ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 890/2002, 30 Δεκεμβρίου 2003 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 890/2002) 30 Δεκεμβρίου 2003 [ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗΣ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΚΑΙ/Η ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΡΙΣΕΩΝ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ, Καθ΄ ων η Αίτηση. --------------------------- Σ. Οικονομίδης για τον Αιτητή. Α. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους Καθ΄ ων η Αίτηση. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής αρχικά προσλήφθηκε στον Κυπριακό Στρατό με σύμβαση, ημερ. 13 Ιουνίου 1995, ως Εθελοντής Πενταετούς Υποχρέωσης. Σ΄ αυτή τη βάση του απονεμήθηκε στις 3 Μαΐου 1996 ο βαθμός του λοχία. Ύστερα, όταν προκηρύχθηκαν οργανικές θέσεις ο αιτητής υπέβαλε υποψηφιότητα. Επιλέγηκε κατόπιν εξετάσεων, και την 1 Νοεμβρίου 1997 διορίστηκε σε μόνιμη θέση λοχία. Κατά το έτος 2002, που για πρώτη φορά πληρούσε τις προϋποθέσεις για κρίση, συμπεριλήφθηκε στις τακτικές ετήσιες κρίσεις υπαξιωματικών. Κρίθηκε ως «παραμένων στον ίδιο βαθμό». Το Συμβούλιο Κρίσεων Υπαξιωματικών, το οποίο συνήλθε στις 9 Αυγούστου 2002, ανέφερε σχετικά τα εξής: «Το Συμβούλιο Κρίσεων κατέληξε ομόφωνα στην πιο πάνω απόφαση και τον έκρινε ως παραμένοντα στον ίδιο βαθμό, αφού έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη τη φύση και σοβαρότητα των δεκαπέντε
(15)πειθαρχικών παραπτωμάτων με τα οποία βαρύνεται και για τα οποία του έχουν επιβληθεί διάφορες πειθαρχικές ποινές τα έτη 1995, 96, 97, 98, 99 και 2001 [οι οκτώ
(8)ποινές του έχουν επιβληθεί στον βαθμό του ΕΠΥ Λοχία και οι υπόλοιπες επτά
(7)στον κατεχόμενο βαθμό του Μόνιμου Λοχία] και από τα οποία συνάγεται ότι δεν επιδεικνύει τον απαιτούμενο ζήλο και ενδιαφέρον για την υπηρεσία, αλλ΄ ούτε και την απαιτούμενη επιμέλεια και τυπικότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του, στην ακριβή εκτέλεση των διατασσομένων καθώς και δεν διακρίνεται για την τιμιότητά του, την αξιοπρέπεια, τη συνέπεια και αξιοπιστία του. Επίσης, το Συμβούλιο Κρίσεων έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη τη φύση των σχολίων που υπάρχουν στις Εκθέσεις Αποδόσεώς του των περιόδων από 01/11/98 μέχρι 30/04/99, 01/05/99 μέχρι 27/08/99 και από 30/10/99 μέχρι 30/04/00, καθώς και στις Εκθέσεις Ικανότητάς του των περιόδων από 22/11/98 μέχρι 27/08/99, 28/08/99 μέχρι 31/12/99 και από 01/01/00 μέχρι 31/12/00, όπου οι αξιολογούντες σημειώνουν ότι "ο εν λόγω Υπξκός δεν είναι καλού χαρακτήρα και ούτε χαρακτηρίζεται από επιμέλεια, υπευθυνότητα και τυπικότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του και ότι είναι επιρρεπής στα τυχερά παιχνίδια, με αποτέλεσμα να δημιουργεί χρέη".» Αυτή η κρίση κυρώθηκε από τον Υπουργό Άμυνας στις 6 Σεπτεμβρίου 2002 και το αποτέλεσμα κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 13 Σεπτεμβρίου 2002. Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται αυτή η δυσμενής για τον αιτητή κρίση. Τίθενται προς εξέταση τρία ζητήματα. Πρώτο, ότι δεν θα έπρεπε να λαμβάνονταν υπόψη πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία ο αιτητής είχε διαπράξει ενόσω υπηρετούσε επί συμβάσει. Δεύτερο, ότι δεδομένων των ευνοϊκών αξιολογήσεων τις οποίες είχε, τα υπόλοιπα πειθαρχικά παραπτώματα δεν δικαιολογούσαν τη δυσμενή κρίση και ότι εν πάση περιπτώσει η κρίση δεν αιτιολογήθηκε δεόντως. Και, τρίτο, ότι τα δυσμενή σχόλια στις εκθέσεις αξιολόγησης ήταν παράτυπα και δεν μπορούσαν να αναιρέσουν το ευνοϊκό αποτέλεσμα της θεσμοθετημένης βαθμολογίας. Το πρώτο σημείο με απασχόλησε και σε άλλη, πρόσφατη υπόθεση, την Έλενα Αυξεντίου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 730/2002, ημερ. 19 Σεπτεμβρίου 2003, όπου ίσχυε παρόμοιος Κανονισμός. Ανέφερα τα εξής: «Ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι τα πρώτα δύο παραπτώματα δεν θα έπρεπε να λαμβάνονταν υπόψη από το Συμβούλιο Κρίσεων αφού δεν διαπράχθηκαν στη διάρκεια της σταδιοδρομίας της αιτήτριας ενώ ο σχετικός Κανονισμός προβλέπει ότι μόνο τα κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της στοιχεία μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Ερμηνεύω τη σταδιοδρομία να σημαίνει την υπηρεσία στο Στρατό ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που διέπει την υπηρεσιακή σχέση σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα.» Το ίδιο ισχύει κατ΄ αναλογία και εδώ. Επομένως ορθά λήφθηκαν υπόψη όλα τα πειθαρχικά παραπτώματα του αιτητή. Το δεύτερο σημείο, αντικρυζόμενο υπό το φως της κατάληξης μου ότι προσμετρούσαν όλα τα πειθαρχικά αδικήματα, αποκτά νόημα μόνο εφόσον αποκρυσταλλωθεί μια σαφής εικόνα της ικανότητας και αξίας του κρινομένου, ώστε να καθίσταται δυνατή η στάθμιση. Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν υπάρχει αυτή η προϋπόθεση. Το διαπιστώνω με αναφορά στο τρίτο τεθέν σημείο. Το οποίο επίσης με απασχόλησε στην Έλενα Αυξεντίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Και εκεί, όπως εδώ, η αξιολόγηση ήταν ευνοϊκή αλλά παραδόξως σε ορισμένες περιπτώσεις οι αξιολογούντες διατύπωναν, σε σχέση με τις ίδιες βαθμολογημένες ικανότητες και ιδιότητες, δυσμενή σχόλια εντελώς αντιφατικά προς τη δοθείσα από τους ίδιους βαθμολογία. Που είναι βέβαια απαράδεκτο. Το λόγο γι΄ αυτό το φαινόμενο, το οποίο προσλαμβάνει έκταση, δεν είναι δύσκολο να τον διακρίνει κανείς. Ας διερευνήσει το ζήτημα ο αρμόδιος Υπουργός. Σε ό,τι αφορά το Συμβούλιο Κρίσεων ισχύουν και πάλι τα ακόλουθα: «Έχω τη γνώμη ότι το Συμβούλιο Κρίσεων όφειλε πρώτα απ΄ όλα να προβληματιζόταν αναφορικά με την ανάγκη διερεύνησης προς διακρίβωση της πραγματικότητας. Σε περίπτωση που δεν προχωρούσε σε τέτοια διερεύνηση ή αν προχωρούσε κατέληγε σε αδιέξοδο, τότε θα αναμενόταν να μην λάμβανε υπόψη τα όσα δυσμενή διατυπώθηκαν εναντίον της αιτήτριας, στην έκταση που αυτά αφορούσαν σε βαθμολογημένα στοιχεία με τα οποία, καθώς υπέδειξα, συγκρούονταν. Το Συμβούλιο Κρίσεων δεν διατηρούσε δυνατότητα να υποβαθμίσει τη βαθμολογία ενόσω παρέμενε αμετάβλητη.» Ο συνήγορος της Δημοκρατίας εισηγήθηκε ότι αν κανείς παραμέριζε τα δυσμενή σχόλια στις Εκθέσεις ως ασυμβίβαστα με τη βαθμολογία και λάμβανε υπόψη μόνο τη βαθμολογία, η προσβαλλόμενη απόφαση θα ήταν, ένεκα των πειθαρχικών παραπτωμάτων, και πάλι εύλογα επιτρεπτή. Αυτή η προσέγγιση δεν είναι εφικτή. Απόκειται στο αποφασίζον όργανο να καταλήξει ως προς το πώς εν τέλει αποκρυσταλλώνεται η εικόνα της βαθμολογημένης αξίας και έπειτα, με αναφορά στις πειθαρχικές καταδίκες, να εκφράσει πρωτογενώς άποψη για το ισοζύγιο. Η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Γ.Κ. Νικολάου, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο