← Κύπρος

F A CAR SUPERMARKET LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 208/2005, 24 Ιανουαρίου 2007

F A CAR SUPERMARKET LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 208/2005, 24 Ιανουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 208/2005) 24 Ιανουαρίου, 2007 [ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ F. & A. CAR SUPERMARKET LTD, Αιτητές ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Καθ΄ ης η αίτηση. ― ― ― ― ― Λ. Λουκά, για τους Αιτητές. Γ. Λαζάρου, για την Καθ΄ ης η αίτηση. ― ― ― ― ― Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Οι αιτητές είναι έμποροι μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Ο Τομέας Διερευνήσεων της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. ασκώντας εξουσίες με βάση τους περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμους του 1992 μέχρι 2000 και τους περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμους του 2000 μέχρι 2004, διενήργησε έλεγχο στα βιβλία και αρχεία των αιτητών. Κατά τον έλεγχο ζητήθηκαν τα βιβλία και αρχεία τα οποία οι αιτητές τηρούσαν για την περίοδο 1.1.1997 μέχρι 30.6.2002, για να εξεταστούν σε σχέση με τα υποβληθέντα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων της ίδιας περιόδου. Λήφθηκαν επίσης μαρτυρίες (καταθέσεις και τεκμήρια) από πελάτες των αιτητών. Από την εξέταση των πιο πάνω στοιχείων διαπιστώθηκε ότι οι αιτητές εξέδιδαν ψευδή τιμολόγια που αφορούσαν πωλήσεις αυτοκινήτων με μειωμένη τιμή πώλησης έναντι της πραγματικής με αποτέλεσμα, οι καταχωρήσεις στα βιβλία και αρχεία τους να είναι και αυτές αναληθείς. Ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε 37 πωλήσεις αυτοκινήτων από τις οποίες οι 18 ήταν υποτιμολογημένες. Το ποσοστό της υποτιμολόγησης ήταν 9% και με βάση αυτό το ποσοστό, εφαρμοζόμενο στο σύνολο των δηλωμένων πωλήσεων της υπό εξέταση περιόδου, υπολογίστηκε, κατ΄ αναλογία, ότι δεν είχαν δηλωθεί πωλήσεις ύψους £399.628,00. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, ο Εφορος ΦΠΑ έκρινε ότι οι φορολογικές δηλώσεις που είχαν υποβάλει οι αιτητές και αφορούσαν τις φορολογικές περιόδους από 1.1.1997 μέχρι 30.6.2002 ήταν ελλιπείς και περιείχαν σφάλματα. Ενόψει τούτου, ο Εφορος ΦΠΑ ενασκώντας τις εξουσίες του δυνάμει των άρθρων 34

(1)και 49
(1)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων προέβη στη βεβαίωση του οφειλόμενου φόρου και στη συνέχεια ειδοποίησε τους αιτητές με συστημένη επιστολή ημερ. 11.3.2003 σύμφωνα με την οποία αυτοί όφειλαν να καταβάλουν £33.571,00. Με την παρούσα προσφυγή αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης του Εφόρου ημερ. 11.3.2003 και επιδιώκεται η ακύρωσή της. Οι αιτητές σε απάντηση της προδικαστικής ένστασης ότι η προσφυγή τους είναι εκπρόθεσμη, ισχυρίστηκαν ότι για πρώτη φορά έλαβαν γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης όταν επιδόθηκαν σ΄ αυτούς σχετικά έγγραφα στα πλαίσια ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εναντίον τους. Οι καθ΄ ων η αίτηση δεν προσκόμισαν μαρτυρία προς τεκμηρίωση της παραλαβής της επιστολής ημερ. 11.3.2003 προς τους αιτητές η οποία φέρει την ένδειξη «συστημένη». Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις που μόλις έχουν εκτεθεί, η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί Εχω τη γνώμη ότι κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 34
(1)και 49
(1)του νόμου για την ενάσκηση των εξουσιών της Εφόρου. Δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτητών ότι τα στοιχεία που προέκυψαν ύστερα από τον έλεγχο των βιβλίων και των αρχείων τους, τεκμηριώνουν τις προαναφερόμενες ατασθαλίες οι οποίες, εύλογα θεωρήθηκε ότι συνιστούν σφάλματα εντός της εννοίας του νόμου. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση αποτέλεσε την προϋπόθεση των περαιτέρω ενεργειών οι οποίες εύλογα οδήγησαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έρευνα που έγινε ήταν η δέουσα και ο έλεγχος ικανοποιητικά επαρκής. Με τη μαρτυρία που λήφθηκε από τους αγοραστές, πελάτες των αιτητών, επιβεβαιώθηκαν τα σφάλματα που είχαν εντοπιστεί στα τιμολόγια και τα αρχεία των αιτητών που αφορούσαν οι συγκεκριμένες πωλήσεις. Η Εφορος έχει σε τέτοια περίπτωση τη διακριτική ευχέρεια επιλογής της μεθόδου υπολογισμού του φόρου με βάση τα στοιχεία που έχει ενώπιόν της και αυτών που συνέλεξε κατά τη διεξαγωγή της έρευνας. Βλ. Δημοκρατία ν. N. Tyrimos Tavern Restaurant Ltd
(2000)3 ΑΑΔ 679 και K. Athanasiou Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 21. Η αρχή της αυτοτέλειας της φορολογίας κάθε φορολογικής περιόδου δεν ισχύει στην περίπτωση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Η Εφορος διατηρεί την ευχέρεια να χρησιμοποιεί στοιχεία ορισμένων περιόδων για καθορισμό του φόρου που αφορά τη συνολική περίοδο. Βλ. Τυρίμος (ανωτέρω). Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ως ανεδαφικό τον ισχυρισμό ότι «οι καθ΄ ων η αίτηση ενήργησαν αυθαίρετα και/ή κατά παράβαση του νόμου και/ή στηριζόμενοι σε νομική πλάνη ενεργώντας έτσι καθ΄ υπέρβαση και/ή κατάχρηση της εξουσίας τους». Ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε κατά τρόπο γενικό χωρίς τη δέουσα εξειδίκευση η οποία θα μπορούσε να στηρίξει λόγο ακύρωσης. Μετέωρος και χωρίς τεκμηρίωση είναι και ο λόγος ακύρωσης που αφορά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Η αιτιολογία περιέχεται με σαφήνεια στην επιστολή της Εφόρου ημερ. 11.3.2003 προς τους αιτητές και συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Καθόσον αφορά τον ισχυρισμό περί παράβασης της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, πέρα από τη γενική επίκληση της εν λόγω αρχής δεν προστίθεται ο,τιδήποτε με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, που θα μπορούσε να θεμελιώσει λόγο ακύρωσης. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με £1000 έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ. ΣΦ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.