατρικού ή ψυχολογικού προβλήματος ο αιτητής, κατά τα λεχθέντα στη ΣτΕ 4300/93, δεν είχε «συνείδησιν των πραττομένων και ικανότητα προς δήλωσιν εγκύρου βουλήσεως». Ούτε και παρείχετο εύλογη αιτία για διερεύνηση τέτοιου ενδεχομένου. Τουναντίον, ο αιτητής θα μπορούσε εν προκειμένω δικαιολογημένα να είχε παράπονο αν με τέτοια στοιχεία η Ε.Δ.Υ. του καταλόγιζε τέτοιου είδους ανικανότητα. Θα ασχοληθώ σε αυτό το σημείο και με ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε σχετικά με την εγκυρότητα της υποβληθείσας παραίτησης. Ο αιτητής προέβαλε ότι τόσο η παραίτηση του όσο και η αποδοχή της έγιναν κατά παράβαση του Καν. 30
(2)των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Γενικών) Κανονισμών του 1991 (Κ.Δ.Π. 98/91). Ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμος (Ν. 1/90 όπως τροποποιήθηκε) προβλέπει ότι υπάλληλος δεν μπορεί να παραιτηθεί «χωρίς την προηγούμενη άδεια της Επιτροπής» και επομένως, κατά τον αιτητή, για να μπορούσε αυτός να υπέβαλλε παραίτηση, θα έπρεπε προηγουμένως να υπέβαλλε στην Ε.Δ.Υ. αίτημα για σχετική άδεια, το οποίο να εγκρινόταν, ενώ αυτό δεν έγινε. Εξ άλλου, κατά τον αιτητή, η παραίτηση δεν υποβλήθηκε στην Ε.Δ.Υ. μέσω του οικείου Προϊσταμένου αλλά στον ίδιο τον οικείο Προϊστάμενο. Οι εν λόγω εισηγήσεις σχέση έχουν, κατά την άποψη μου, μόνο με τη μορφή της επιστολής του αιτητή ημερ. 13 Ιουλίου 2000 και όχι με την ουσία της την οποία παραγνωρίζουν. Την επιστολή, η Προϊσταμένη ορθώς πράττουσα τη διαβίβασε στην Ε.Δ.Υ. με συνοδευτική έκθεση που περιείχε ό,τι χρειαζόταν βάσει του Καν. 30
(2), και η Ε.Δ.Υ. ορθώς αντίκρισε την επιστολή ως αίτημα για άδεια παραίτησης βάσει του εδαφίου
(1)του άρθρου 52, που ήταν το ευνοϊκότερο για τον αιτητή αφού έτσι του αποδόθηκε πρόθεση συμμόρφωσης με την εν λόγω διάταξη ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα του αποδίδετο παράβαση του νόμου αφού, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)θα θεωρείτο απών από το καθήκον χωρίς άδεια και θα υπόκειτο σε πειθαρχική δίωξη. Με δεδομένο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αρμοδίως στη βάση της έγκυρης βούλησης του αιτητή, αυτός στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την απόφαση με αναφορά σε άλλες πτυχές της διαδικασίας. Θα προσθέσω ωστόσο δύο λόγια για ένα ακόμα ζήτημα που τέθηκε. Ο αιτητής προβάλλει ότι υπήρξε παράβαση νομοθετικών διατάξεων, ήτοι του άρθρου 11
(3)-
(5)του Ν. 1/90 αναφορικά με τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίας της Ε.Δ.Υ. τα οποία, κατά τον αιτητή, ο Πρόεδρος άργησε να υπογράψει. και του άρθρου 10
(1)του νόμου με το οποίο προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος «υπογράφει κάθε σημαντική αλληλογραφία ή έγγραφο», ενώ η κοινοποίηση της αποδοχής της παραίτησης του αιτητή υπεγράφη από λειτουργό εκ μέρους του Προέδρου. Δεδομένης της έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτά, όπως ανέφερα, δεν εξετάζονται. Παρατηρώ ωστόσο πως προδήλως αφορούν σε μη ουσιώδη τύπο και δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται βάσει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Γ.Κ. Νικολάου, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο