Κουππά Δώρα Ανδρέα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2006)4 ΑΑΔ 879 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2006)4 ΑΑΔ 879 28 Σεπτεμβρίου, 2006 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 146, 23.1, 2, 3 ΚΑΙ 30.2 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΩΡΑ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑ, Αιτήτρια, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Καθ' ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 418/2005) Προσφυγή βάσει του Αρθρου 146 του Συντάγματος ― Αιτούμενη θεραπεία ― Κατά πόσο χωρεί μερική προσβολή διοικητικής απόφασης, η οποία δύναται να διαιρεθεί ― Η περίπτωση της αυτοτελούς προσβολής όρων πολεοδομικής άδειας και η σχετική δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναθεωρητική Δικαιοδοσία ― Νομιμοποίηση του αιτητή να εγείρει την προσφυγή ― Η πάγια νομολογία ότι ουδείς νομιμοποιείται στην προσβολή διοικητικής πράξης, την οποία ο ίδιος ζήτησε ή ανεπιφύλακτα αποδέκτηκε ― Η περίπτωση επιβολής πολεοδομικών όρων στη βάση σχεδίων, που ο ίδιος ο αιτητής υπέβαλε, καθ' υπόδειξη της πολεοδομικής αρχής στην οποία δεν αντέδρασε. Η αιτήτρια προσέφυγε τόσο κατά της πολεοδομικής άδειας που της χορηγήθηκε υπό όρους, όσο και αυτοτελώς κατά των επιβληθέντων όρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι: 1. Το αδιαχώριστο των όρων πολεοδομικής άδειας διακηρύχθηκε δεσμευτικά από την Ολομέλεια στην Κυπριακό Διϋλιστήριο Πετρελαίου Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(2000)3 Α.Α.Δ.
- Ουδείς νομιμοποιείται στην προσβολή διοικητικής πράξης, την οποία ο ίδιος έχει ζητήσει ή την οποία έχει ανεπιφυλάκτως δεκτεί. Σχετικό εν προκειμένω είναι το γεγονός ότι οι επίδικοι όροι επιβλήθηκαν ακριβώς σύμφωνα με το σχέδιο ανάπτυξης που η ίδια η αιτήτρια υπέβαλε. Αναδεικνύεται συνεπώς ως το ουσιώδες το κατά πόσο, με την υποβολή του χωροταξικού σχεδίου, η αιτήτρια στην πραγματικότητα ζήτησε την έκδοση άδειας υπό τους επιβληθέντες όρους. Αυτό προκύπτει και από τις ίδιες τις θέσεις της αιτήτριας αφού αποδίδει την ετοιμασία του στις υποδείξεις της Πολεοδομικής Αρχής. Μπροστά σε τέτοιες υποδείξεις αντί αντίδρασης ή άρνησης, υποβλήθηκε το χωροταξικό σχέδιο στη βάση του οποίου, παραδεκτώς πλέον, τέθηκαν οι όροι. Η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Rutter κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2006)3 A.A.Δ. 316, είναι χαρακτηριστική. Εκεί υπήρχε σχέδιο από Τεχνολόγο-Τοπογράφο που περιλάμβανε, εκ μέρους των εφεσειόντων, τη γραμμή που θα όριζε δημόσιο δρόμο, σε βάρος του κτήματός τους. 3. Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της προσφυγής, η οποία και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Αναφερόμενες Υποθέσεις: Κυπριακό Διϋλιστήριο Πετρελαίου Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(2000)3 Α.Α.Δ. 345, Παπαθεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)4 A.A.Δ. 932, Rutter κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2006)3 A.A.Δ. 316. Προσφυγή. Γλ. Ταλιάνος, για την Αιτήτρια. Δ. Λυσάνδρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση. Cur. adv. vult. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Η Πολεοδομική Αρχή, με την απόφασή της ημερ. 25.6.03, εγκρίνοντας την αίτηση της αιτήτριας, εξέδωσε πολεοδομική άδεια για ανάπτυξη του τεμαχίου αρ. 73, Φ.Σχ.XXV.48, στο Νέο Χωριό Πάφου, στην τοποθεσία Κάμπος της Φοινικιάς, για την ανέγερση 21 τουριστικών επαύλεων, υπό όρους. Η αιτήτρια άσκησε Ιεραρχική Προσφυγή σε σχέση με ορισμένους από τους όρους, των οποίων ζητούσε τη διαγραφή, η Υπουργική Επιτροπή την απέρριψε και η παρούσα αφορά στο κύρος τους. Προτείνονται, συναφώς, λόγοι ακυρότητας που περιστρέφονται γύρω από τρεις άξονες. Πως η Δήλωση Πολιτικής, κατά την πτυχή της που επηρεάζει την περίπτωση, είναι ultra vires προς τον εξουσιοδοτικό περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972 (Ν.90/72 όπως τροποποιήθηκε), πως εν πάση περιπτώσει οι όροι, που και οι ανάγκες δεν δικαιολογούσαν εφόσον δεν συσχετίζονταν προς την εγκριθείσα ανάπτυξη, είναι αντίθετοι προς το Άρθρο 23 του Συντάγματος αλλά και προς το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ν.39/62) και πως έπασχε η διαδικασία που ακολούθησε η Υπουργική Επιτροπή αφού, αντίθετα προς την επιθυμία της αιτήτριας και προς το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, δεν περιλάμβανε δημόσια ακρόαση. Διατυπώθηκαν αιτήματα για δύο θεραπείες. Το πρώτο, όπως αναγνώρισαν και οι καθ' ων η αίτηση, αφορά στην πολεοδομική άδεια όπως αυτή εκδόθηκε, στο σύνολό της, και είναι δεκτό πως, στη βάση της Νομολογίας μας, εφόσον κρινόταν πως οι όροι είναι αδιαχώριστοι από την άδεια, στοιχειοθέτηση της κατ' ισχυρισμό ακυρότητάς τους θα επάγεται την ακύρωση ολόκληρης της πολεοδομικής άδειας. Το δεύτερο αφορά στους όρους που επιβλήθηκαν αυτοτελώς και είναι η εισήγηση της αιτήτριας πως αφού αυτοί, κατά την ορθή αποτίμηση της διασύνδεσής τους προς την πολεοδομική άδεια, είναι διαχωρίσιμοι, στοιχειοθέτηση της κατ' ισχυρισμό ακυρότητάς τους θα πρέπει να αφήνει άθικτη την πολεοδομική άδεια, ως προς το υπόλοιπο μέρος της. Θέση με την οποία διαφωνούν οι καθ' ων η αίτηση, εξ' ου και η πρώτη προδικαστική τους ένσταση ότι η δεύτερη θεραπεία δεν αφορά σε εκτελεστή απόφαση υποκείμενη σε αναθεώρηση αυτοτελώς. Η εξέταση τέτοιου θέματος τελεί, βέβαια, υπό την αίρεση της στοιχειοθέτησης της ακυρότητας των όρων αλλά θα σημείωνα πως το αδιαχώριστο των όρων πολεοδομικής άδειας διακηρύχθηκε δεσμευτικά από την Ολομέλεια στην Κυπριακό Διϋλιστήριο Πετρελαίου Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(2000)3 Α.Α.Δ.
- Οι άλλες δύο προδικαστικές ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση αφορούν στη νομιμοποίησή της. Κατ' αρχάς, με το περιορισμένης εμβέλειας επιχείρημα πως στην Ιεραρχική Προσφυγή η αιτήτρια δεν αναφέρθηκε στον ένα από τους όρους κατά των οποίων τώρα βάλλει. Πρόκειται για τον όρο 60 και είναι γεγονός πως δεν υπάρχει αναφορά σε αυτόν τον αριθμό στην Ιεραρχική Προσφυγή. Υπάρχει όμως αναφορά κατά το περιεχόμενο ή, τουλάχιστον, ήταν με αυτό τον τρόπο που είχε γίνει αντιληπτή η Ιεραρχική Προσφυγή. Σημειώθηκε πως προφανώς εκ λάθους η αιτήτρια αναφέρθηκε στον όρο 40 αντί στον όρο 60 και, εν τέλει, η απόφαση της Υπουργικής Επιτροπής, σε συνδυασμό προς το Σημείωμα του Υπουργείου Εσωτερικών στο οποίο αναφέρεται, αποκαλύπτεται αναγνώριση πως στο αντικείμενο της Ιεραρχικής Προσφυγής περιλαμβανόταν και ο όρος
- Δεν θα συμφωνούσα, συνεπώς, πως θα ήταν δικαιολογημένο να επιστρέψουμε τώρα στον αριθμό προς περιορισμό της νομιμοποίησης της αιτήτριας, από τέτοια άποψη. Η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά στην καθόλου νομιμοποίηση της αιτήτριας. Στηρίζεται στο παγίως νομολογημένο πως ουδείς νομιμοποιείται στην προσβολή διοικητικής πράξης την οποία ο ίδιος έχει ζητήσει ή την οποία έχει ανεπιφυλάκτως δεκτεί. Πραγματικό της έρεισμα είναι το γεγονός ότι οι όροι επιβλήθηκαν ακριβώς σύμφωνα με το σχέδιο ανάπτυξης που η ίδια η αιτήτρια υπέβαλε. Παραθέτω τα δεδομένα. Με την αίτησή της για πολεοδομική άδεια η αιτήτρια κατονόμασε ως αντιπρόσωπό της τον αρχιτέκτονα Κ. Φισεντζίδη. Κατά αντικατάσταση άλλων σχεδίων που είχαν επισυναφθεί στην αίτηση για πολεοδομική άδεια, ο αντιπρόσωπος της αιτήτριας υπέβαλε, στις 6.6.03, χωροταξικό σχέδιο που αντιστοιχούσε προς το χωρομετρικό στο οποίο η Πολεοδομική Αρχή σημείωσε τα αφορόντα στους επίμαχους όρους. Και τα δύο δε, σηματοδοτήθηκαν με την κόκκινη σφραγίδα της Πολεοδομικής Αρχής ως τα σχέδια για τα οποία εκδόθηκε η ζητούμενη πολεοδομική άδεια. Οι επίδικοι δε όροι, για να περιοριστούμε μόνο σε αυτούς, όπως φαίνονται στο παράρτημα που συνοδεύει την πολεοδομική άδεια, ακριβώς παραπέμπουν στο χωρομετρικό σχέδιο και, κατά συνέπεια, στο αντίστοιχό του χωροταξικό σχέδιο που υπέβαλε ο αντιπρόσωπος της αιτήτριας. Μεταφέρω τους τρεις όρους:- «Όρος
(60)- Το τμήμα της υπό ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας, που δείχνεται με κόκκινη γραμμή και κίτρινο χρώμα στο εγκριμένο χωρομετρικό σχέδιο, να παραχωρηθεί και να εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Κατά μήκος του οδικού συνόρου να κατασκευαστεί προκατασκευασμένο κράσπεδο από σκυρόδεμα και πλακόστρωτο πεζοδρόμιο με προκατασκευασμένες τσιμεντόπλακες διαστάσεων 0,40 x 0,40m. ενώ η υπόλοιπη παραχωρούμενη λωρίδα γης να κατασκευαστεί με «πρέμιξ». Όρος
(501)- Τα τμήματα του υπό ανάπτυξη τεμαχίου που δείχνονται με πράσινο χρώμα στο εγκριμένο χωρομετρικό σχέδιο να επιχωματωθούν με φυτόχωμα, να δεντροφυτευθούν και τοπιοτεχνηθούν με μικρούς πεζόδρομους, καθιστικά, βρύσες κ.λ.π., να παραχωρηθούν στο δημόσιο και να εγγραφούν ως δημόσιοι χώροι πρασίνου. Πριν από την υλοποίηση της ανάπτυξης να υποβληθούν για έγκριση στη Πολεοδομική Αρχή λεπτομερή σχέδια τοπιοτέχνησης των χώρων. Όρος
(502)- Ο παράλληλος προς την παραλία πεζόδρομος που δείχνεται με κίτρινο χρώμα και διαγράμμιση στα εγκριμένα χωρομετρικά σχέδια να συμπεριληφθεί στην τοπιοτέχνηση που αναφέρεται στον όρο
(501)πιο πάνω». Η αιτήτρια δεν αμφισβητεί οτιδήποτε από τα πιο πάνω, όπως τα επισήμαναν οι καθ' ων η αίτηση, ούτε οτιδήποτε αναφορικά με τους συσχετισμούς που προκύπτουν. Με την κύρια αγόρευσή της, επικαλούμενη το γεγονός ότι η Υπουργική Επιτροπή δεν απέρριψε την Ιεραρχική Προσφυγή κατά παραπομπή σε συμφωνία της αιτήτριας αλλά κατ' επίκληση της Δήλωσης Πολιτικής, υποστηρίζει πως δεν υπήρχε στην πραγματικότητα τέτοια συμφωνία, την οποία μάλιστα, να δικαιούνται τώρα να επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση. Πρόσθεσαν συναφώς τα ακόλουθα: «Το Υπουργείο Εσωτερικών και η Υπουργική Επιτροπή δεν απέδωσε σημασία στα περί συμφωνίας με τον μελετητή γνωρίζοντας αναμφίβολα ότι η ετοιμασία κάποιου σχεδίου από τον συγκεκριμένο μελετητή λίγες μέρες πριν από την έκδοση της πολεοδομικής άδειας εντασσόταν στο πλαίσιο τακτικής της Πολεοδομικής Αρχής να ζητεί από μελετητές να χαράσσουν σε σχέδιο τις οποιεσδήποτε δεσμεύσεις είχε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιβολή των δεσμεύσεων ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας ή συναίνεσης». Οι καθ' ων η αίτηση υπέδειξαν πως οι έγγραφες απόψεις της Πολεοδομικής Αρχής και του Υπουργείου Εσωτερικών σαφώς αναφέρονταν σε συμφωνία με το μελετητή του έργου, που θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μέρος της εν τέλει αιτιολογίας, αποκαλυπτικό της σημασίας που προσδόθηκε στο θέμα. Επικαλέστηκαν δε, ως σχετική, την απόφαση του Καλλή, Δ., στην Παπαθεοχάρους κ.ά v. Δημοκρατίας
(2002)4 A.A.Δ. 932, στην οποία ακριβώς, ενόψει προηγούμενης αποδοχής των όρων πολεοδομικής άδειας, με παραπομπή στη σχετική νομολογία, έκρινε πως οι αιτητές δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση προσφυγής. Με την απαντητική της αγόρευση η αιτήτρια κινήθηκε στις ίδιες βασικά γραμμές. Δεν αμφισβήτησε την ίδια τη γενική αρχή ως προς τη νομιμοποίηση αν και, χωρίς, πρέπει να σημειωθεί, κάποια νομολογιακή στήριξη, εισηγήθηκε πως «θέμα συναίνεσης υπάρχει όπου για πράξη της διοίκησης απαιτείται η συναίνεση του διοικούμενου». Με αναφορά συναφώς και στο Αρθρο 43 του Νόμου σε σχέση με συμφωνίες που μπορούν να συναφθούν προς ρύθμιση της ανάπτυξης ή χρήσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Με την παράλληλη εισήγηση πως η πιο πάνω απόφαση, στην Παπαθεοχάρους κ.ά v. Δημοκρατίας
(2002)4 A.A.Δ. 932, κρίθηκε πάνω στα δικά της γεγονότα και στην πρωτόδικη μη δεσμευτική ερμηνεία τους, χωρίς να είχαν προβληθεί τα επιχειρήματα που τώρα προβάλλονται. Τονίζοντας πως η Υπουργική Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της αφού μελέτησε το σημείωμα του Υπουργείου Εσωτερικών χωρίς όμως να στηριχθεί σε αυτά αφού και η ίδια εξηγεί πως οι όροι νομίμως τέθηκαν ενόψει της Δήλωσης Πολιτικής. Και, περαιτέρω, ότι το σχέδιο του μελετητή, ημερ. 6.6.03, «σαφώς είχε ετοιμαστεί καθ' υπόδειξιν της Πολεοδομικής Αρχής και δεν αποτελούσε πρόταση της αιτήτριας ή του μελετητή της». Με την πρόσθετη αμφισβήτηση του κατά πόσο, χωρίς μαρτυρία την οποία οι καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να επιδιώξουν να προσκομίσουν, από τέτοιο σχέδιο προκύπτουν οι δεσμεύσεις που οι όροι εξυπάκουαν, για παραχώρηση χώρων και κατασκευής σ' αυτούς έργων με δαπάνες της αιτήτριας. Είναι σαφές πως ενώπιον της Υπουργικής Επιτροπής υπήρχαν και τα περί τη συμφωνία του μελετητή αλλά είναι επίσης σαφές πως η απόρριψη της Ιεραρχικής Προσφυγής συναρτήθηκε προς την εκτίμηση ότι «οι επιβληθέντες όροι είναι σύμφωνοι με τις πρόνοιες της Δήλωσης Πολιτικής». Αυτό, όμως, δεν εξουδετερώνει την αρχή ως προς τη νομιμοποίηση. Αυτή αναφέρεται στη δυνατότητα υποβολής της πράξης στον αναθεωρητικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι δικαιοδοτικής φύσης, και δεν εξαρτάται από χειρισμούς της διοίκησης, εκ των υστέρων μάλιστα. Το δε Αρθρο 43 του Νόμου αφορά σε εντελώς διαφορετικό ζήτημα και δεν παρεμβαίνει προς επηρεασμό αυτής της δημόσιας τάξης αρχής. Αναδεικνύεται συνεπώς ως το ουσιώδες το κατά πόσο, με την υποβολή του χωροταξικού σχεδίου, η αιτήτρια στην πραγματικότητα ζήτησε την έκδοση άδειας υπό τους επιβληθέντες όρους. Αυτό προκύπτει και από τις ίδιες τις θέσεις της αιτήτριας αφού αποδίδει την ετοιμασία του στις υποδείξεις της Πολεοδομικής Αρχής. Μπροστά σε τέτοιες υποδείξεις αντί αντίδρασης ή άρνησης υποβλήθηκε το χωροταξικό σχέδιο στη βάση του οποίου, παραδεκτώς πλέον, τέθηκαν οι όροι. Δεν μπορούσε, άλλωστε, κάτω από τις περιστάσεις, να είχε άλλο νόημα η υποβολή του ή να αναμενόταν έκδοση πολεοδομικής άδειας υπό όρους άλλους, ευμενέστερους από όσα το χωροταξικό σχέδιο περιλάμβανε. Το οποίο ευθέως έδειχνε και τι η αιτήτρια θα έκαμνε, ασφαλώς με δικές της δαπάνες αφού και αυτά αφορούσαν μέρος της συνολικής ανάπτυξης που προτεινόταν στο χωροταξικό σχέδιο αλλά και τι θα περιερχόταν στο δημόσιο, ως προσδιοριζόμενο σε δρόμο, πεζοδρόμιο, πεζόδρομους και κατά μήκος αυτών, κυρίως στη ζώνη προστασίας της παραλίας, δημόσιο χώρο πρασίνου. Η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Rutter κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2006)3 A.A.Δ. 316, είναι χαρακτηριστική. Εκεί υπήρχε σχέδιο από Τεχνολόγο-Τοπογράφο που περιλάμβανε, εκ μέρους των εφεσειόντων, τη γραμμή που θα όριζε δημόσιο δρόμο, σε βάρος του κτήματός τους. Παραθέτω την κατάληξη επί του θέματος: «Είναι παραδεκτό από τους εφεσείοντες ότι το προαναφερόμενο σχέδιο υποβλήθηκε, εκ μέρους τους (από τον τοπογράφο δηλαδή τον οποίο διόρισε ο αρχιτέκτονας των εφεσειόντων), στο στάδιο των διαβουλεύσεων που γίνονταν μεταξύ εφεσειόντων και εφεσιβλήτων, κατά τον ουσιώδη χρόνο της μελέτης και συζήτησης της πολεοδομικής αίτησης που είχαν υποβάλει οι εφεσείοντες και των όρων που πιθανόν να τους επιβάλλονταν συναφώς. Οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων ότι το σχέδιο αυτό δεν συνιστά, στην ουσία, συγκατάθεση τους για παραχώρηση μέρους του τεμαχίου τους για το μελλοντικό δρόμο (σύμφωνα με τον όρο που τελικά τους επιβλήθηκε) δεν μας βρίσκει σύμφωνους, εφόσον το σχέδιο υποβλήθηκε για λογαριασμό τους, στα πλαίσια των διαβουλεύσεων για έγκριση της πολεοδομικής τους αίτησης, η οποία, στη βάση των δεδομένων που είχαν οι εφεσίβλητοι ενώπιόν τους, τελικά εγκρίθηκε. Όσον αφορά τις νύξεις που έγιναν αναφορικά με μη ορθό ή παράτυπο τρόπο με τον οποίο πείσθηκαν οι αντιπρόσωποι των εφεσειόντων, από τους εφεσίβλητους, να υποβάλουν το προαναφερόμενο σχέδιο, παρατηρούμε ότι αυτές παρέμειναν ατεκμηρίωτες εφόσον δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του δικαστηρίου που να τις υποστηρίζει». Καταλήγω ότι η τρίτη προδικαστική ένσταση ευσταθεί και πως η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της προσφυγής, η οποία και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με έξοδα. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο