← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.α., Υπσθεση Αρ. 1259/2002, 13 Ιουλίου, 2004

ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.α., Υπσθεση Αρ. 1259/2002, 13 Ιουλίου, 2004 ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.α., Υπσθεση Αρ. 1259/2002, 13 Ιουλίου, 2004 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπσθεση Αρ. 1259/2002) 13 Ιουλίου, 2004 [ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ,
  2. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
  3. ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ,
  4. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Καθ'ων η αίτηση. Μιχ. Κυπριανού, για τους Αιτητές. Τζ. Καρακάννα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή οι Ανδρέας Ζαχαρίου και Γιαννάκης Παπαγεωργίου (αιτητές) αμφισβητούν την ορθότητα της απόφασης του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών (καθ'ων η αίτηση), με την οποία η προσφορά για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για σκοπούς ελέγχου των Κοινοτικών Συμβουλίων, κατακυρώθηκε στους Γ. Μικελλίδη και Ν. Ονουφρίου (ενδιαφερόμενα μέρη). (α) Τα γεγονότα. Τον Ιούνιο του 2002 η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας ζήτησε από τον Πρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών την έγκριση αγοράς υπηρεσιών για τον έλεγχο των λογαριασμών των Κοινοτικών Συμβουλίων από ομάδα έμπειρων πρώην υπαλλήλων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Σύμφωνα με την πρόταση θεωρήθηκε κατάλληλη η ομάδα των αιτητών και η ομάδα των ενδιαφερόμενων μερών, στους οποίους είχε ανατεθεί παρόμοιου είδους εργασία το 1999 και
  5. Η ζήτηση των προσφορών θα γινόταν με τη "διαδικασία διαπραγμάτευσης" σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν. 102(Ι)/97 (όπως τροποποιήθηκε) και στον Κανονισμό 30

(1)των περί Προσφορών του Δημοσίου (Γενικών) Κανονισμών του 1999 (ΚΔΠ 104/99). Αφού ζητήθηκε η υποβολή προσφορών και από τις δύο ομάδες, που θα έληγαν στις 2/8/2002, ο αιτητής Α. Ζαχαρίου ζήτησε γραπτώς από τη Γενικό Ελεγκτή στις 18/7/2002 κάποιες διευκρινίσεις σε σχέση με τα έγγραφα της προσφοράς, προτείνοντας ταυτόχρονα συγκεκριμένες τροποποιήσεις που αφορούσαν τις "Οδηγίες προς τους Προσφοροδότες" για την άρση ασαφειών που κατά την άποψη τους επηρέαζαν την αξία της προσφοράς. Προς τούτο η Ελεγκτική Υπηρεσία εξέδωσε δύο "Διορθωτικές Οδηγίες" διαφοροποιώντας την προθεσμία υποβολής των προσφορών και παρέχοντας τις αναγκαίες διευκρινίσεις στα θέματα που εγέρθηκαν, ενημερώνοντας ταυτόχρονα τους δύο προεπιλεχθέντες πιθανούς προσφοροδότες. Ο αιτητής Ζαχαρίου δεν ικανοποιήθηκε από τις διορθωτικές οδηγίες και με νέα επιστολή του ημερομηνίας 31/7/2002 ζήτησε νέες διευκρινίσεις και τροποποιήσεις που κατά την άποψη του ήταν αναγκαίες για τον υπολογισμό της αξίας της προσφοράς. Παρόμοια επιστολή στάληκε από τον αιτητή στις 6/8/2002 (τέσσερις μέρες μετά τη λήξη των προσφορών) στον Πρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών, στην οποία ανέφερε ότι επειδή δεν του κοινοποιήθηκε η θέση των καθ'ων η αίτηση στις απόψεις που εξέφρασε, "για το λόγο αυτό και για τις ασάφειες που συνεχίζουν να υπάρχουν δεν υπέβαλα προσφορά", προσθέτοντας επίσης ότι "αν οι όροι ήταν κατάλληλα διατυπωμένοι και ξεκάθαροι .... πιστεύω ότι θα υπέβαλλα προσφορά σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη που υποβλήθηκε". Ακολούθως η Επιτροπή Αξιολόγησης εισηγήθηκε την κατακύρωση της προσφοράς στην ομάδα των ενδιαφερόμενων μερών, που ήταν και η μοναδική προσφορά που είχε υποβληθεί. Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης της προσφοράς των ενδιαφερόμενων μερών, επειδή παρατηρήθηκε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη αντί να επισυνάψουν προσωπική επιταγή, σύμφωνα με τους όρους προκήρυξης, επισύναψαν επιταγή στο όνομα "Μικελλίδης Γεώργιος ή και Λοΐζου Άννα", ο διαγωνισμός ακυρώθηκε. Προς τούτο ειδοποιήθηκαν γραπτώς τόσο η Γενικός Ελεγκτής όσο και ο αιτητής Ζαχαρίου. Ακολούθως η Ελεγκτική Υπηρεσία ζήτησε και πάλι την έγκριση του Προέδρου του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών για την προβλεπόμενη στον Κανονισμό 30
(1)(ζ) των Κανονισμών (ΚΔΠ 104/99) διαπραγμάτευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, που ήταν οι μόνοι που είχαν υποβάλει την προσφορά που είχε ακυρωθεί. Τα έγγραφα και η εκτίμηση της προσφοράς θα παρέμεναν τα ίδια, όπως αυτά ίσχυαν και στην ακυρωθείσα διαδικασία. Το Κεντρικό Συμβούλιο Προσφορών αποφάσισε ομόφωνα στις 12/9/2002, όπως κληθεί να υποβάλει προσφορά για την αγορά υπηρεσιών με τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η ομάδα των ενδιαφερόμενων μερών και κατά πλειοψηφία, όπως ο χρόνος διάρκειας των προσφορών να είναι για ένα χρόνο χωρίς πρόνοια παράτασης. Στις 20/9/2002 τα ενδιαφερόμενα μέρη υπέβαλαν και πάλι την προσφορά τους ενώ στις 25/9/2002 οι αιτητές απέστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας στον Πρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών, ισχυριζόμενοι ότι δεν έτυχαν απάντησης στις προηγούμενες ερωτήσεις τους, ότι κακώς ακυρώθηκε η προεπιλογή τους και ότι η διαδικασία που έλαβε χώρα ήταν παράνομη. Οι αιτητές έλαβαν απάντηση εκ μέρους του Προέδρου του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών με την οποία τους υποδείχθηκε πως ο χειρισμός του θέματος ήταν σύμφωνος με τις σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις. Στο μεταξύ η Ελεγκτική Υπηρεσία υπέβαλε στο Κεντρικό Συμβούλιο Προσφορών την έκθεση αξιολόγησης της προσφοράς των ενδιαφερόμενων μερών μαζί με τη σχετική εισήγηση. Στις 10/10/2002 λήφθηκε τελικά η προσβαλλόμενη απόφαση κατακύρωσης της προσφοράς στα ενδιαφερόμενα μέρη. (β) Οι λόγοι της προσφυγής. Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η πιο πάνω απόφαση είναι άκυρη γιατί, Είναι αναιτιολόγητη και λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα, Παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης και Είναι το αποτέλεσμα πλάνης σε σχέση με τον εφαρμοστέο κανονισμό της ΚΔΠ 104/
  1. (γ) Η προδικαστική ένσταση. Οι καθ'ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι οι αιτητές στερούνται έννομου συμφέροντος να προσβάλουν την επίδικη απόφαση και τούτο γιατί οι ίδιοι ουδέποτε υπέβαλαν τη δική τους προσφορά. Με αυτή την επιλογή τους οι αιτητές έθεσαν τους εαυτούς τους εκτός διαγωνισμού και κατ' επέκταση δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε βλάβη. Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η άσκηση προσφυγής μέσα στα πλαίσια του άρθρου 146 του Συντάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη έννομου συμφέροντος. Από τα γεγονότα όπως έχουν προβληθεί πιο πάνω φαίνεται ότι οι αιτητές σε κανένα χρονικό σημείο (έκδοση επίδικης απόφασης, της προσβολής της και της συζήτησης της προσφυγής) δεν είχαν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον. Οι αιτητές αφού κρίθηκαν αρχικά κατάλληλοι για να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό και αφού έλαβαν τα έγγραφα προσφορών, αποτάθηκαν στη Γενικό Ελεγκτή με την επιστολή τους της 18/7/2002, ζητώντας διευκρινίσεις σε σχέση με διάφορους όρους της προκήρυξης, προτείνοντας μάλιστα αριθμό τροποποιήσεων, που κατά την άποψη τους θα ήταν επωφελείς για το δημόσιο. Η επιστολή των αιτητών επέφερε παράταση της προθεσμίας υποβολής των προσφορών από τις 26/7/2002 στις 2/8/2002, τα δε ερωτήματα που τέθηκαν απαντήθηκαν έγκαιρα στις 25/7/
  2. Παρά το γεγονός αυτό, οι αιτητές δεν υπέβαλαν προσφορά. Απλά συνέχισαν να απευθύνουν επιστολές, εκφράζοντας την αντίθεσή τους αναφορικά με συγκεκριμένους όρους της προσφοράς και διατυπώνοντας εκ νέου την άποψη ότι υπήρχαν ασάφειες και ελλείψεις που καθιστούσαν δυσχερή την αξιολόγηση των προσφορών. Είναι μάλιστα προφανές από το περιεχόμενο της επιστολής τους προς το Γενικό Λογιστή της 6/8/2002, αφού είχε ήδη βεβαίως εκπνεύσει η προθεσμία, ότι οι αιτητές κατέληξαν στην απόφαση να μην διεκδικήσουν το διαγωνισμό, λόγω του ότι δεν συμφωνούσαν με πολλές από τις πρόνοιες των εγγράφων της προσφοράς. Δήλωσαν χαρακτηριστικά, ότι θα υπέβαλαν προσφορά "αν οι όροι ήταν κατάλληλα διατυπωμένοι και ξεκάθαροι". Το Κεντρικό Συμβούλιο Προσφορών γνώριζε τις θέσεις των αιτητών και τη στάση που υιοθέτησαν σε σχέση με τους όρους της προκήρυξης. Στη συνεδρία του της 12/9/2002, η οποία έλαβε χώρα μετά από την ακύρωση της προσφοράς των ενδιαφερόμενων μερών, λόγω μη υποβολής της ορθής εγγύησης συμμετοχής, αναφέρθηκε στην προεπιλεγείσα ομάδα των αιτητών, σημειώνοντας ότι, σύμφωνα και με την άποψη της αρμόδιας Ελεγκτικής Υπηρεσίας, "επειδή η ομάδα Α. Ζαχαρίου - Γ. Παπαγεωργίου δεν απεδέχθη τους όρους των εγγράφων της ακυρωθείσας προσφοράς και δεν υπέβαλε προσφορά, δεν κρίθηκε αναγκαίο να κληθεί να προσφοροδοτήσει στη νέα προσφορά, ενόψει του γεγονότος ότι αυτή θα επαναπροκηρυχθεί με τους ίδιους όρους της ακυρωθείσας προσφοράς". Η απόφαση των αιτητών να μη συμμετάσχουν για δικούς τους λόγους στο διαγωνισμό, τους αποστέρησε το απαραίτητο έννομο συμφέρον να αμφισβητήσουν την ορθότητα της επίδικης απόφασης. Οι αιτητές δεν μπορούν να αποκομίσουν οποιοδήποτε όφελος από την κατακύρωση της προσφοράς αφού οι ίδιοι επέλεξαν να μη συμμετάσχουν. Προσφυγή που αμφισβητεί διοικητική πράξη που δεν αφορά τον αιτητή είναι απαράδεκτη. (Βλ. αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας 820, 3219 και 4017/87, όπως επίσης και την απόφαση MULTI KLIMA MALIOTIS ENGINEERING LTD κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 2980, της 5/6/2002). Όπως επισημαίνεται από τη Γλυκερία Π. Σιούτη στο σύγγραμμά της "Το Έννομο Συμφέρον στην Αίτηση Ακυρώσεως, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σελ. 158: "Η νομολογία, παγίως δέχεται ότι «όταν δεν υπάρχει η ειδικώς καθορισμένη νομική κατάσταση του αιτούντος ή ο λόγω της ιδιαίτερης ιδιότητας του σύνδεσμος με την πράξη και η συναφής βλάβη δεν έχει επέλθει αλλά εμφανίζεται ως μέλλουσα και ενδεχόμενη, υπάρχει έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που καθιστά την αίτηση ακυρώσεως απαράδεκτη»." Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Τ. ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ. /ΔΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.