← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΚΕΛΛΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Υπόθεση Αρ. 535/2004, 24 Μαίου, 2005

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΚΕΛΛΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Υπόθεση Αρ. 535/2004, 24 Μαίου, 2005 ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΚΕΛΛΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Υπόθεση Αρ. 535/2004, 24 Μαίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 535/2004) 24 Μαίου, 2005 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΚΕΛΛΗ, Αιτήτρια, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Καθ' ων η αίτηση. ____________________ Α.Σ. Αγγελίδης , για την Αιτήτρια. Γ. Χατζηχάννα (κα.), για τους Καθ' ων η αίτηση. Μ. Χριστοφίδου (κα.), για το Ενδιαφερόμενο Μέρος αρ.

  1. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.: Η υπόθεση αφορά την απόφαση των καθ ΄ων η αίτηση να διορίσουν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα στην μόνιμη θέση Αστυφύλακα στην Αστυνομία. Η προκήρυξη των θέσεων δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 14.3.2003 και 27.6.
  2. Οι θέσεις είναι πρώτου διορισμού και ο μισθός των θέσεων είναι Κλ. Α3-Α5-Α7, επεκτεινόμενη κατά δύο προσαυξήσεις. Η διαδικασία των διορισμών τροχιοδρομήθηκε με βάση τις διατάξεις των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 51/89). Σαν πρώτο βήμα - και όπως προβλέπουν οι κανονισμοί - διορίστηκαν από τον Αρχηγό της Αστυνομίας τα μέλη του Συμβουλίου Πρόσληψης (31.3.03) που, στη συνέχεια (4.4.03 και 18.9.03), εγκρίθηκαν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Οι υποψήφιοι ήταν πολλοί

(2186). Παρακάθισαν σε γραπτές εξετάσεις 1737 από τους οποίους πέτυχαν 229. Η αιτήτρια, που έλαβε μέρος, ήταν μεταξύ των επιτυχόντων, που αργότερα, στις 16-23 Δεκεμβρίου, 2003, κλήθηκαν σε προσωπική συνέντευξη. Κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης, το Συμβούλιο εξέτασε μεταξύ άλλων το ύψος των υποψηφίων. Τα αποτελέσματα της γραπτής εξέτασης και προφορικής, η τελική βαθμολογία μαζί με τις γενικές παρατηρήσεις του Συμβουλίου καταχωρήθηκαν σε σχετικό έντυπο για τον κάθε υποψήφιο ξεχωριστά. Το Συμβούλιο απέστειλε προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας τελικό Πίνακα επιτυχόντων στον οποίο αναγράφονταν οι υποψήφιοι κατά σειρά επιτυχίας με βάση τις συνολικές μονάδες που ο καθένας από αυτούς συγκέντρωσε. Στον πίνακα εμφαίνονταν αναλυτικά τα αποτελέσματα της γραπτής εξέτασης, οι υποψήφιοι που κατείχαν ακαδημαϊκά προσόντα, οι Ειδικοί Αστυφύλακες, αυτοί που βαρύνονταν με καταδίκες από Ποινικά/Στρατιωτικά/Πειθαρχικά Δικαστήρια, καθώς επίσης και το ύψος κάθε υποψηφίου που σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήταν το απαιτούμενο ύψος 1.67μ όπως προβλεπόταν από τον Καν 4
(1)(ε) των Περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών του 1989 αλλά ούτε και από τους υπό ψήφιση από τη Βουλή Κανονισμούς που προβλέπουν για τους άνδρες 1.67 μ και για τις γυναίκες 1.63 μ. Στις 7.1.2004, ο Αναπληρωτής Αρχηγός Αστυνομίας με επιστολή προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως διαβίβασε πρακτικό/ σκεπτικό στο οποίο καταγράφονται οι απόψεις και εισηγήσεις του σε σχέση με την παρέκκλιση για ειδικούς λόγους από το προβλεπόμενο ύψος. Εισηγείτο μεταξύ άλλων ότι: (α) Για όλους τους άνδρες υποψηφίους για πρόσληψή τους στην Αστυνομία για τους οποίους δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι να εξαιρεθούν, θα έπρεπε να ισχύσει το προβλεπόμενο από τον Κανονισμό 4
(1)(ε) ύψος του 1.67 μ. (β) Για όλες τις γυναίκες υποψήφιες για πρόσληψή τους στην Αστυνομία για τις οποίες δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι ώστε να εξαιρεθούν, θα έπρεπε να ισχύσει το προβλεπόμενο, στο ήδη εκκρεμές ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων Νομοσχέδιο για την τροποποίηση των Περί Αστυνομίας Γενικών κανονισμών, ύψος 1.63 μ, ώστε, όπως ανέφερε, να μην θεωρηθεί δυσμενής διάκριση εις βάρος τους αφού στις περισσότερες περιπτώσεις η σωματική τους διάπλαση είναι υποδεέστερη των ανδρών. Ανέφερε ότι θα ήταν ανεδαφικό και ίσως διάκριση εις βάρος των γυναικών σε περίπτωση που θα αποκλείονταν σχεδόν όλες οι γυναίκες υποψήφιες από τον κατάλογο αφού 60 από τις 80 που έχουν πετύχει είναι ύψους κάτω του προβλεπόμενου 1.67. (γ) Σημείωσε επίσης ότι υπάρχουν ειδικοί λόγοι ώστε να εξαιρεθούν από το προβλεπόμενο ύψος οι άνδρες και οι γυναίκες που είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού διπλώματος ή τίτλου σπουδών και να καθοριστεί το 1.60 αφού η σωματική διάπλαση δεν είναι εντελώς άσχετη και αποκομμένη από την επιτυχή εκτέλεση των αστυνομικών καθηκόντων. (δ) Θεώρησε επίσης ότι για τους άνδρες και τις γυναίκες υποψήφιους που ήδη υπηρετούν στην Αστυνομία ως Ειδικοί Αστυφύλακες υπάρχουν ειδικοί λόγοι ώστε να εξαιρεθούν από το προβλεπόμενο ύψος και εισηγήθηκε να καθοριστεί το 1.60 και για αυτή την κατηγορία. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ενέκρινε τις πιο πάνω εισηγήσεις του Αναπληρωτή Αρχηγού Αστυνομίας. Οι προσλήψεις έγιναν με βάση τον τελικό πίνακα υποψηφίων αστυφυλάκων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονταν στο σκεπτικό του Αναπληρωτή Αρχηγού της Αστυνομίας ημερ.7.1.2004 το οποίο όπως έχει προαναφερθεί εγκρίθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης . Από το έντυπο επιλογής που αφορά την αιτήτρια προκύπτει ότι αυτή αποκλείστηκε από τη διαδικασία πρόσληψης αστυφυλάκων λόγω του ότι δεν κατείχε το απαιτούμενο από τον Καν. 4
(1)(ε) ύψος. Η αιτήτρια έχει ύψος 1.50 μ.. Σημειώνεται ότι η αιτήτρια είναι κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος Εγκληματολογίας και είχε πετύχει στη γραπτή εξέταση και στην προφορική συνέντευξη εξασφαλίζοντας τελική συνολική βαθμολογία 81.50 (ψηλότερη βαθμολογία από αυτή των ενδιαφερομένων προσώπων). Η αιτήτρια καταχώρισε την κρινόμενη προσφυγή ζητώντας την πιο κάτω θεραπεία: "Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθ' ων η αίτηση η οποία δημοσιεύτηκε στις εβδομαδιαίες διαταγές την 1.3.04 και με την οποίαν διόρισε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα που φαίνονται στον Πίνακα Α στη Θέση Αστυφυλάκων αντί και/ή στη θέση της αιτήτριας είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.» Η προσφυγή εναντίον του ενδιαφερόμενου προσώπου αρ. 7 αποσύρθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια προς υποστήριξη της προσφυγής της ισχυρίζεται ότι η ίδια αποκλείστηκε με βάση ultra vires σχέδιο υπηρεσίας και ultra vires Κανονισμούς. Ειδικότερα αναφέρεται στην παράγραφο 4
(5)των απαιτούμενων προσόντων του σχεδίου Υπηρεσίας και στον Καν. 4
(1)(ε) της ΚΔΠ 51/89. Υποστηρίζει ότι με τις συγκεκριμένες πρόνοιες τίθεται φραγμός στη διεκδίκηση θέσεων στο δημόσιο από εκείνους που δεν έχουν ύψος άνω του 1.67 και όπως καθορίστηκε αργότερα 1.63, χωρίς νομοθετική περί τούτου εξουσιοδότηση, καταλήγοντας ότι αυτές παραβιάζουν το άρθρο 28 του Συντάγματος, την αρχή της ισότητας και είναι αντισυνταγματικές. Από την άλλη πλευρά, η ευπαίδευτη συνήγορος για τη Δημοκρατία, εισηγείται στην αγόρευσή της ότι η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος καθότι δεν πληρούσε το βασικό προσόν της παραγράφου 4
(5)που καθορίζει το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε το κριτήριο του Κανονισμού 4
(1)(ε) που θέτει ο νομοθέτης αλλά ούτε και πληρούσε τα ειδικά κριτήρια που έθεσε ο Αναπληρωτής Αρχηγός Αστυνομίας κατ εξαίρεση του Κανονισμού για τους υποψήφιους με πανεπιστημιακό δίπλωμα. Επιχειρηματολογεί ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της καλής πίστης και ο ισχυρισμός της αιτήτριας για άνιση μεταχείριση και προκατάληψη είναι ανεδαφικός. Περαιτέρω, υποβάλλει ότι ο ισχυρισμός για ultra vires σχέδιο υπηρεσίας είναι αόριστος και γενικός καθώς δεν καθορίζεται η πρόνοια της σχετικής νομοθεσίας στην οποία αντίκειται το επίδικο σχέδιο υπηρεσίας. Κατ΄ αρχήν, θα πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος. Το επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση δεν είναι κατά πόσο η αιτήτρια ήταν προσοντούχος δυνάμει του σχεδίου υπηρεσίας και των Κανονισμών. Η αιτήτρια έχοντας ύψος 1.50μ, το οποίο δεν μπορεί να αλλάξει αλλά και ούτε αμφισβητείται από την ίδια, δεν πληρούσε τη βασική προϋπόθεση που θέτει ο Νόμος για το απαιτούμενο ύψος για πρόσληψη στην Αστυνομία, την οποία προϋπόθεση εξακολουθούσε να μην πληροί ακόμη και ύστερα από την μείωση του απαιτούμενου από το Νόμο ύψους όπως είχε εισηγηθεί ο Αναπληρωτής Αρχηγός της Αστυνομίας και είχε εγκριθεί από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Το επίδικο ζήτημα ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση αφορά στο κατά πόσο η συγκεκριμένη πρόνοια στην παράγραφο 5 του σχεδίου υπηρεσίας και η αντίστοιχη πρόνοια στον Κανονισμό 4
(1)(ε) της ΚΔΠ 51
(89)που θέτουν κατώτατο ύψος και καθιστούν την αιτήτρια μη προσοντούχο είναι νόμιμες. Εφόσον το επίκεντρο των ισχυρισμών της αιτήτριας ήταν η νομιμότητα της απόφασης της καθ΄ ης να την κρίνει μη προσοντούχο για την επίδικη θέση ένεκα ύψους, η αιτήτρια έχει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για να επιδιώξει την αναθεώρηση της σχετικής απόφασης. Καθοδηγητική επί του σημείου αυτού, για την ύπαρξη δηλαδή εννόμου συμφέροντος, είναι η απόφαση της Ολομέλειας στις Α.Ε. 2153 και 2155 Ελένη Χρυσοστόμου και άλλες ν. Κωνσταντινίδου Αικατερίνη και άλλων ημερ. 20.1.99, στην οποία παραπέμψε η ευπαίδευτη συνήγορος για τη Δημοκρατία. Για την εξέταση των πιο πάνω ισχυρισμών είναι απαραίτητη η αναφορά στη σχετική νομοθεσία. Ο περί Αστυνομίας Νόμος Κεφ.285, όπως τροποποιήθηκε καθορίζει τα καθήκοντα και υποχρεώσεις των αστυνομικών και διέπει γενικά τα της οργάνωσης, στελέχωσης και λειτουργίας της. Το άρθρο 5 ορίζει πως: "η Δύναμη θα ασχολείται μέσα και σ΄ όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης, διαφύλαξη της ειρήνης, την πρόληψη και εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη των παρανομούντων .........". Στο άρθρο 17
(3)του Νόμου αναφέρεται ότι «κάθε αστυνομικός θεωρείται ότι βρίσκεται σε καθήκον πάντοτε και δύναται οποτεδήποτε να κληθεί σε καθήκον σε οποιοδήποτε μέρος της Δημοκρατίας». Η σχετική νομοθετική πρόνοια που προβλέπει την έκδοση Κανονισμών περιέχεται στο Άρθρο 10 του Περί Αστυνομίας Νόμου (Κεφ. 285). Δυνάμει του πιο πάνω άρθρου εκδόθηκαν οι Περί Αστυνομίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 1989, (Κ.Δ.Π.51/89). Σχετικός είναι ο κανονισμός 4
(1)(ε) που προβλέπει ότι ο υποψήφιος για εγγραφή ή διορισμό στην αστυνομική δύναμη πρέπει: "(ε) με εξαίρεση ειδικούς λόγους που εγκρίνονται από τον Υπουργό με εισήγηση του Αρχηγού, να είναι ύψους όχι μικρότερου του 1.67 μ." Με τον πρώτο λόγο ακυρότητας,η αιτήτρια υποστήριξε ότι με τον πιο πάνω κανονισμό δημιουργείται άνιση μεταχείριση σε βάρος της, κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Παράβαση του ΄Αρθρου 28 του Συντάγματος. Ο όρος "ίσοι ενώπιον του Νόμου" στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν υπονοεί την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαιρέτων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Δέστε: Μικρομμάτης ν. Δημοκρατίας, 2 R.S.C.C. 125). Στη Θεοχαρίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1956/23.1.98 (απόφαση Πική, Π.) το θέμα τίθεται ως εξής: «Η θεμελιακή αρχή η οποία προκύπτει τόσο από την Ελληνική όσο και την Κυπριακή νομολογία είναι τούτη. Αποκλείονται διακρίσεις οι οποίες δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου Εάν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης είναι ομοιογενή, δεν χωρεί διάκριση. Εάν είναι ανομοιογενή χωρεί και παρέχεται ευχέρεια για την θεσμοθέτηση διάφορου κανόνα ή την υιοθέτηση διάφορης ρύμθισης" (Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1449/23.10.97, Χαρ. Ι. Φιλιππίδης και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1935/30.9.97, Γιασεμίδου ν. Δήμου Λευκωσίας, Α.Ε. 1611/31.10.96, Παπαδοπούλου κ.α. ν. Ράπτη, Υπομνήματα 314-315/15.12.96).» (Σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της ομοιογένειας- Δέστε την Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/89, 29.8.89 και επίσης το σύγγραμμα "Συνταγματική Θεωρία και Πράξη" του Αριστόβουλου Μάνεση, σελ. 320). Στην κρινόμενη περίπτωση δεν τίθεται θέμα ανισότητας μεταξύ της αιτήτριας και των άλλων υποψηφίων αφού όλοι οι υποψήφιοι τελούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και εφαρμόστηκε σε όλους ανεξαιρέτως το ενιαίο κριτήριο του ύψους. Ούτε και ο καθορισμός του κριτηρίου του ύψους στην προκείμενη περίπτωση είναι αντίθετος ή ασυμβίβαστος με το άρθρο 28 του Συντάγματος καθότι αποτελεί καθορισμό κριτηρίου και διαφοροποίηση που ήταν εύλογα επιτρεπτή έχοντας υπόψη τη φύση των καθηκόντων των αστυνομικών. Η σωματική διάπλαση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την καλύτερη εκτέλεση των αστυνομικών καθηκόντων. Η πανεπιστημιακή μόρφωση μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόκλιση από το όριο του ύψους. Ο Δικαστής Νικήτας στην Προσφυγή Αρ. 419/96, ημερ.9.6.98, ΄Ελενα Δημητρίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αρχηγού Αστυνομίας, που και αυτή αφορούσε προσλήψεις αστυνομικών, ανέφερε συγκεκριμένα ότι η πανεπιστημιακή μόρφωση αποτελεί ένα αντικειμενικό κριτήριο συνδυασμένο με την αρχή της αξιοκρατίας. Στην απόφαση εκείνη τονίστηκε επίσης ότι: «Η έλλειψη υποψηφίων με το προβλεπόμενο ύψος δεν μπορεί, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να συνιστά ειδικό λόγο παραγνώρισης της βούλησης του νομοθέτη. Η σωματική διάπλαση δεν είναι άσχετη με την επιτυχή εκτέλεση αστυνομικών καθηκόντων. Ο νομοθέτης ενσυνείδητα έκαμε τις επιλογές του καθορίζοντας το ύψος χωρίς να παρέχει ευχέρεια είτε στον Αρχηγό Αστυνομίας είτε στον Υπουργό να διαμορφώνει κατά βούληση το ύψος. Μόνο για εξειδικευμένους λόγους επιτρέπει την παρέκκλιση.» Ο Αρχηγός Αστυνομίας δεν μπορούσε να παρακάμψει περαιτέρω το κριτήριο του ύψους ούτε να θέσει ειδικά κριτήρια για να διοριστεί η αιτήτρια. Οι ειδικοί λόγοι που έθεσε ο Αρχηγός εφαρμόστηκαν σε όλους τους υποψηφίους και επί ίσοις όροις και όχι προς όφελος συγκεκριμένου ατόμου. Εφόσον λοιπόν η αιτήτρια δεν πληρούσε το κριτήριο του Κανονισμού 4
(1)(ε), που θέτει ο νομοθέτης ούτε το βασικό προσόν της παραγράφου 4
(5)του Σχεδίου υπηρεσίας και δεν πληρούσε και τα ειδικά κριτήρια που έθεσε ο Αρχηγός της Αστυνομίας για τους υποψήφιους με πανεπιστημιακό δίπλωμα, το πτυχίο της στην Εγκληματολογία (σημειώνεται συναφώς ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης δεν απαιτεί ως απαραίτητο προσόν πανεπιστημιακό δίπλωμα) δεν μπορούσε από μόνο του να ληφθεί υπόψη και να διαφοροποιήσει την περίπτωση της αιτήτριας, παρακάμπτοντας προς όφελος της αιτήτριας το ενιαίο μέτρο κρίσης. Όσον αφορά στην εξουσία της πολιτείας να ρυθμίζει το δικαίωμα άσκησης συγκεκριμένου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή επιχείρησης, έχει αποφασιστεί ότι η εξουσία επιβολής εύλογων όρων ή περιορισμών του δικαιώματος αυτού περιλαμβάνει και τον αποκλεισμό των προσώπων που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τους όρους αυτούς (Δέστε: The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640). Ενόψει των πιο πάνω αρχών της νομολογίας , καταλήγω ότι η αιτήτρια δεν έχει ανατρέψει το τεκμήριο της συνταγματικότητας της σχετικής πρόνοιας του Κανονισμού. Η συγκεκριμένη πρόνοια δεν παραβιάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το ΄Αρθρο 28 του Συντάγματος. Ισχυρισμός για ultra vires σχέδιο υπηρεσίας και ultra vires Κανονισμό. Σε σχέση με τον ισχυρισμό για ultra vires σχέδιο υπηρεσίας , παρατηρώ ότι στα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή δέν εκτίθεται λόγος ακύρωσης αναφερόμενος στον πιο πάνω ισχυρισμό, ούτε επίσης ο ισχυρισμός για ultra vires Κανονισμό αιτιολογείται πλήρως ή επαρκώς σύμφωνα με το Διαδικαστικό Κανονισμό 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (Δέστε: Σπύρου και ΄Αλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.95). Το επίδικο Σχέδιο Υπηρεσίας εκδόθηκε πριν από τη θέσπιση του Νόμου 1/90. Κατά τον κρίσιμο χρόνο το θέμα των σχεδίων υπηρεσίας ρυθμιζόταν από τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, 1967 (Ν 33/67). Δεν έχει υποδειχθεί ωστόσο, συγκεκριμένα, ποιαν από τις πρόνοιες του Νόμου 33/67 ή του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου 58(Ι)/2004 υπερβαίνουν, είτε το επίδικο σχέδιο υπηρεσίας είτε και ο επίδικος κανονισμός. Γενικός ισχυρισμός περί υπερβάσεως του Νόμου «ultra vires» δεν μπορεί να τύχει εξέτασης. (Σχετικά με την ερμηνεία του όρου ultra vires δέστε: Δημήτρης Παφίτη ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Υποθ. αρ. 888/2002, ημερ. 16.11.2004). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η προσφυγή της αιτήτριας αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος της και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση. Καμία διαταγή για έξοδα αναφορικά με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Μ.Μ. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.