Αντωνίου Αντώνιος Ι. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)4 ΑΑΔ 183 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2003)4 ΑΑΔ 183 21 Φεβρουαρίου, 2003 [ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 6, 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ι. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ' ης η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 105/2002) Έννομο Συμφέρον ― Δημοσίου υπαλλήλου που αποκλείστηκε ως ακατάλληλος για την πλήρωση μόνο της μίας από τις δύο κενές θέσεις ― Έχει έννομο συμφέρον, τόσο για την προσβολή του αποκλεισμού του, όσο και για την προσβολή του διορισμού άλλου στη μία εκ των δύο κενών θέσεων. Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ― Λόγοι ακυρώσεως ― Μεροληψία ― Πρέπει να τεκμηριώνεται με επαρκή στοιχεία ― Μόνο το γεγονός της αντιδικίας σε προσφυγή μεταξύ του υποψηφίου για προαγωγή και του Διευθυντή του, δεν αποδεικνύει μεροληψία του τελευταίου. Δημόσιοι Υπάλληλοι ― Διορισμοί/Προαγωγές ― Προφορικές Συνεντεύξεις ― Καμία υποχρέωση αιτιολόγησης της κλήσης σε συνέντευξη και πληροφόρησης για τα θέματα των ερωτήσεων. Δημόσιοι Υπάλληλοι ― Διορισμοί/Προαγωγές ― Συστάσεις Διευθυντή ― Παραγνώρισή τους με αιτιολογημένη απόφαση περί ακαταλληλότητας και αποκλεισμού του αιτητή. Ο αιτητής προσέφυγε κατά της προαγωγής του ενδιαφερόμενου μέρους στη θέση Πρώτου Λειτουργού Πληροφορικής. Η επίδικη διαδικασία αφορούσε την πλήρωση δύο όμοιων θέσεων στην μία εκ των οποίων προήχθη το ενδιαφερόμενο μέρος, ενώ η άλλη παρέμεινε κενή αφού ο αιτητής κρίθηκε ως ακατάλληλος για προαγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
- Εφόσον ο αιτητής ήταν υποψήφιος για μία από τις δύο επίδικες θέσεις, έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τόσο την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους στη μία, αντί αυτού, όσο και την παράλειψη προαγωγής του ίδιου στην άλλη.
- Προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι η συμμετοχή του Διευθυντή του τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής στη διαδικασία ενώπιον της ΕΔΥ, για τις απαραίτητες συστάσεις, ήταν ανεπίτρεπτη για το λόγο ότι ο Διευθυντής δεν μπορούσε να είναι ούτε και ήταν αμερόληπτος επειδή, στο παρελθόν, ήταν αντίδικος του αιτητή σε προσφυγές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου και οι δύο διεκδικούσαν την ίδια θέση. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τη νομολογία, ισχυρισμοί για μεροληψία πρέπει να τεκμηριώνονται με επαρκή στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση δε διαφαίνεται οποιαδήποτε μεροληπτική αντιμετώπιση του αιτητή από το Διευθυντή. Το αντίθετο προκύπτει. Ο Διευθυντής υποστήριξε την υποψηφιότητα του αιτητή τόσο στη Συμβουλευτική Επιτροπή όσο και ενώπιον της ΕΔΥ όπου, κατά τη συνεδρία της 31.10.2001, τον αξιολόγησε ως «καλό» και τον σύστησε για προαγωγή μαζί με το ενδιαφερόμενο μέρος.
- Άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είναι ότι η απόφαση της ΕΔΥ, βάσει του Άρθρου 34
(8)του Ν.1/90, να καλέσει σε προφορική εξέταση τους υποψηφίους πάσχει (α) ως αναιτιολόγητη και (β) για το λόγο ότι η ΕΔΥ δεν πληροφόρησε τον αιτητή, εκ των προτέρων, αναφορικά με τα θέματα της προφορικής εξέτασης. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Η ΕΔΥ μπορούσε, σύμφωνα με το Άρθρο 34
(8), να καλέσει σε προφορική εξέταση τους υποψηφίους και δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να αιτιολογήσει την περί τούτου απόφασή της, πολύ δε ολιγότερο να πληροφορήσει τους υποψηφίους για τα θέματα γύρω από τα οποία θα υποβάλλονταν ερωτήσεις κατά την προφορική εξέταση. 4. Άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είναι ότι παράνομα η ΕΔΥ αγνόησε τη σύσταση του Διευθυντή για προαγωγή και του αιτητή. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη νομολογία η ΕΔΥ έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνήσει με τη σύσταση του Διευθυντή αρκεί να αιτιολογήσει ειδικά και με επάρκεια τους λόγους της διαφωνίας της. Στην προκείμενη περίπτωση, υπό το φως των καθηκόντων και ευθυνών της υπό πλήρωση θέσης, οι λόγοι τους οποίους παρέθεσε η ΕΔΥ για να χαρακτηρίσει τον αιτητή ως ακατάλληλο για προαγωγή, όπως διατυπώνονται στο σχετικό πρακτικό, ήσαν απόλυτα επαρκείς, για να δικαιολογήσουν την απόκλισή της από τη σύσταση του Διευθυντή. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες υποθέσεις: Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1993)4 Α.Α.Δ. 923, Δημοκρατία ν. Α. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2001)3 Α.Α.Δ.
- Προσφυγή. Ο αιτητής εμφανίζεται προσωπικά. Δ. Καλλίγερος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ης η αίτηση. Σ. Ανδρέου προσωπικά και για Κ. Βελάρη, για το Ενδιαφερόμενο μέρος, Ανδρέα Κυπριανού. Cur. adv. vult. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Στις 15.5.1998 δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δύο κενές θέσεις Πρώτου Λειτουργού Πληροφορικής (θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής) στο Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής. Αφού υποβλήθηκαν 15 αιτήσεις, ο Γραμματέας της καθ΄ης η αίτηση (ΕΔΥ) τις διαβίβασε στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, ως Πρόεδρο της αρμόδιας Συμβουλευτικής Επιτροπής, με την παράκληση όπως η Συμβουλευτική Επιτροπή τις εξετάσει και διαβιβάσει την έκθεσή της προς την ΕΔΥ. Στη συνέχεια, και αφού εξέτασε τις 15 αιτήσεις, η Συμβουλευτική Επιτροπή έκρινε ότι επτά από τους αιτητές δεν ήταν προσοντούχοι, ένας ήταν προσοντούχος, ενώ οι υπόλοιποι επτά θάπρεπε να αποφασιστεί αν ήταν προσοντούχοι κατά την προφορική τους εξέταση. Ακολούθως, η Συμβουλευτική Επιτροπή κάλεσε σε προφορική εξέταση τους οκτώ υποψηφίους από τους οποίους, όμως, προσήλθαν μόνο τρεις, ο αιτητής και το ενδιαφερόμενο μέρος στην παρούσα προσφυγή και κάποιος τρίτος. Αφού εξέτασε τους τρεις υποψηφίους που προσήλθαν σε προφορική εξέταση, η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφάσισε τελικά ότι ούτε ο τρίτος ήταν προσοντούχος με αποτέλεσμα να παραμείνουν μόνο δύο υποψήφιοι, ήτοι ο αιτητής και το ενδιαφερόμενο μέρος, τους οποίους και σύστησε προς την ΕΔΥ για επιλογή. Συναφώς, η Επιτροπή σημείωσε ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ήταν ο μόνος υποψήφιος που διέθετε και το πλεονέκτημα βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας. Αφού μελέτησε την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η ΕΔΥ κάλεσε σε προφορική εξέταση τον αιτητή και το ενδιαφερόμενο μέρος και, ταυτόχρονα, κάλεσε και το Διευθυντή του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής για τις αναγκαίες συστάσεις. Η κρίσιμη συνεδρία πραγματοποιήθηκε την 31.10.2001 (Παράρτημα 13 στην Ένσταση). Το ουσιώδες απόσπασμα από το πρακτικό της ημέρας έχει ως εξής: «Στη συνεδρία παρευρίσκετο και ο Διευθυντής του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής, κ. Κώστας Αγρότης, ο οποίος ενημερώθηκε για τις αποφάσεις της Επιτροπής αναφορικά με την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και στη διάθεση του οποίου είχαν τεθεί οι Προσωπικοί Φάκελοι και οι Φάκελοι των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων που είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Στη διάθεσή του, επίσης, ο Διευθυντής είχε επαρκή χρόνο για να μελετήσει τους εν λόγω Φακέλους. Η Επιτροπή δέχτηκε χωριστά τους υποψηφίους που αναφέρονται πιο κάτω:
- ΑΝΤΩΝΙΟΥ Αντώνη
- ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Ανδρέα Κατά την προφορική εξέταση τόσο ο Διευθυντής του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής όσο και η Επιτροπή υπέβαλαν στους υποψηφίους ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, πάνω σε θέματα που άπτονται των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης καθώς και των απαιτήσεων του Σχεδίου Υπηρεσίας, με σκοπό τη διαπίστωση των γνώσεων, της κρίσης, της προσωπικότητας, της πρωτοβουλίας, της διοικητικής και διευθυντικής ικανότητας των υποψηφίων, της ικανότητάς τους για επικοινωνία, περιλαμβανομένης της έκφρασης, ολοκλήρωσης σκέψης, σαφήνειας, πειστικότητας, και γενικά της ικανότητάς τους να ανταποκριθούν στα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της θέσης. Μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης ο Διευθυντής αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων σ'αυτήν ως εξής:
- Αντωνίου Αντώνης: Καλός.
- Κυπριανού Ανδρέας: Πολύ καλός. Ακολούθως ο Διευθυντής σύστησε για προαγωγή τους Αντωνίου Αντώνη και Κυπριανού Ανδρέα. Στο σημείο αυτό ο Διευθυντής αποχώρησε από τη συνεδρία. Στη συνέχεια η Επιτροπή, υπό το φως και των σχετικών κρίσεων του Διευθυντή, προέβη στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων, η οποία έχει ως εξής:
- ΑΝΤΩΝΙΟΥ Αντώνης Ιωσήφ: Ακατάλληλος. Υποβλήθηκαν ερωτήσεις σχετικές με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της θέσης. Από τις απαντήσεις που δόθηκαν στα ερωτήματα που τέθηκαν διαπιστώθηκε ότι η κατάρτισή του σ' ό,τι αφορά τις ευθύνες της θέσης είναι πολύ φτωχή. Ελλιπής είναι, επίσης, η ενημέρωσή του στις σύγχρονες αντιλήψεις σ' ό,τι αφορά την καθοδήγηση, εκπαίδευση, παρώθηση και εποπτεία προσωπικού. Έκδηλες, επίσης, ήταν οι αδυναμίες του σε θέματα προγραμματισμού και συντονισμού δραστηριοτήτων διάφορων τομέων εργασίας. Σοβαρά κενά παρουσίασε, επίσης, στη γνώση προνοιών της νομοθεσίας που διέπουν τη λειτουργία της Δημόσιας Υπηρεσίας. Πιο εξειδικευμένα, σε αρκετές περιπτώσεις δεν κατανοούσε την ερώτηση στις ορθές της διαστάσεις, ούτε επικεντρωνόταν στην ουσία των θεμάτων, αλλά δήλωνε ότι δεν έχει υπόψη του κάτι ή κατέφευγε σε γενικόλογες θέσεις στην προσπάθειά του να αιτιολογήσει κάποιες απόψεις που εξέφραζε. Σε ερωτήματα που αναμενόταν να προβεί σε ανάλυση και κριτική θεώρηση καταστάσεων η προσέγγιση του ήταν πολύ επιφανειακή. Συμπερασματικά, κρίνεται ότι δεν έχει τις δυνατότητες να ανταποκριθεί με επάρκεια στις πολύμορφες ευθύνες της νέας θέσης, όπως αυτές καθορίζονται στο Σχέδιο Υπηρεσίας.
- ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Ανδρέας: Καλός. Διαθέτει υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκά προσόντα. Χειρίζεται το λόγο με σχετική ευχέρεια και επιδιώκει να αιτιολογεί τις θέσεις που υποστηρίζει. Σε κάποια ερωτήματα υπέβαλλε συγκεκριμένες εισηγήσεις για επίλυση προβλημάτων και επέδειξε σχετικά ικανοποιητική κριτική ικανότητα, ενίοτε, όμως, παρουσίασε την τάση να μην επικεντρώνεται στην ουσία των θεμάτων και να καταφεύγει σε γενικόλογες θέσεις. Ακολούθως η Επιτροπή ασχολήθηκε με τη γενική αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων. Η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων σε σχέση με τα καθήκοντα της θέσης, όπως επίσης και τα υπόλοιπα στοιχεία των αιτήσεων, το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων που είναι και οι δύο δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και την απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση και τις συστάσεις του Διευθυντή. Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητά τους. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, έκρινε ότι ο ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Ανδρέας είναι κατάλληλος και τον επέλεξε για προαγωγή στη μόνιμη θέση Πρώτου Λειτουργού Πληροφορικής, Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής. Όσον αφορά τον ΑΝΤΩΝΙΟΥ Αντώνη, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορεί να υιοθετήσει τη σύσταση του Διευθυντή για προαγωγή του γιατί, όπως διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της ενώπιόν της προφορικής εξέτασης, αυτός είναι ακατάλληλος και δεν έχει τις δυνατότητες να ανταποκριθεί με επάρκεια στις πολύμορφες ευθύνες της υπό πλήρωση θέσης, η οποία είναι η αμέσως επόμενη της θέσης Διευθυντή στην ιεραρχία του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής.» Με την προσφυγή ο αιτητής ζητά την ακόλουθη θεραπεία: «
- Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ΄ης η Αίτηση η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 9 Δεκεμβρίου 2001 και με την οποία η Καθ΄ης η Αίτηση προήγαγε από τις 15 Νοεμβρίου 2001 τον Ανδρέα Κυπριανού στη μόνιμη θέση Πρώτου Λειτουργού πληροφορικής, Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής, είναι άκυρη και στερούμενη οιουδήποτε νομίμου αποτελέσματος.» Οι προδικαστικές ενστάσεις. Ο δικηγόρος του ενδιαφερόμενου μέρους πρόβαλε τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Με την πρώτη ένσταση προβάλλεται η θέση ότι ο αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος στην προσφυγή. Σύμφωνα με την εισήγηση, εφόσον η διαδικασία αφορούσε την πλήρωση δύο θέσεων, η δε ΕΔΥ αποφάσισε την πλήρωση μόνο της μίας, με την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους, ενώ την άλλη αποφάσισε να την αφήσει κενή, ο αιτητής δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους στη μία θέση. Το μόνο έννομο συμφέρον που έχει είναι να προσβάλει την παράλειψη προαγωγής και του ίδιου στην άλλη θέση. Η ένσταση δεν ευσταθεί. Εφόσον ο αιτητής ήταν υποψήφιος για μία από τις δύο θέσεις, έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τόσο την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους στη μία, αντί αυτού, όσο και την παράλειψη προαγωγής του ίδιου στην άλλη. Με τη δεύτερη ένσταση προβάλλεται η θέση ότι ο αιτητής δεν έχει έννομο συμφέρον στην προσφυγή και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είναι κάτοχος του απαραίτητου πανεπιστημιακού διπλώματος σύμφωνα με το οικείο Σχέδιο Υπηρεσίας. Ούτε αυτή η ένσταση ευσταθεί. Στην έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής της 22.6.2001 αναφέρονται τα εξής: «(ε) Ο αιτητής Α. Αντωνίου είναι προσοντούχος. Ο αιτητής θεωρήθηκε προσοντούχος μετά από υπόδειξη του κ. Κ. Αγρότη ότι τόσο η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας όσο και το δικαστήριο, σε προηγούμενες διαδικασίες, είχαν θεωρήσει το πτυχίο που διαθέτει ως πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλο ή ισότιμο προσόν.» Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι πρόδηλο ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή είχε υπόψη της την απόφαση στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1993)4 Α.Α.Δ. 923, όπου αναφέρονται τα εξής: «Είναι παραδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αιτητής ήταν ο μόνος που κατείχε πανεπιστημιακό δίπλωμα το οποίο όμως δεν απαιτείτο από το Σχέδιο Υπηρεσίας και ούτε αποτελούσε πλεονέκτημα.» Με την τρίτη ένσταση προβάλλεται η θέση ότι ο αιτητής δεν έχει έννομο συμφέρον στην προσφυγή και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ. Και αυτή η ένσταση είναι αβάσιμη. Σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας, που ήταν εφαρμοστέο στην περίπτωση, η εγγραφή στο ΕΤΕΚ δεν καθοριζόταν ως απαραίτητο προσόν. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τα πρακτικά της ΕΔΥ της 28.9.2001: «Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, αφού εξέτασε την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ασχολήθηκε κατ' αρχήν με το ζήτημα της αλλαγής του Σχεδίου Υπηρεσίας και, αφού έλαβε υπόψη και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέας Λοΐζου και Ιωάννης Οικονομίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Προσφυγές Αρ. 166/2000 και 362/2000, ημερομηνίας 31.5.01, σύμφωνα με την οποία μία διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται με βάση το αρχικό Σχέδιο Υπηρεσίας, που ίσχυε όταν δημοσιεύτηκαν οι θέσεις, αποφάσισε, στην παρούσα διαδικασία, να εφαρμόσει το Σχέδιο Υπηρεσίας με αριθμό Σ.Υ.14/91, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με ημερομηνία 22.3.91.» Και πιο κάτω: «Στη συνέχεια η Επιτροπή σημείωσε το περιεχόμενο της επιστολής του Προέδρου του Ε.Τ.Ε.Κ. ημερομηνίας 12.7.01, με την οποία υποστηρίζει ότι ένας υποψήφιος για να είναι προσοντούχος για τη θέση Πρώτου Λειτουργού Πληροφορικής θα πρέπει να είναι μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ., αλλά παρατήρησε ότι η ίδια ενεργεί σύμφωνα με τα ισχύοντα Σχέδια Υπηρεσίας των θέσεων και, ως εκ τούτου, να ενημερωθεί ο Πρόεδρος του Ε.Τ.Ε.Κ. ότι θα πρέπει να διαβιβάσει τις απόψεις του προς τους αρμοδίους για την ετοιμασία και τον καταρτισμό των Σχεδίων Υπηρεσίας.» Το Σχέδιο Υπηρεσίας 14/91 δεν απαιτεί ο υποψήφιος να είναι μέλος του ΕΤΕΚ. Και αυτό ήταν το εφαρμοστέο Σχέδιο Υπηρεσίας. (Βλ. σχετικά και Δημοκρατία ν. Α. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2001)3 Α.Α.Δ. 1150). Η ουσία της προσφυγής. Προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι η συμμετοχή του Διευθυντή του τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής στη διαδικασία ενώπιον της ΕΔΥ, για τις απαραίτητες συστάσεις, ήταν ανεπίτρεπτη για το λόγο ότι ο Διευθυντής δεν μπορούσε να είναι ούτε και ήταν αμερόληπτος επειδή, στο παρελθόν, ήταν αντίδικος του αιτητή σε προσφυγές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου και οι δύο διεκδικούσαν την ίδια θέση. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τη νομολογία, ισχυρισμοί για μεροληψία πρέπει να τεκμηριώνονται με επαρκή στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση δε διαφαίνεται οποιαδήποτε μεροληπτική αντιμετώπιση του αιτητή από το Διευθυντή. Το αντίθετο προκύπτει. Ο Διευθυντής υποστήριξε την υποψηφιότητα του αιτητή τόσο στη Συμβουλευτική Επιτροπή όσο και ενώπιον της ΕΔΥ όπου, κατά τη συνεδρία της 31.10.2001, τον αξιολόγησε ως «καλό» και τον σύστησε για προαγωγή μαζί με το ενδιαφερόμενο μέρος. Άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είναι ότι η απόφαση της ΕΔΥ, βάσει του άρθρου 34
(8)του Ν.1/90, να καλέσει σε προφορική εξέταση τους υποψηφίους πάσχει (α) ως αναιτιολόγητη και (β) για το λόγο ότι η ΕΔΥ δεν πληροφόρησε τον αιτητή, εκ των προτέρων, αναφορικά με τα θέματα της προφορικής εξέτασης. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Η ΕΔΥ μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 34
(8), να καλέσει σε προφορική εξέταση τους υποψηφίους και δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να αιτιολογήσει την περί τούτου απόφασή της, πολύ δε ολιγότερο να πληροφορήσει τους υποψηφίους για τα θέματα γύρω από τα οποία θα υποβάλλονταν ερωτήσεις κατά την προφορική εξέταση. Άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είναι ότι παράνομα η ΕΔΥ αγνόησε τη σύσταση του Διευθυντή για προαγωγή και του αιτητή. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη νομολογία η ΕΔΥ έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνήσει με τη σύσταση του Διευθυντή αρκεί να αιτιολογήσει ειδικά και με επάρκεια τους λόγους της διαφωνίας της. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι, υπό το φως των καθηκόντων και ευθυνών της υπό πλήρωση θέσης*, οι λόγοι τους οποίους παρέθεσε η ΕΔΥ για να χαρακτηρίσει τον αιτητή ως ακατάλληλο για προαγωγή, όπως διατυπώνονται στο σχετικό πρακτικό που παρέθεσα, ήσαν απόλυτα επαρκείς για να δικαιολογήσουν την απόκλισή της από τη σύσταση του Διευθυντή. Άλλοι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται είναι ότι η επίδικη απόφαση της ΕΔΥ πάσχει λόγω μη δέουσας έρευνας, ενώ ταυτόχρονα συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του αιτητή. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του αυτών ο αιτητής παραπέμπει μέχρι και τη διαδικασία πλήρωσης άλλων θέσεων το 1992. Τίποτε, όμως, δεν τεκμηριώνεται ούτε ευσταθεί. Η επίδικη απόφαση της ΕΔΥ ήταν εύλογα επιτρεπτή. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. * Σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας τα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης ήταν τα εξής: «(α) Βοηθεί το Διευθυντή στην οργάνωση, διοίκηση και εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος, καθώς και στη λήψη ή/και εφαρμογή των ενδεδειγμένων μέτρων/αποφάσεων που αφορούν τις αρμοδιότητες του Τμήματος. (β) Προγραμματίζει, συντονίζει και διευθύνει τις εργασίες ενός ή/και περισσότερων τομέων του Τμήματος Μηχανογραφικών Υπηρεσιών. (γ) Συμβουλεύει πάνω σε τεχνικά θέματα και βοηθεί στη διαμόρφωση και εφαρμογή της Κυβερνητικής Πολιτικής για την εισαγωγή της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της πληροφορικής στη Δημόσια Υπηρεσία. (δ) Ετοιμάζει μελέτες και σχέδια για την επέκταση της μηχανογράφησης και αναθεώρηση/βελτίωση των προτύπων και μεθοδολογιών που χρησιμοποιούνται στο Τμήμα για την ανάπτυξη μηχανογραφημένων συστημάτων. (ε) Ενημερώνεται για τα επιτεύγματα της νέας τεχνολογίας αναφορικά με μηχανογραφικό εξοπλισμό, προγράμματα, μεθοδολογίες, πρότυπα κλπ. (στ) Εποπτεύει, καθοδηγεί και εκπαιδεύει το προσωπικό του τομέα/τομέων του. (ζ) Εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα που θα του ανατεθούν.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο