← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 907/2004, 18 Νοεμβρίου 2005

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 907/2004, 18 Νοεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 907/2004) 18 Νοεμβρίου, 2005 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αιτητής, v. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ' ης η αίτηση. ____________________ Α.Σ. Αγγελίδης, για τον Αιτητή. Κ. Στιβαρού (κα.), για την Καθ' ης η αίτηση. ____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.: Ο αιτητής προσβάλλει το κύρος της απόφασης της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ.), ημερ 31 Αυγούστου 2004 για το διορισμό του ενδιαφερομένου προσώπου Παντελή Στεφανή στη θέση Βοηθού Γραφείου, που είναι θέση πρώτου διορισμού στις συνδυασμένες κλίμακες Α1-Α2-Α5 στο γραφείο Περιφέρειας Λεμεσού. Στις 29.4.04 η Αρχή κυκλοφόρησε εσωτερική γνωστοποίηση για την πλήρωση 2 κενών θέσεων ανάμεσα στις οποίες και η επίδικη. Για την εν λόγω θέση υποβλήθηκαν 6 αιτήσεις από υπαλλήλους της Αρχής ανάμεσα στους οποίους ήταν ο αιτητής και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η Επιτροπή Διεξαγωγής Προσωπικών Συνεντεύξεων (Επιτροπή Συνεντεύξεων ή Ε.Σ.) κάλεσε σε πρώτο στάδιο σε προσωπική συνέντευξη στις 24.6.2004 όλους τους αιτητές. Σε επιστολή της ημερ. 9/7/2004 προς το Γενικό Διευθυντή αναφέρεται ότι «....αφού έλαβε υπόψη τα προσόντα των αιτητών σε συσχετισμό με τις πρόνοιες του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης και ιδιαίτερα τα καθήκοντα και τις ευθύνες της θέσης, την απόδοση τους στην προσωπική συνέντευξη, καθώς και την εργατικότητα τους, το ζήλο τους το ενδιαφέρον που είχαν επιδείξει κατά τη διάρκεια τους στην Αρχή, υποβάλλει για συμβουλευτικούς σκοπούς και μόνο στο επισυννημένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4, την έκθεση της αναφορικά με τον κάθε ένα από τους αιτητές που προσήλθαν στην προσωπική συνέντευξη. » Η έκθεση της Επιτροπής Συνεντεύξεων εξετάστηκε από τη Συμβουλευτική Υπεπιτροπή της Α.Η.Κ. για Θέματα Προσωπικού (η Συμβουλευτική Υπεπιτροπή) στη συνεδρία της ημερ. 19 Ιουλίου

  1. Στο πρακτικό της συνεδρίας της 19.7.2004 γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Συνεντεύξεων και στην έκθεση της τελευταίας. Το πρακτικό της συνεδρίας καταλήγει ως εξής: «Τα Μέλη αφού μελέτησαν και αξιολόγησαν προσεκτικά όλα τα εκτεθέντα ενώπιον τους στοιχεία και αφού προέβησαν σε ενδελεχή και δική τους έρευνα για τον κάθε υποψήφιο ξεχωριστά, επέλεξαν τον Παντελή Στεφανή ως τον καταλληλότερο υποψήφιο για την κρινόμενη θέση και αποφάσισαν κατά πλειοψηφία να συστήσουν στην Αρχή το διορισμό του στην κενή θέση Βοηθού Γραφείου στις συνδυασμένες κλίμακες Α1-Α2-Α5+2,στο γραφείο Περιφέρειας Λεμεσού.» Η πλήρωση της επίδικης θέσης εξετάστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής σε συνεδρίαση της ημερ. 31 Αυγούστου
  2. Τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής αφού μελέτησαν και αξιολόγησαν προσεκτικά όλα τα εκτεθέντα ενώπιόν τους στοιχεία και αφού προέβησαν σε ενδελεχή και δική τους έρευνα για κάθε υποψήφιο ξεχωριστά και έλαβαν δεόντως υπόψη τους τις κατά πλειοψηφία συστάσεις και εισηγήσεις της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής, επέλεξαν τον Παντελή Στεφανή ως τον πιο κατάλληλο υποψήφιο για την κρινόμενη θέση σε σύγκριση με τους υπόλοιπους και αποφάσισαν κατά πλειοψηφία να τον διορίσουν στην κενή θέση Βοηθού Γραφείου από την 1ην Σεπτεμβρίου
  3. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται κατά πρώτον ότι η καταγραφή της «κρίσης» της Επιτροπής Διεξαγωγής Προφορικών Συνεντεύξεων είναι αναιτιολόγητη, με αποτέλεσμα να έχει επηρεαστεί η όλη διαδικασία επιλογής. Πρόσθετα προβάλλει ότι τα όσα εξειδικεύονται στην επιστολή της ημερ. 9 Ιουλίου προς το Γενικό Διευθυντή αποτελούν αόριστη αιτιολογία και ανάπλαση των στοιχείων των φακέλων. Προς υποστήριξη της ισχυριζόμενης αόριστης αιτιολογίας επικαλείται την υπέρτερη εικόνα για τον αιτητή σε βαθμολογημένη αξία και προσόντα έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους ενόψει του συνόλου της σταδιοδρομίας τους όπως την παρουσιάζουν τα στοιχεία των φακέλων καθώς επίσης και την παραγνώριση του πρόσθετου προσόντος του αιτητή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές (μη απαιτούμενου ωστόσο από το σχέδιο υπηρεσίας). Προβάλλει περαιτέρω ότι η απόφαση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής να υποδείξει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ως επικρατέστερο για προαγωγή είναι αυθαίρετη και πάσχει για το λόγο ότι δεν προέβηκε στην αναγκαία εξειδίκευση και παράθεση αιτιολογίας της κρίσης της. Εισηγείται ότι και η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πάσχει γιατί και αυτή περιέχει απλά γενικές και αόριστες αναφορές και ότι η πάσχουσα απόφαση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την απόφαση της Αρχής που την έλαβε υπόψη της. Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό περί αναιτιολόγητης κρίσης ως προς τα αποτελέσματα της προφορικής συνέντευξης, η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση απαντά ότι στην έκταση που το αποτέλεσμα της προφορικής συνέντευξης έχει τη μορφή διαγωνισμού πρόκρισης-(επιτυχία σε προφορική συνέντευξη αποτελεί προϋπόθεση και ή απαιτούμενο προσόν του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης συμφώνως της παραγράφου ΙΙΙ(β) απαιτουμένων προσόντων) στη βάση του οποίου διαγωνισμού έχει κριθεί προσοντούχος και ο ίδιος ο αιτητής, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο αιτητής να επικαλείται από τη μία τη δική του πρόκριση για να θεμελιώσει το έννομο του συμφέρον και από την άλλη να θέτει θέμα παραμερισμού και ή ακυρότητας των αποτελεσμάτων των συνεντεύξεων. Αυτό, όπως εισηγείται, συνιστά ταυτόχρονα επιδοκιμασία και αποδοκιμασία και παραπέμπει ως προς το ανεπίτρεπτό της στις Καντούνας κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 682/96, ημερ. 18.9.98 και στην Χρ. Ελισσαίου v. ΑΗΚ, Α.Ε. 3261/10.5.
  4. Πέραν της εισήγησης αυτής, η καθής η αίτηση Αρχή απορρίπτει τους ισχυρισμούς για αναιτιολόγητη κρίση προβάλλοντας ότι έχουν τηρηθεί πρακτικά από τα οποία προκύπτει με σαφήνεια ότι οι ερωτήσεις που τέθηκαν είχαν άμεση σχέση με τα καθήκοντα της θέσης και ότι η γνώση των καθηκόντων της θέσης αποτέλεσε το στοιχείο εκείνο που προσδιόρισε την κρίση της ως προς την επιλογή του ενδιαφερόμενου προσώπου. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπερέχει σε αξία σύμφωνα με τα στοιχεία των φακέλων. Εισηγείται ότι ο σωστός τρόπος σύγκρισης των βαθμολογιών των υποψηφίων είναι να ληφθούν υπόψη όμοια δεδομένα δηλαδή οι βαθμολογίες για τα χρόνια που και οι δύο υποψήφιοι βαθμολογούνται ως μόνιμοι υπάλληλοι στην υπηρεσία, στη βάση ετήσιων εκθέσεων, δηλαδή από το 2001 μέχρι τη λήψη της επίδικης απόφασης και στη βάση της εικόνας αυτής είναι το ενδιαφερόμενο μέρος που υπερέχει σε αξία και όχι ο αιτητής. Η σύσταση της Υπεπιτροπής υπήρξε εύλογη και η αιτιολογία ,εφόσον μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία των φακέλων είναι επαρκής. Συναφώς ,επιχειρηματολογεί , ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή για αυθαίρετη, πάσχουσα και μη αιτιολογημένη σύσταση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής καθώς και οι ισχυρισμοί περί πάσχουσας κρίσης του Διοικητικού συμβουλίου στερούνται πραγματικού ερείσματος και υποβάθρου. Οι συνεντεύξεις διενεργήθηκαν από την Επιτροπή Συνεντεύξεων με βάση τον κανονισμό 13

(6)των περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 291/86). Η επιχειρηματολογία των καθ΄ ων η αίτηση σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό του αιτητή περί αναιτιολόγητης κρίσης της Επιτροπής Συνεντεύξεων και ότι τέτοιος ισχυρισμός προσκρούει στην αρχή της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, δεν ευσταθεί. Τα μέλη τόσο της Συμβουλευτικής όσο και του Διοικητικού Συμβουλίου έλαβαν υπόψη τους τα αποτελέσματα των προσωπικών συνεντεύξεων των υποψηφίων ενώπιον της Επιτροπής Διεξαγωγής Συνεντεύξεων, για τη διαμόρφωση της κρίσης τους. Συναφώς πέραν του ότι από τη μια πλευρά επιτυχία στην προφορική συνέντευξη αποτελεί προϋπόθεση και ή απαιτούμενο προσόν του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης σύμφωνα με την παράγραφο iii (β) , από την άλλη είναι επικουρική και διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη τελική αξιολόγηση των υποψηφίων. Η βαρύτητα και η σημασία της εξαρτάται από τις διαπιστώσεις της και τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η εν λόγω επιτροπή, αναφορικά με την κρίση της για την απόδοση του αιτητή και του ενδιαφερόμενου προσώπου κατά την προφορική συνέντευξη, κατέγραψε στην έκθεση της τα εξής: «Αιτητής Απάντησε πολύ καλά στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Γνωρίζει τα καθήκοντα της θέσης. Κρίνεται ως πάρα πολύ καλός υποψήφιος. Ενδιαφερόμενο πρόσωπο Απάντησε πάρα πολύ καλά, με σιγουριά και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Γνωρίζει τα καθήκοντα της θέσης. Κρίνεται ως πάρα πολύ καλός υποψήφιος». Είναι πρόδηλο ότι με την πιο πάνω καταγραφή των όσων η Επιτροπή απεκόμισε ως προς την απόδοση του ενδιαφερόμενου προσώπου και του αιτητή κατά την προφορική συνέντευξη, δεν παρέχεται η αναγκαία συγκεκριμενοποίηση των γεγονότων, στοιχείων και παρατηρήσεων που προέκυψαν από την προφορική συνέντευξη, και που κατά την αντίληψη των μελών της, εξηγούν τη γενική εντύπωση. Δεν τηρήθηκε πρακτικό από την ίδια την Επιτροπή Διεξαγωγής Συνεντεύξεων αλλά ούτε αναφέρεται οτιδήποτε στην έκθεση της ή στην επιστολή της ημερ. 9.7.2004 αναφορικά με το είδος των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στους υποψηφίους, ή τη θεματολογία για την οποία κλήθηκαν να εκφέρουν πιθανώς την άποψη τους. Ούτε προκύπτει από την έκθεση της ότι τα γεγονότα που προσδιόρισαν την κρίση της Επιτροπής Συνεντεύξεων ήταν η γνώση των καθηκόντων της θέσης. Παρατηρώ ότι στο πρακτικό που τηρήθηκε από τη Συμβουλευτική Υπεπιτροπή, εικοσιπέντε μέρες μετά τη διεξαγωγή των προφορικών συνεντεύξεων, γίνεται αναφορά στη διαδικασία της προφορικής συνέντευξης και ειδικότερα στα αξιολογηθέντα στοιχεία και το είδος των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν και στο τί αποσκοπούσαν να ελέγξουν. Αυτό όμως εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το πρακτικό της ίδιας της Επιτροπής Εξετάσεων αλλά αποτελεί εκ των υστέρων καταγραφή (μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας των 7 ημερών) της βάσης της διαδικασίας της προφορικής συνέντευξης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή έκαμε αναφορά στο άρθρο 24
(1)
(2)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν 158(Ι)/99) υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει νομοθετική πρόνοια που να επιβάλλει αιτιολογία της εντύπωσης από τις συνεντεύξεις όπως στην προκείμενη περίπτωση , η ανάγκη αιτιολόγησης και καταγραφής των εντυπώσεων των αποτελεσμάτων της προφορικής εξέτασης υπαγορεύεται από τις αρχές της χρηστής διοίκησης όπως αυτές έχουν κωδικοποιηθεί στο Νόμο 158(Ι)/99. Το άρθρο 24
(1)
(2)διαλαμβάνει τα εξής: «24.-
(1)Πρέπει να τηρούνται λεπτομερή πρακτικά των συνεδριάσεων των συλλογικών οργάνων, στα οποία να διατυπώνονται με σαφήνεια οι αποφάσεις που λαμβάνονται. Η τήρηση άρτιων πρακτικών είναι υποχρέωση κάθε οργάνου που ασκεί διοικητική λειτουργία.
(2)Στις περιπτώσεις διορισμών ή προαγωγών επιβάλλεται η καταγραφή των αποτελεσμάτων προφορικής εξέτασης και κάθε άλλου γεγονότος που επενεργεί στη λήψη της απόφασης. Δεν απαιτείται η καταγραφή των ερωτήσεων και απαντήσεων κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης ούτε και η καταγραφή των νοητικών διεργασιών των μελών για τις εκτιμήσεις τους αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων. Οι τυχόν προσωπικές σημειώσεις των μελών σχετικά με την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση, αν έγινε, παραδίδονται από τα μέλη αμέσως μετά το πέρας της διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων και αποτελούν μέρος του οικείου φακέλου.» Είναι φανερό ότι το πιο πάνω άρθρο αφορά στον τρόπο διατύπωσης των αποφάσεων των οργάνων που ασκούν διοικητική λειτουργία και συνεπώς αφορά σε διοικητικές πράξεις αυτές καθ΄ αυτές και όχι ενδιάμεσες απόψεις για συμβουλευτικούς σκοπούς και μόνο όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση με την Επιτροπή Συνεντεύξεων. Στην υπό εξέταση λοιπόν υπόθεση καθοριστικό ρόλο του αποτελέσματος ως προς τους ισχυρισμούς περί έλλειψης αιτιολογίας διαδραματίζει τί έχει καταγραφεί στο πρακτικό τόσο της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής όσο και του Διοικητικού Συμβουλίου. Όσον αφορά την περίπτωση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής, οι σχετικοί κανονισμοί απαιτούν την αιτιολόγηση της έκθεσης της. Συγκεκριμένα οι διατάξεις του καν. 3 του Δεύτερου Πίνακα (Μέρος ΙΙ) προβλέπουν τα εξής: «3
(1)Εις εκάστην συνεδρίαν της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής τηρούνται συνοπτικώς πρακτικά των συζητήσεων, τα οποία ετοιμάζονται εντός 7 ημερών από της ημερομηνίας εκάστης συνεδρίας και εν συνεχεία συμφωνούνται και υπογράφονται υπό του προεδρεύσαντος της συνεδρίας.
(2)Αντίγραφα των πρακτικών θα τίθενται ενώπιον των Μελών της Αρχής κατά την επόμενη συνεδρία της ολομελείας της Αρχής εις την οποίαν θα συζητηθούν τα θέματα εις τα οποία αναφέρονται τα πρακτικά και η κατά τον τρόπον τούτον κοινοποίησης των πρακτικών θα συνιστά επαρκή γνωστοποίησιν προς την Αρχήν των αποφάσεων της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής και της αιτιολογίας τούτων.» Η ίδια η Συμβουλευτική Υπεπιτροπή είχε από το νόμο υποχρέωση να δώσει συγκεκριμένη αιτιολογία γιατί ο συστηθείς ήταν ο καταλληλότερος και κατά μείζονα λόγο είχε τέτοια υποχρέωση διότι δεν ήταν η ίδια που διενήργησε την εξέταση (όπως είχε δικαίωμα με βάση τον καν. 19
(5)) αλλά η Επιτροπή Συνεντεύξεων. Στην εξεταζόμενη υπόθεση διαπιστώνω πολύ οριακή υπεροχή του αιτητή στην αξιολόγηση των τελευταίων 5 ετών( περιλαμβανομένων και των εξαμηνιαίων εμπιστευτικών εκθέσεων κατά το έτος 1999-2000). Όμως αν συγκριθούν οι εμπιστευτικές εκθέσεις μόνο των τριών τελευταίων ετών 2001, 2002, 2003, είναι ελαφρώς καλύτερες αυτές του ενδιαφερόμενου προσώπου. Παρατηρώ επίσης ότι το ΕΜ διορίστηκε στη θέση του εργάτη, 10 μήνες πριν από τον αιτητή και συνεπώς υπερείχε σε αρχαιότητα. Σημειώνω περαιτέρω ότι ο αιτητής διαθέτει επιπρόσθετα, μη προβλεπόμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόν, ήτοι πιστοποιητικό παρακολούθησης μαθημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών το οποίο είναι πρόδηλα συναφές με τα υπό (ε), (ι) και (ια) καθήκοντα και ευθύνες του σχεδίου υπηρεσίας της επίδικης θέσης. Δεν προκύπτει όμως ποιο κριτήριο οδήγησε στη διαμόρφωση της εισήγησης της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής υπέρ του ενδιαφερόμενου προσώπου. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο επιπρόσθετο προσόν του αιτητή ούτε αν αυτό είχε ληφθεί υπόψη. Η αναφερόμενη υπεροχή του αιτητή έστω και πολύ οριακή, όσον αφορά την αξία βάσει των αξιολογήσεων στο σύνολο τους καθόλη τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στην Αρχή, καθώς επίσης και το επιπρόσθετο προσόν του αιτητή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καθιστά την αιτιολογία της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής αντίθετη προς τα στοιχεία των φακέλων. Συνεπώς η εισήγηση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων. Περαιτέρω δεν εξειδικεύει ποιές ήταν οι ανάγκες της υπηρεσίας, οι οποίες υπαγόρευαν την επιλογή του Ε.Μ. και ποιες ήταν οι γνώσεις και εμπειρίες του Ε.Μ., οι οποίες του έδιναν προβάδισμα έναντι του αιτητή. Από το πρακτικό που τηρήθηκε δεν προκύπτει οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αιτιολογία επιλογής του ενδιαφερόμενου μέρους. Οι αναφορές που σημειώνονται είναι γενικής μορφής, χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση και η κατάληξη ότι η απόφαση ήταν το αποτέλεσμα μελέτης και αξιολόγησης όλων των «εκτεθέντων στοιχείων» και «ενδελεχούς» έρευνας από τα μέλη της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής, δεν προσδιορίζει ποιά ήταν εκείνα τα στοιχεία που οδήγησαν στην κρίση ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ήταν το πλέον κατάλληλο για διορισμό στην επίδικη θέση. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής. Πάσχει και η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής, που υιοθέτησε τις απόψεις της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής χωρίς να αιτιολογεί τους λόγους επιλογής του ενδιαφερόμενου μέρους. Στην αγόρευση για τους καθ΄ ων η αίτηση γίνονται ορισμένες σκέψεις σε σχέση με τη σημασία του ενός ή του άλλου στοιχείου, αλλά δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η διαμόρφωση πρωτογενούς γνώμης. Οι διάφορες εξηγήσεις που επιχειρεί να δώσει εκ των υστέρων η συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση ασφαλώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση και δεν πρέπει να επαναλαμβάνει απλά τις διατάξεις του Νόμου. Η απλή απαρίθμηση των στοιχείων που μελετήθηκαν και αξιολογήθηκαν, τόσο από τη Συμβουλευτική Υπεπιτροπή όσο και από το Διοικητικό Συμβούλιο, καθιστά ανέφικτο το δικαστικό έλεγχο. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερ. 21.7.2000, «δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η μελέτη των στοιχείων και η διαμόρφωση κρίσης αναφορικά με το τι θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ ή εναντίον της όποιας προσέγγισης. Το Δικαστήριο δεν επιτελεί τέτοιο, πρωτογενούς φύσης, έργο». Η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. ΄Εξοδα υπέρ του αιτητή. Μ.Μ. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.