← Κύπρος

Σόλων Σολωμού κ.α. ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 119/2003, 19 Φεβρουαρίου, 2004

Σόλων Σολωμού κ.α. ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 119/2003, 19 Φεβρουαρίου, 2004 Σόλων Σολωμού κ.α. ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 119/2003, 19 Φεβρουαρίου, 2004 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 119/2003 ) 19 Φεβρουαρίου, 2004 [ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δικαστής.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΆ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΆΓΜΑΤΟΣ

  1. Σόλων Σολωμού,
  2. Κωνσταντίνος Σολωμού,
  3. Άρτεμης Σολωμού,
  4. Ελένη Σολωμού,
  5. Γρηγόρης Σολωμού,
  6. Παναγιώτης Σολωμού,
  7. Χριστόφορος Σολωμού, Αιτητές, ν.
  8. Αρχηγού Αστυνομίας,
  9. Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως Καθ΄ ων η Αίτηση. _________________ κα Α. Ευσταθίου, για τους Αιτητές. κ. Α. Χριστοφόρου, για τους Καθ΄ ων η Αίτηση. _________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι επτά Αιτητές είναι τέκνα του Θεόδουλου Σολωμού ο οποίος είναι αγνοούμενος από τις 21.8.1974 που συνελήφθη από τους Τούρκους. Από τις 12.4.1973 προσελήφθη και υπηρετούσε ως ειδικός αστυφύλακας στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου μέχρι τις 6.8.1974 που απελύθη από τον Αστυνομικό Διευθυντή Αμμοχώστου. Στις 23.12.1974 η σύζυγός του απεύθυνε επιστολή προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας αναφέροντας ότι η απόλυση του ήταν παράνομη και έτσι εθεωρείτο ως ευρισκόμενος εισέτι εν υπηρεσία, ζητούσε δε ακόλουθα όπως της καταβάλλονται οι μισθοί του. Το αίτημα της απερρίφθη στις 3.2.1975 στη βάση ότι οι υπηρεσίες του συζύγου της είχαν τερματισθεί κανονικώς από τις 6.8.1974 με επιστολή επιδοθείσα στον ίδιο, με αποτέλεσμα αυτός να μην ήταν στην υπηρεσία όταν συνελήφθη στις 21.8.1974 και έτσι να μην υπήρχε υποχρέωση καταβολής των μισθών του. Προηγήθηκε διερεύνηση των γεγονότων, τα οποία και κατεγράφησαν σε επιστολή προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας ημερομηνίας 27.1.
  10. Στις 22.11.2001 οι Αιτητές υπέβαλαν νέο αίτημα προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας όπως τους καταβληθούν όλοι οι μισθοί του μέχρι την ημερομηνία της αφυπηρέτησης του, που θα ήταν κανονικά το 1986 όταν θα εγίνετο 60 ετών, όπως και όλα τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα και η σύνταξη του, στη βάση ότι η απόλυση του ήταν παράνομη, ανυπόστατη και χωρίς νομική ισχύ, ώστε να εθεωρείτο ότι εξακολουθούσε να είναι στις τάξεις της Αστυνομίας μέχρι το 1986 που θα αφυπηρετούσε κανονικά. Με επιστολή του Αρχηγού της Αστυνομίας ημερομηνίας 10.6.2002 εγίνετο αναφορά στα ως άνω αφορώντα το προηγούμενο αίτημα της μητέρας των Αιτητών και επληροφορούντο αυτοί ότι εζητήθη νομική συμβουλή ως προς τον ισχυρισμό τους ότι η απόλυση ήταν ανυπόστατη ως νομικά ανίσχυρη και ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας θα επανήρχετο στο θέμα αν προέκυπταν οποιαδήποτε νέα στοιχεία. Με άλλη επιστολή ημερομηνίας 20.9.2002 οι Αιτητές επληροφορούντο ότι το θέμα είχε παραπεμφθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ώστε να προωθηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο. Νέα επιστολή ημερομηνίας 22.11.2002 όμως πληροφορούσε τους Αιτητές ότι το Υπουργείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για προώθηση του θέματος στο Υπουργικό Συμβούλιο για παροχή κατά χάρι συνταξιοδοτικών ωφελημάτων. Είναι αυτή την απόφαση που προσβάλλουν οι Αιτητές, ως απορριπτική του αιτήματός τους. Βασική εισήγηση τους είναι ότι η απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου να τερματίσει τις υπηρεσίες του πατέρα τους δεν είχε νομική ισχύ και ήταν ανυπόστατη καθ΄ ότι προήλθε από παρανόμως διοικούσα πραξικοπηματική αρχή. Παραπέμπουν προς τούτο στον περί του Πραξικοπήματος (Ειδικαί Διατάξεις) Νόμο του 1975 (Ν.57/75) όπως και στην απόφαση Λιασή ν. Γενικού Εισαγγελέως

(1975)3 CLR
  1. Το βασικό ερώτημα που εγείρεται ως προς αυτή την εισήγηση είναι βεβαίως το ότι η ίδια η προσφυγή δεν προσβάλλει ευθέως την απόφαση για απόλυση παρά μόνο την απόφαση για μη παροχή μισθών, συνταξιοδοτικών ωφελημάτων και σύνταξης. Και εμμέσως όμως να θεωρείται ότι η προσφυγή προσβάλλει την απόφαση για απόλυση, καθ΄ όσον η διεκδίκηση των ως άνω στηρίζεται στο παράνομο ή στο όλως ανυπόστατο της απόλυσης, εγείρεται το περαιτέρω ερώτημα κατά πόσο το παράνομο και ανυπόστατο της απόλυσης μπορεί να ελεγχθεί σήμερα, μετά από τριάντα χρόνια, παρελθούσης δηλαδή προ πολλού της συνταγματικής προθεσμίας για αμφισβήτηση της νομιμότητας διοικητικής πράξης. Στην υπόθεση Λιασή, όπου εξετάστηκε η νομιμότητα τερματισμού υπηρεσιών ειδικών αστυφυλάκων από Αστυνομικό Διευθυντή διορισθέντα από Αρχηγό Αστυνομίας που είχε διορισθεί από την πραξικοπηματική κυβέρνηση, ο τερματισμός των υπηρεσιών είχε προσβληθεί εμπροθέσμως με προσφυγή στα πλαίσια της οποίας και εξετάστηκε το θέμα σε συνάρτηση τόσο με τις γενικές αρχές του δικαίου όσο και με τις πρόνοιες του Ν. 57/
  2. Επιπροσθέτως, καθ΄ όσον ο τερματισμός των υπηρεσιών προήλθε από Αστυνομικό Διευθυντή ο οποίος είχε διορισθεί από Αρχηγό Αστυνομίας που διορίσθηκε από την πραξικοπηματική κυβέρνηση, είχαν εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Ν. 57/75 ότι: "Πράξις της πραξικοπηματικής κυβερνήσεως γενομένη υπ΄ αυτής κατ΄ επίκλησιν εξουσιών ή καθηκόντων αυτής είναι ανυπόστατος και ανύπαρκτος". Ο διορισμός τόσο του Αρχηγού της Αστυνομίας όσο και του υπ΄ αυτού διορισθέντος Αστυνομικού Διευθυντή ήταν έτσι ανυπόστατος και συμπαρέσυρε κάθε πράξη του Αστυνομικού Διευθυντή. Στην προκειμένη περίπτωση, και να ήταν δυνατό να εξετασθεί το θέμα παρελθούσης της προθεσμίας προσφυγής, δεν βλέπω που ο Ν. 57/75 θα μπορούσε να βοηθούσε τους Αιτητές. Εδώ δεν υπήρξε εισήγηση ότι ο διορισμός του εν λόγω Αστυνομικού Διευθυντή ήταν ανυπόστατος ως προερχόμενος από την πραξικοπηματική κυβέρνηση. Παρέμενε έτσι η απόλυση ως διοικητική πράξη, η κατά τα άλλα νομιμότητα της οποίας θα μπορούσε να ελέγχετο μόνο με προσφυγή εμπροθέσμως καταχωρηθείσα. Η εισήγηση που γίνεται στην απαντητική αγόρευση ότι η απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου τεκμέρεται ανυπόστατη καθ΄ όσον της Αστυνομίας προϊστατο ανυπόστατη κυβέρνηση απαντάται με αναφορά στο ίδιο το άρθρο 4 του Ν. 57/75 το οποίο περιορίζει το ανυπόστατο σε πράξεις της ίδια της "πραξικοπηματικής κυβέρνησης" οριζόμενης στο άρθρο 2 ως: "'πραξικοπηματική κυβέρνησις' σημαίνει τον κατά το πραξικόπημα αναλαβόντα αντισυνταγματικώς και παρανόμως το λειτούργημα του Προέδρου της Δημοκρατίας ως και τους υπ΄ αυτού αντισυνταγματικώς και παρανόμως διορισθέντας Υπουργούς και τον Υφυπουργόν και περιλαμβάνει παν μέλος αυτής." Μάλιστα, αν ήταν άλλως, θα αναιρείτο η νομιμότητα των προ του πραξικοπήματος νομίμως διορισθέντων οργάνων με τη υπαγωγή και ταύτιση τους προς την πραξικοπηματική κυβέρνηση. Οι Αιτητές προβαίνουν σε περαιτέρω εισήγηση ότι η απόλυση δεν ήταν νόμιμη καθ΄ όσον δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία. Στην απαντητική αγόρευση τίθεται επίσης θέμα έλλειψης δέουσας έρευνας των γεγονότων και ακολούθως πλάνης ως προς την απόφαση με την οποία απερρίφθη το αίτημα της μητέρας τους το
  3. Για τους πιο πάνω λόγους όμως, αυτά δεν μπορούν να εξετασθούν εφ΄ όσον συνιστούν εκπρόθεσμη αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξης απόλυσης. Άλλη εισήγηση των Αιτητών είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αναιτιολόγητη. Παραπέμπω συναφώς στην αναφορά που γίνεται στην επιστολή της 22.11.2002 ότι δεν θα προωθείτο στο Υπουργικό Συμβούλιο θέμα "κατά χάριν" συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και παρατηρούν ότι οι ίδιοι δεν εζήτησαν "κατά χάριν" αλλά δικαιωματικά ωφελήματα. Αυτό όμως δεν είναι η ουσία του πράγματος. Όπως η ίδια η αιτούμενη θεραπεία στην προσφυγή διατυπώνεται, το παράπονο είναι ακριβώς η απόρριψη του αιτήματος για καταβολή, δικαιωματικώς, μισθών, συνταξιοδοτικών ωφελημάτων και σύνταξης στη βάση ότι η απόλυση του πατέρα τους ήταν παράνομη και ανυπόσταση. Η θέση της διοίκησης επ΄ αυτού, όπως παρατηρεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τη Δημοκρατία, ήταν καθαρή εξ΄ αρχής από της απόρριψης του ανάλογου αιτήματος της μητέρας τους και αιτιολογείτο σε συνάρτηση με τα αναφερθέντα στην προς αυτή απορριπτική επιστολή της 3.2.1975 τα οποία και επισημαίνονται στην επιστολή που εστάλη στους ίδιους τους Αιτητές στις 10.6.
  4. Ούτε και έλλειψη δέουσας έρευνας υπήρξε, όπως επίσης εισηγούνται οι Αιτητές. Τα όσα γεγονότα υπήρχαν διερευνήθησαν τότε και καταγράφησαν στην επιστολή του ερευνώντος αξιωματικού στις 27.1.
  5. Δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία που να επέβαλλαν νέα έρευνα, ούτε παρουσιάσθησαν τέτοια από τους Αιτητές, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, με την ίδια την προσφυγή τους, δέχονται ότι η απόλυση έγινε και αμφισβητούν μόνο τη νομική υπόσταση της. Ούτε βεβαίως η αναζήτηση γνωμάτευσης ως προς το ενδεχόμενο να ετύγχανε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση Λιασή μπορούσε να συνιστούσε νέα έρευνα. Γίνεται τέλος εισήγηση ότι αναρμοδίως το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης αποφάσισε να μην προωθήσει στο Υπουργικό Συμβούλιο θέμα "κατα΄χάριν" ωφελημάτων προς τους Αιτητές, καθ΄ όσον η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο. Η εισήγηση αυτή βεβαίως είναι αντίθετη με την ίδια την προηγούμενη εισήγηση των Αιτητών ότι οι ίδιοι δεν ζήτησαν και δεν ενδιαφέρετο για "κατά χάριν" ωφελήματα. Αλλά και εκτός των πλαισίων της προσφυγής που αφορά απόρριψη αιτήματος, όπως όντως είχε υποβληθεί, για δικαιωματική καταβολή μισθών, συνταξιοδοτικών ωφελημάτων και σύνταξης. Η προσφυγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Δεν θα υπάρξει διαταγή για έξοδα εφ΄ όσον η Δημοκρατία δεν τα ζητά. Δ. Χατζηχαμπής, Δ. /ΕΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.