ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ, Υπόθεση Αρ. 462/2006, 20 Ioυλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ &n bsp; Υπόθεση Αρ. 462/2006 20 Ιουλίου, 2007 [ΦΩΤΙΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΝΑΡΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΕΤΡΟΥ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
- ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ
- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
- ΣΩΤΗΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Αιτητές ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ Καθ΄ών η αίτηση. ................................ Α. Μαρκίδης για τους αιτητές Α. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους καθών η αίτηση. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Μ. ΦΩΤΙΟΥ, Δ: Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές ζητούν την ακόλουθη θεραπεία, που παραθέτω αυτούσια: «Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση η οποία γνωστοποιήθηκε στον δικηγόρο των Αιτητών με επιστολή ημερομηνίας 17.02.2006 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα «Α» στην παρούσα) και με την οποία οι καθ' ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα των Αιτητών όπως ισχύσουν και για αυτούς οι ίδιες ρυθμίσεις, στις οποίες οι καθ' ων η Αίτηση προέβησαν για άλλους αξιωματικούς, οι οποίοι πέτυχαν στις προσφυγές 1051/02 μέχρι 1054/02 είναι άκυρη και/ή στερείται οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.» ΓΕΓΟΝΟΤΑ Οι αιτητές ήταν μόνιμοι αξιωματικοί του Στρατού της Δημοκρατίας, οι οποίοι, μετά την κρίση τους από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων, κατά τις τακτικές συνόδους του για τα έτη 2003 και 2004, ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους, αφυπηρέτησαν από τις τάξεις του Στρατού. Οι αιτητές, προτού αφυπηρετήσουν, υπηρετούσαν με απόσπαση στην Εθνική Φρουρά και κατείχαν το βαθμό του Συνταγματάρχη. Κατά τα έτη 2003 και 2004 οι αιτητές υπέβαλαν, με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού 18 των περί Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Τροποποιητικών Κανονισμών του 2002 (Κ.Δ.Π. 313/2002) ιεραρχικά στον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς αναφορά με αίτημα τον ευδόκιμο τερματισμό της σταδιοδρομίας τους. Συγκεκριμένα, ο αιτητής με α/α 1 υπέβαλε αναφορά στις 24.2.03, ο αιτητής με α/α 2 στις 18.2.03, ο αιτητής με α/α 3 στις 14.2.03, οι αιτητές με α/α 4 και 5 στις 13.2.03, ο αιτητής με α/α 6 στις 16.2.04, ο αιτητής με α/α 7 στις 26/2/04 και ο αιτητής με α/α 8 στις 11.2.
- Όλες οι αναφορές των αιτητών υποβλήθηκαν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, «που πιθανόν να προκύψουν από ενδεχόμενη κήρυξη των σχετικών Κανονισμών ως αντισυνταγματικών ή θέσεών τους ως ανενεργών, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο». Σημειώνεται ότι οι κρίσεις των αξιωματικών βαθμού Συνταγματάρχη, Ταξίαρχου και Υποστράτηγου γίνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών 25 και 36 των περί Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας Κανονισμών, από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων. Τα αιτήματα των αξιωματικών για ευδόκιμο τερματισμό της σταδιοδρομίας τους εξετάζονται, με βάση τις προσωρινές διατάξεις του καν. 18 της Κ.Δ.Π. 313/02, κατά προτεραιότητα από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων κατά την εκάστοτε ετήσια τακτική του σύνοδο. Τα αιτήματα των αιτητών με α/α από 1 μέχρι και 5 εξετάστηκαν από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων κατά την τακτική του σύνοδο για το έτος 2003, που έλαβε χώρα στις 9/5/03, ενώ τα αιτήματα των αιτητών με α/α από 6 μέχρι και 8 εξετάστηκαν από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων κατά την τακτική του σύνοδο για το έτος 2004, που έλαβε χώρα στις 9/3/
- Το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων, με σχετικές αποφάσεις του, έκρινε τους αιτητές ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας, μετά την κύρωση από το Υπουργικό Συμβούλιο των πινάκων των αξιωματικών που κρίθηκαν από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων κατά τα έτη 2003 και 2004, ενημέρωσε σχετικά τους αιτητές με επιστολές του και τους πληροφόρησε ότι αφυπηρετούν από τις τάξεις του Στρατού της Δημοκρατίας, με βάση τις διατάξεις του Καν. 15 της Κ.Δ.Π. 313/
- Οι αιτητές προτού αφυπηρετήσουν προήχθηκαν, με σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Άμυνας, στο βαθμό του Ταξίαρχου από την προηγούμενη ημέρα της αφυπηρέτησης τους και μετά την αφυπηρέτηση τους καταβλήθηκαν σ' αυτούς τα συνταξιοδοτικά τους ωφελήματα, όπως καθορίζεται στις διατάξεις του Καν. 19 των ιδίων Κανονισμών. Ο δικηγόρος των αιτητών, με επιστολή του προς τον Υπουργό Άμυνας με ημερ. 23/1/06 αναφέρθηκε στην περίπτωσή τους και υπέβαλε αίτημα όπως ισχύσουν και για τους πελάτες του όλες οι ρυθμίσεις που θα ακολουθήσει το Υπουργείο για τους συναδέλφους τους αξιωματικούς, οι οποίοι πέτυχαν στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προσφ. 1051/02 μέχρι 1064/
- Σημειώνεται ότι για το θέμα αυτό ο αιτητής 1 υπέβαλε και σχετικό παράπονο στην Επίτροπο Διοικήσεως, εκ μέρους ομάδας αξιωματικών που αποστρατεύτηκαν τα έτη 2002, 2003 και
- Το Υπουργείο Άμυνας, αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ημερ. 12/7/05, μελέτησε το αίτημα που έθεσε ο δικηγόρος των αιτητών και με επιστολή του ημερ. 17/2/06 τον πληροφορησε μεταξύ άλλων, ότι οι περιπτώσεις των πελατών του δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπιστούν όπως αυτές των επιτυχόντων αξιωματικών στις προσφ. 1051/02 μέχρι 1064/
- Οι αιτητές μετά την πιο πάνω επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Άμυνας, καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο την παρούσα προσφυγή. ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ Με τη γραπτή τους αγόρευση οι αιτητές πρώθησαν τους εξής λόγους ακύρωσης: (α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντισυνταγματική γιατί προσκρούει στο άρθρο 28 του Συντάγματος, (β) λήφθηκε κατά διαδικασία που πάσχει νομικά από τα αρχικά της στάδια μέχρι την τελική κρίση, γιατί στηρίχθηκε σε προπαρασκευαστική πράξη με την οποία είχε παρεξηγηθεί η ουσία του αιτήματος των αιτητών, (γ) λήφθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας, (δ) στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας ή επαρκούς αιτιολογίας, (ε) λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, (στ) δεν λήφθηκαν υπόψη γεγονότα που έπρεπε να ληφθούν ή λήφθηκαν υπόψη γεγονότα που δεν έπρεπε να είχαν ληφθεί, (ζ) είναι προϊόν νομικής και/ή πραγματικής πλάνης και (η) λήφθηκε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ Το θεωρώ σκόπιμο όπως εξετάσω πρώτα τον (α) σε συνδυασμό με τον (η) από τους πιο πάνω λόγους, αφού έχω προσέξει ότι στον (η) λόγο προβάλλονται ισχυρισμοί ότι η διοίκηση δεν τήρησε ίσο μέτρο κρίσης. Η ερμηνεία και το πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 28 του Συντάγματος έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων της κυπριακής νομολογίας. Έχει δε νομολογηθεί ότι ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28
(1)δεν αναφέρεται σε ακριβή αριθμητική ισότητα αλλά διασφαλίζει μόνο κατά των αυθαιρέτων διαφοροποιήσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσης των πραγμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, Argyris Mikrommatis and the Republic (Minister of Finance and Another) 2 R.S.C.C. 125, 131, Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1965)3 C.L.R. 107, Republic v. Arakian and others
(1972)3 C.L.R. 294, 299 και Antoniades & Others v. Republic
(1979)3 C.L.R. 641). Σχετικές με το ίδιο θέμα είναι και οι υποθέσεις που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών μεταξύ των οποίων, η Σωτηριάδης ν. Θεοφυλάκτου κα
(2002)3 Α.Α.Δ. 56 από την οποία και παρέθεσε εκτενές απόσπασμα. Στη σελ. 64 διαβάζουμε τα εξής: «Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος έχει τύχει ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας. Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Mikrommatis v. Republic, 2 R.S.C.C. 125). Στην υπόθεση Republic v. Arakian
(1972)3 C.L.R. 294, έχουν υιοθετηθεί οι πιο κάτω αρχές της ελληνικής νομολογίας:
(1)Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση «πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων» (Υπόθεση 1273/65 του Στ.Ε.).
(2)Το άρθρο 3 του Ελληνικού Συντάγματος του 1952 - το οποίο αντιστοιχεί με το πιο πάνω άρθρο 28.1 - «αποκλείει μόνον την υπό του νομοθέτου θέσπισιν διακρίσεων αυθαιρέτων και όλως αδικαιολόγητων» (Υποθέσεις 1247/67 και 1870/67 του Στ.Ε.).
(3)«Ευλόγως προκύπτει παραβίασις της αρχής της ισότητος και ως εκ τούτου ακυρότης των προσβαλλομένων πράξεων, εφ' όσον πρόκειται περί ρυθμίσεων σχέσεων τελουσών υπό διαφόρους πραγματικάς συνθήκας, αίτινες δεν αποκλείουν ανομοιομορφίας εν τω διακανονισμώ αυτών» (Υπόθεση 2063/68 του Στ.Ε.).
(4)Η αρχή της ισότητας εφαρμόζεται «επί περιπτώσεων τελουσών υπό τας αυτάς εν γένει συνθήκας» (Υπόθεση 1215/69 του Στ.Ε.).» Στη σελ. 65 της ίδιας απόφασης (Σωτηριάδης ν. Θεοφυλάκτου) διαβάζουμε τα εξής: «Αυτό που απαγορεύει η συνταγματική αρχή της ισότητας είναι η δημιουργία αυθαίρετων, τυχαίων ή συμπτωματικών διακρίσεων. Ομοίως απαγορεύεται η εξομοίωση, από τον κοινό Νομοθέτη διαφορετικών καταστάσεων, ή η ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται υπό διαφορετικές συνθήκες πραγματικές ή νομικές με βάση όμως τυπικά ή συμπτωματικά κριτήρια. Ως αντισυνταγματικές θεωρούνται μόνο οι προδήλως παραβιάζουσες την αρχή της ισότητας διατάξεις. Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως ακραίων ορίων.» Στη δική μας περίπτωση είναι η θέση του συνηγόρου των αιτητών ότι αυτοί βρίσκονται στην ίδια ακριβώς θέση όπως ήσαν και οι αιτητές στις προσφυγές 1051/02-1064/02 στους οποίους παραχωρήθηκαν πιο ευνοϊκά συνταξιοδοτικά ωφελήματα. Τα εν λόγω πρόσωπα είχαν προσβάλει με προσφυγές την απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Κρίσεως ημερ. 26/8/02 με βάση την οποία έκρινε αριθμό αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (μεταξύ των οποίων ήσαν και οι ίδιοι) «ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους». Από πλευράς του δικηγόρου των καθών η αίτηση δεν αμφισβητείται ότι από άποψης βαθμού και συνθηκών υπηρεσίας στο στράτευμα οι αιτητές στην παρούσα ήσαν στην ίδια μοίρα με τους αιτητές στις εν λόγω προσφυγές. Όμως εισηγείται ότι υπάρχει εύλογη διαφοροποίηση μεταξύ τους για το λόγο ότι οι αιτητές στις εν λόγω προσφυγές είχαν διεκδικήσει δικαστικά τα δικαιώματα τους και έχουν δικαιωθεί, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε ωφελήματα τους έχουν δοθεί (τα οποία απαιτούν και οι αιτητές στην παρούσα) δόθηκαν μέσα στα πλαίσια του νομικού υπόβαθρου με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Βασίστηκαν οι καθών η αίτηση στη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα (Παράρτημα 10 στην ένσταση). Μελέτησα τις αντίστοιχες θέσεις και την εν λόγω γνωμάτευση (η οποία σημειώνω ετοιμάστηκε από το συνήγορο που εμφανίστηκε για τους καθών η αίτηση στην παρούσα υπόθεση) και παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) Στην εν λόγω γνωμάτευση ουσιαστικά διατυπώνεται η διαφωνία του δικηγόρου των καθών η αίτηση με την άποψη της Επιτρόπου Διοικήσεως, στην οποία είχαν αποταθεί οι αιτητές, η οποία εισηγήθηκε όπως οι περιπτώσεις «όσων από τους παραπονούμενους υπέβαλαν το αίτημα τους για ευδόκιμο τερματισμό της σταδιοδρομίας με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους σε περίπτωση που οι σχετικοί κανονισμοί κριθούν ανενεργοί, τύχουν του ίδιου χειρισμού, όπως εκείνες των συναδέλφων τους που είχαν προσφυγει στο Ανώτατο Δικαστήριο». (β) Διατυπώνεται επίσης η άποψη ότι οι δυο περιπτώσεις διαφοροποιούνται με το εξής σκεπτικό: «Είναι επίσης η θέση μας ότι όποια διευθέτηση έχει γίνει για τους επιτυχόντες αιτητές έγινε σε συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστη΄ριου που παράγει νομικό δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό έχει προκύψει από συγκεκριμένη πραγματική και νομική κατάσταση που δεν είμαστε βέβαιοι ότι ισχύει και για τις περιπτώσεις των ενδιαφερομένων. Είναι άγνωστο σε όλους μας τι κρίση θα ετύγχαναν οι ενδιαφερόμενοι από το αρμόδιο Συμβούλιο με βάση τα στοιχεία των φακέλων τους.» Εξέτασα τις θέσεις των διαδίκων. Έχω καταλήξει ότι, εφόσον η μόνη διαφορά μεταξύ των αιτητών στην παρούσα και των συναδέλφων τους, αιτητών στις εν λόγω προσφυγές, ήταν το γεγονός ότι οι δεύτεροι ακολούθησαν τη διαδικασία της αφυπηρέτησης «ως ευδοκίμως τερματίσαντες την σταδιοδρομία τους» μετά που είχαν καταχωρήσει τις προαναφερθείσες προσφυγές και επιτύχει σ' αυτές, ενώ κατά τα υπόλοιπα βρισκονταν ακριβώς κάτω από τους ίδιους όρους και συνθήκες υπηρεσίας, η μεταξύ τους διάκριση δεν ήταν εύλογη. Επομένως βρίσκω να υπάρχει παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Περαιτέρω το γεγονός ότι οι αιτητές στην παρούσα είχαν ακολουθήσει την διαδικασία του οικειοθελούς τερματισμού των υπηρεσιών τους χωρίς να καταχωρήσουν προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, βρίσκω ότι δεν αποτελούσε εμπόδιο για τη διοίκηση να μεταχειριστεί αυτούς με τον ίδιο τρόπο που μεταχειρίστηκε τους συναδέλφους τους που είχαν προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι όταν έφυγαν από την υπηρεσία το έπραξαν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, όρος που φαίνεται να έγινε αποδεκτός από τους καθών η αίτηση. Άλλωστε η αρχή της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης επέβαλλε τέτοιο καθήκον στους καθών η αίτηση. Στην κατάληξή μου αυτή βρίσκω έρεισμα στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ι. Μονογιού, Α.Ε. 3598, ημερ. 24/3/06. Βέβαια τα γεγονότα δεν ήσαν ακριβώς τα ίδια. Η ομοιότητα τους συνίσταται στο ότι και εκεί τίθετο θέμα τρόπου μεταχείρισης προσώπων που είχαν καταχωρήσει προσφυγές και είχαν επιτύχει και προσώπων που δεν είχαν καταχωρήσει προσφυγή αλλά ζητούσαν να τύχουν του ιδίου ευεργετήματος και το αίτημα τους είχε απορριφθεί. Η Ολομέλεια, επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δικαιώσει τους αιτητές, στη σελ. 6 της απόφασης ανάφερε τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ανεδαφική. Η αρχή της χρηστής διοίκησης εξυπακούει ότι τα διοικητικά όργανα θα πρέπει να συμπεριφέρονται ορθά και αμερόληπτα προς τους διοικούμενους. (Βλ. Tasmi Trading v. Republic
(1988)3 C.L.R. 782, Tamassos Suppliers v. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 60, Δημοκρατία ν. Ιερωνυμίδη, Α.Ε. 1209 και 1210 της 10/7/96, Γεωργιάδης ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 1589 της 18/6/96 και Καμένος ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 25,36). Στην παρούσα περίπτωση η Διοίκηση δεσμευόταν από τις αρχές της χρηστής διοίκησης να εφαρμόσει τις νομοθετικές πρόνοιες προς όφελος όλων των επηρεαζόμενων υπαλλήλων και όχι μόνο προς όφελος εκείνων μόνο που είχαν επιζητήσει την εφαρμογή τους με την καταχώριση προσφυγών. Η επιλεκτική κρίση της Διοίκησης δεν αντιστρατεύεται μόνο τις αρχές της χρηστής διοίκησης, αλλά επιπρόσθετα ισοδυναμεί και με άνιση μεταχείριση του εφεσίβλητου.» Τα πιο πάνω τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην παρούσα με αποτέλεσμα την επιτυχία της προσφυγής. Η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα υπέρ των αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με βάση το άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Μ. Φωτίου, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο