← Κύπρος

MUNIR RIFAEE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1579/2005, 6 Ιουλίου 2007

MUNIR RIFAEE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1579/2005, 6 Ιουλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΗΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1579/2005) 6 Ιουλίου 2007 [ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ MUNIR RIFAEE, Αιτητής, - ν. - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ 1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, 2. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Γ. Χαραλαμπίδης, για τον Αιτητή. Ο. Σοφοκλέους, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής είναι Συριακής καταγωγής και υπηκοότητας. Αφίχθη στην Κύπρο στις 7 Μαΐου 1996 κατόπιν χορήγησης προσωρινής άδειας παραμονής και εργασίας στην Κύπρο. Το αίτημα το είχε υποβάλει η κινηματογραφική εταιρεία Diogenis Herodotou & Sons Ltd η οποία θα τον εργοδοτούσε ως χειριστή μηχανών. Με τον ίδιο τρόπο χορηγήθηκαν παρατάσεις μέχρι την 1 Δεκεμβρίου 1999. Εν συνεχεία ο αιτητής αποτάθηκε για παράταση, επικαλούμενος γάμο που τέλεσε με Ελληνοκυπρία στις 19 Νοεμβρίου 1999. Διαπιστώθηκε όμως ότι η Ελληνοκυπρία ήταν ήδη παντρεμένη αφού, παρόλον που ο γάμος είχε λυθεί εκκλησιαστικώς, δεν είχε εκδοθεί διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ο Γενικός Εισαγγελέας γνωμάτευσε ότι ο γάμος του αιτητή ήταν άκυρος, και υπό αυτές τις περιστάσεις, η αρμόδια Αρχή, με επιστολή ημερ. 13 Σεπτεμβρίου 2001, ζήτησε από τον αιτητή να αναχωρήσει από την Κύπρο. Αυτός δεν συμμορφώθηκε και, στις 29 Νοεμβρίου 2001, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Στις 12 Δεκεμβρίου 2001 προτού εκτελεστούν τα διατάγματα, ο αιτητής τέλεσε δεύτερο γάμο, με άλλη Ελληνοκυπρία. Επικαλέστηκε εκ νέου τον γάμο ως λόγο για να του δοθεί άδεια παραμονής και εργασίας. Αλλά και αυτός ο γάμος θεωρήθηκε άκυρος επειδή, καθώς του λέχθηκε, δεν είχε ακόμα λυθεί ο πρώτος του γάμος, τον οποίο η διοίκηση είχε ήδη θεωρήσει άκυρο. Επομένως, στις 29 Ιουλίου 2002, του δόθηκε αρνητική απάντηση και του ζητήθηκε να αναχωρήσει από την Κύπρο. Φαίνεται όμως να του παρασχέθηκε η ευκαιρία να τακτοποιήσει τα πράγματα. Έτσι στο μεταξύ, στις 28 Μαΐου 2002, ο αιτητής εξασφάλισε διαζύγιο και στις 12 Δεκεμβρίου 2002 τέλεσε νέο γάμο με την ίδια δεύτερη Ελληνοκυπρία. Με βάση αυτό το γάμο του χορηγήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής και εργασίας μέχρι 30 Μαρτίου 2003. Στις 20 Μαρτίου 2003, λίγο προτού λήξει αυτή η άδεια, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για πολιτογράφηση και, στις 10 Αυγούστου 2004, υπέβαλε νέα αίτηση να παραμείνει και να εργαστεί στην Κύπρο για ακόμα ένα χρόνο ενώ στο μεταξύ, στις 22 Ιουλίου 2004, κατέθεσε στο Οικογενειακό Δικαστήριο αίτηση για διαζύγιο. Φαίνεται από σημείωση στο σχετικό έντυπο ότι του παραχωρήθηκε, για τις ανάγκες εκείνης της αίτησης, άδεια παραμονής μέχρι 30 Απριλίου 2005. Στις 13 Οκτωβρίου 2004 το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε διαζύγιο. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε την αίτηση για πολιτογράφηση. Το αποτέλεσμα γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή, ημερ. 14 Οκτωβρίου 2005, με την οποία κλήθηκε να αναχωρήσει από την Κύπρο εντός 15 ημερών. Η άδεια του για παραμονή και εργασία είχε ήδη εκπνεύσει από τις 30 Απριλίου 2005. Παραθέτω το κείμενο της επιστολής γραμμένο, όπως ήταν, στα αγγλικά: «I wish to refer to your application for the acquisition of the Citizenship of Cyprus by naturalization and to inform you that your application was examined carefully but it was not found possible to be approved. The Republic of Cyprus, practising its sovereign rights, decided that you do not possess the qualification under sub-paragraph (
  2. c)of section 1 of the Third Schedule for in Article III of the Civil Registry Law of 2002-2003. Moreover in view of the fact you divorced from Cypriot wife, your application dated 10.8.04 requesting a temporary residence and work permit in Cyprus was rejected. You are hereby requested to leave the Republic within 15 days, otherwise our Department will take all the necessary measures for your Removal.» Ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε και στις 28 Νοεμβρίου 2005 εκδόθηκαν εκ νέου εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής προσβάλλει μόνο την απόφαση με την οποία δεν του χορηγήθηκε άδεια περαιτέρω παραμονής και εργασίας στην Κύπρο. Παραπέμπει σχετικά στην αίτηση του, ημερ. 10 Αυγούστου 2004, στην οποία αναφέρθηκε και η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στην προαναφερθείσα επιστολή, ημερ. 14 Οκτωβρίου 2005. Ο αιτητής προβάλλει (α) ότι δεν διεξήχθη δέουσα έρευνα σε σχέση με το αίτημα του να παραμείνει και να εργαστεί στην Κύπρο• (β) ότι δεν λήφθηκε υπόψη το πνεύμα της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ σε σχέση με την οποία επικαλείται την απόφαση του Νικολαίδη, Δ. στην Nebojsa Micovic ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1012/2005, ημερ. 18 Νοεμβρίου 2005• (γ) ότι βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία και επομένως η περίπτωση του δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 14(α) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (όπως τροποποιήθηκε) με βάση το οποίο η απέλαση διατάσσεται μόνο αν οι αλλοδαποί «καταστούν επικίνδυνοι για την ασφάλεια του Κράτους ή παραβλάπτουν το δημόσιο συμφέρον ή παραβαίνουν τα χρηστά ήθη»• (δ) ότι η αρμόδια αρχή τελούσε υπό πλάνη περί τα πράγματα γιατί θεωρούσε πως από μόνο του το γεγονός ότι ο αιτητής είχε διαζευχθεί ήταν αρκετό για μη ανανέωση της άδειας• (ε) ότι η απόφαση δεν συνοδευόταν από επαρκή, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία• και (στ) ότι υπήρξε παράβαση ουσιώδους τύπου επειδή η επιστολή ημερ. 14 Οκτωβρίου 2005, με την οποία του γνωστοποιήθηκε η απόφαση, δεν τον πληροφορούσε για τη δυνατότητα του να την προσβάλει. Επισημαίνω εν πρώτοις ότι στην πραγματικότητα η αίτηση του αιτητή, ημερ. 10 Αυγούστου 2004, για παράταση της άδειας του να παραμείνει και να εργάζεται στην Κύπρο για ακόμα ένα χρόνο εγκρίθηκε μερικώς. Όποιος και αν ήταν ο λόγος, του χορηγήθηκε άδεια μέχρι 30 Απριλίου 2005, ήτοι για περίπου 8½ μήνες και ο αιτητής δεν προσέβαλε την απόφαση με αναφορά στο μικρότερο διάστημα. Εν συνεχεία ο αιτητής δεν υπέβαλε άλλη αίτηση αλλά παρέμεινε παράνομα στην Κύπρο όπως άλλωστε παράνομα παρέμενε κατά διαστήματα και στο παρελθόν, αναμένοντας αυτή τη φορά την απόφαση του Υπουργού στο αίτημα του για πολιτογράφηση, όπως το ίδιο προφανώς και η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Όταν τελικά ο αιτητής κλήθηκε να αναχωρήσει από την Κύπρο, δεν είχε ακόμα εκπνεύσει ο χρόνος που είχε οριστεί για ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Σημειώνω ότι η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 23 Ιανουαρίου 2004 και παρεχόταν για τη μεταφορά της διάστημα δύο ετών, ήτοι μέχρι 23 Ιανουαρίου 2006. Δεν μπορούσε λοιπόν ο αιτητής να αρύεται δικαιώματα από την Οδηγία: βλ. Joudine και Joudine ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 55/06 κ.ά., ημερ. 28 Ιουλίου 2006. Μέχρι την ενσωμάτωση της η Οδηγία είχε χρησιμότητα μόνο όπου εθνική διάταξη επιδεχόταν πέραν της μιας ερμηνείας οπότε, αν προσφερόταν δυνατότητα ερμηνείας που προωθούσε τον σκοπό της Οδηγίας, θα έπρεπε να επιλεγόταν εκείνη: βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη Maria Pupino C-105/03, ημερ. 16 Ιουνίου 2005 στην οποία αναφέρθηκε η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντίνου

(2005)1 Α.Α.Δ. 1356. Ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης περιέχει έγγραφα τα οποία αναφέρονται σε μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες του Διοικητή της ΚΥΠ, για ύποπτες δραστηριότητες του αιτητή. Πάντως η Δημοκρατία δεν έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στοιχεία που να αποδεικνύουν θετικά τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ανεπιθύμητη την εδώ παρουσία αλλοδαπού. Η διοίκηση διατηρεί τη δυνατότητα να κρίνει ότι η μακρά παρουσία αλλοδαπού στην Κύπρο αποτελεί, ακόμα και από μόνη της, ικανό λόγο για τη μη περαιτέρω παράταση της διαμονής του στην Κύπρο εκτός βεβαία όπου το θέμα καλύπτεται από συγκεκριμένες διεθνείς διευθετήσεις. Όπως υπέδειξα στην Eddine ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 355/2005, ημερ. 4 Ιουλίου 2005: «Τηρουμένων των όποιων ειδικών διευθετήσεων βάσει διεθνών συνθηκών στις οποίες έχει προσχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία, κανένας αλλοδαπός δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει είσοδο ή παραμονή του στο έδαφος της. Του παρέχεται η δυνατότητα να ζητήσει είσοδο και παραμονή, να εξηγήσει το σκοπό του και να ικανοποιήσει την αρμόδια αρχή ότι η παρουσία του δεν θα αποβεί επιζήμια στο Κράτος. Η Δημοκρατία διατηρεί κυρίαρχο δικαίωμα να μην επιτρέπει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπού στο έδαφος της, να μην ανανεώνει προσωρινή άδεια παραμονής και να ακυρώνει προσωρινή άδεια παραμονής που δεν έχει λήξει ακόμα. Δεδομένου πάντοτε ότι το αίτημα για είσοδο και παραμονή, όπως και ό,τι επακολουθεί, θα εξετάζεται με καλή πίστη. Στον αλλοδαπό αναγνωρίζεται μόνο το δικαίωμα να αντικρίζεται η περίπτωση του με καλή πίστη. Τίποτε περισσότερο.» Προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο ότι ο αιτητής αντικρυζόταν από τις αρμόδιες Αρχές με καλή πίστη καθ΄ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Κύπρο και σε όλα τα αιτήματα του. Κατά την άποψη μου, τα δεδομένα της περίπτωσης παρείχαν εν τέλει επαρκές έρεισμα για την απόφαση της Διευθύντριας να μην επιτρέψει περαιτέρω παραμονή και εργασία του αιτητή στην Κύπρο και καθιστούσαν προφανή την εξήγηση για αυτή την κατάληξη. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε πλημμέλεια. Τέλος, το ότι η επιστολή γνωστοποίησης δεν τον πληροφορούσε για τη δυνατότητα του να προσβάλει την απόφαση, δεν επιδρά στο κύρος της απόφασης ενώ άλλη σημασία δεν μπορεί να έχει εν προκειμένω αφού ο αιτητής την προσέβαλε έγκαιρα. Η προσφυγή απορρίπτεται με £800 έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται βάσει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Γ.Κ. Νικολάου, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.