MOHAMMAD BELLAL HOSSAIN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1630/2005, 30 Οκτωβρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1630/2005) 30 Οκτωβρίου, 2007 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] MOHAMMAD BELLAL HOSSAIN, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
- ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ΄ων η Αίτηση. Ε. Χειμώνας, για τον Αιτητή. Μ. Κυπριανού (κα), για τους Καθ΄ων η Αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής, υπήκοος της Μπαγκλαντές, στις 6.3.03 εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία με φοιτητική βίζα και στις 9.2.04 υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία εξετάστηκε και απορρίφθηκε στις 7.12.
- Ακολούθησε διοικητική προσφυγή η οποία επίσης είχε απορριπτική κατάληξη, με αποτέλεσμα να προσβληθεί με την παρούσα προσφυγή. Οι καθ' ων η αίτηση με την ένστασή τους και με την αγόρευση της δικηγόρου τους, θεωρούν την προσφυγή αβάσιμη. Ο δικηγόρος του Αιτητή, με τη γραπτή αγόρευση του προώθησε ουσιαστικά τέσσερις λόγους για ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με τον πρώτο, διατυπώνεται η θέση ότι υπήρξε πλάνη περί το νόμο. Εξήγησε ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο βάσει του περί Προσφύγων Νόμο 6(Ι)/
- Όμως η αίτηση του και η ιεραρχική προσφυγή που υπέβαλε, δεν εξετάστηκαν όπως έπρεπε στη βάση του νομικού καθεστώτος που ίσχυε κατά την υποβολή της αίτησης του, αλλά στη βάση του νέου νομικού καθεστώτος που δημιουργήθηκε μετά την τροποποίηση του βασικού νόμου από το Νόμο 9(Ι)/
- Ήταν η εισήγηση του ότι η όλη διαδικασία πάσχει, αφού προσκρούει στην αρχή της μη αναδρομικότητας. Ο λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί. Στις 9.2.2004 που καταχωρήθηκε η αίτηση, ίσχυε το νομικό καθεστώς που διαμορφώθηκε με το Νόμο 9(Ι)/2004 ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του Νόμου, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή του, δηλαδή στις 6.2.2004. Τα μόνα άρθρα που δεν τέθηκαν σε ισχύ αμέσως ήταν τα άρθρα 8 και 22 του ιδίου Νόμου, τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 29
(2)θα τίθεντο σε ισχύ με την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1.4.
- Επομένως, η εισήγηση του κ. Χειμώνα ότι κατά την υποβολή της αίτησης το νομικό καθεστώς ήταν αυτό που καθοριζόταν από το βασικό Νόμο 6(Ι)/2000, δεν ευσταθεί, αφού η αίτηση καταχωρήθηκε τρεις μέρες μετά που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος. Όμως, ακόμη και αν τα γεγονότα ήταν όπως τα εισηγείται ο κ. Χειμώνας, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ'ων η αίτηση, πολύ ορθά υπέδειξε ότι το άρθρο 9 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158(Ι)/99, ρητά προβλέπει ότι το διοικητικό όργανο οφείλει κατά την έκδοση μιας πράξης να βασιστεί στο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο της έκδοσης της, ανεξάρτητα αν αυτό ήταν διαφορετικό κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης. Ο χρόνος έκδοσης της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν 7.12.2004, ενώ της Αναθεωρητικής Αρχής 3.11.2005, και επομένως το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς ήταν αυτό που διαμορφώθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 9(Ι)/
- Από τη στιγμή που η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου, είναι φανερό ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη περί το νόμο. Ούτε βέβαια υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης ώστε να δικαιολογείται διαφορετική προσέγγιση σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 158(Ι)/
- (Βλ. Δήμος Στροβόλου ν. Βορκά κ.α.
(1994)3 ΑΑΔ 514, 518 (Ολομέλεια), Δημοτική Επιτροπή Αγ. Δομετίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1994)3 ΑΑΔ 439, 444 (Ολομέλεια), Delico Corporation Limited v. ΧΑΚ, Υπόθ. Αρ. 1039/02, ημερ. 24.11.04 και Shohel Mia v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθ. Αρ. 601/05, ημερ. 23.1.2006). Η συνήγορος για τη Δημοκρατία πολύ ορθά υπέδειξε και την σχετικότητα των ρυθμιστικών διατάξεων του άρθρου 28 του τροποποιητικού Νόμου 9(Ι)/2004 το οποίο προβλέπει ότι αιτήσεις που εκκρεμούσαν κατά την εγκαθίδρυση της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, θα θεωρούνται ότι εκκρεμούν ενώπιον των δύο Αρχών αντίστοιχα. Θα πρέπει να ομολογήσω, ότι η εμμονή του κ. Χειμώνα να προωθεί τον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, αφού ο ίδιος ήγειρε τον ίδιο λόγο σε σωρεία άλλων προσφυγών και έτυχε ανάλογης απάντησης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μάλιστα, στην υπόθεση Rakip Sikder v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(2006)3 ΑΑΔ 627, ο κ. Χειμώνας ήγειρε παρόμοιο θέμα ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας η οποία και έκρινε ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν ευσταθεί. Καθίσταται φανερό ότι η εξέταση της αίτησης με βάση το νομικό καθεστώς όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του βασικού Νόμου, ήταν καθ' όλα νόμιμη. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου, το παράπονο του Αιτητή για πλημμελή συγκρότηση του διοικητικού οργάνου δεν ευσταθεί. Το άρθρο 13 καθορίζει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης και τα στοιχεία δείχνουν ότι έχει ακολουθηθεί. Όπως φαίνεται από το διοικητικό φάκελο, η διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου συνάδει με τη διαδικασία του άρθρου 13 του Νόμου το οποίο προβλέπει για την προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό, την υποβολή έκθεσης στον Προϊστάμενο και τη λήψη από αυτόν της σχετικής απόφασης. Η ορθή διαδικασία φαίνεται να ακολουθήθηκε και ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, η απόφαση της οποίας λήφθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 28Ε. Η εισήγηση του κ. Χειμώνα ότι η απόφαση της Αρχής θα έπρεπε να είχε ληφθεί από την ολομέλεια της Αρχής, δεν ευσταθεί αφού το άρθρο 28Ε
(3)του Νόμου παρέχει εξουσία σε μέλος της Αρχής να ασκεί την σχετική αρμοδιότητα από μόνος του. Ο κ. Χειμώνας δεν εισηγήθηκε ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι εξαιρέσεις του άρθρου 28Ε
(4). Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως δεν ευσταθεί. Με το δεύτερο λόγο ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έγινε επαρκής έρευνα προτού ληφθεί η απόφαση και ότι εν πάση περιπτώσει αυτή ελήφθη καθ' υπέρβαση εξουσίας. Στις 20 παραγράφους της γραπτής του αγόρευσης, ο κ. Χειμώνας καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων τα πλείστα των οποίων δεν αφορούν στο θέμα της έρευνας, αλλά ενδεχομένως το λόγο που αφορά στην πλημμελή άσκηση της εξουσίας του Λειτουργού που εξέτασε την αίτηση. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες των άρθρων 13-15 του σχετικού Νόμου και ειδικότερα ότι ο Αιτητής δεν κλήθηκε σε συνέντευξη. Από έρευνα του διοικητικού φακέλου διαπιστώνεται ότι η συνέντευξη διεξήχθη στις 6.10.2004 με τη βοήθεια μεταφραστή και ο Αιτητής διατύπωσε τις θέσεις και απόψεις του. Επομένως, καθίσταται φανερό ότι το συγκεκριμένο παράπονο του κρίνεται ανυπόστατο. Το άλλο παράπονο του Αιτητή είναι ότι δεν κλήθηκε ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής. Όμως η Αρχή δεν είχε υποχρέωση να διεξάγει ακροαματική διαδικασία στην παρουσία του. Το άρθρο 28Ζ
(4)του Νόμου 6(Ι)/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, παρέχει απλώς τη δυνατότητα στην Αρχή να διεξάγει ακροαματική διαδικασία μόνο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Ακόμα και η κλήση του Αιτητή σε προσωπική συνέντευξη, στην περίπτωση που ο Αιτητής υποβάλει νέα στοιχεία, αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια της Αρχής. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μου έχει υποδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος γιατί η Αρχή θα έπρεπε είτε να καλέσει τον Αιτητή σε προσωπική συνέντευξη είτε να διεξάγει ακροαματική διαδικασία στην παρουσία του. (Βλ. Harpreet Singh v. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 393 - υπόθεση Ολομέλειας) Έχω ικανοποιηθεί ότι η διοίκηση διεξήγαγε την απαιτούμενη έρευνα, τόσο σε σχέση με όλα τα στάδια της διαδικασίας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής. Από μελέτη του φακέλου και της ίδιας της προσβαλλόμενης πράξης, προκύπτει σαφώς ότι με την έρευνα που διεξήχθη είχαν ελεγχθεί, διερευνηθεί και αξιολογηθεί όλα τα στοιχεία που απαιτούνταν για την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων και τη λήψη της τελικής απόφασης. Ο κ. Χειμώνας εντελώς περιστασιακά ήγειρε και θέμα πλάνης περί τα πράγματα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία υπήρξε πλάνη. Από την δική μου έρευνα δεν προέκυψε οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης πλάνης και μάλιστα πλάνης που να είναι ουσιώδης ώστε να μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση. Ο τρίτος λόγος αφορά στο ότι η επιστολή ημερ. 7.12.2004 με την οποία κοινοποιείτο στον Αιτητή η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα η οποία είναι μη κατανοητή από τον Αιτητή, γεγονός που παραβιάζει τη σχετική νομοθεσία, χωρίς όμως να προσδιορίζεται οτιδήποτε πιο συγκεκριμένο. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Δεν είναι δυνατό απόφαση της διοίκησης να συντάσσεται σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. (Βλ. Αίτηση Αναφορικά με τον Γεώργιο Πολιτίδη, από την Ελλάδα, Αίτηση Αρ. 112/98, ημερ. 25.8.99 και Harpreet Singh v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, το παράπονο του Αιτητή είναι ολότελα παράλογο και αδικαιολόγητο, αφού την απόφαση της Αρχής στα Ελληνικά συνοδεύει επιστολή στην Αγγλική γλώσσα, η οποία επεξηγεί λεπτομερώς τόσο την απόφαση της Αρχής όσο και άλλα συναφή ζητήματα. Ούτως ή άλλως τίποτε δεν προκύπτει από τον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης, αφού ο Αιτητής με την καταχώρηση της διοικητικής προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής και της παρούσας προσφυγής, διεκδίκησε τα δικαιώματα που είχε. Με τον τελευταίο λόγο ακύρωσης προβάλλεται η θέση ότι η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής πάσχει από έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας. Ο κ. Χειμώνας δεν προσδιόρισε τα σημεία στα οποία υπάρχει ελλιπής ή πλημμελής αιτιολογία. Εξέταση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, αποκαλύπτει ικανοποιητική αιτιολογία για τους λόγους λήψης της απόφασης και με κανένα τρόπο δεν εμποδίζεται ο δικαστικός έλεγχος. Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως κρίνεται αβάσιμος. Από όλα τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, έχω πεισθεί ότι η διοίκηση άσκησε την εξουσία της καλόπιστα και η απορριπτική απόφαση της ήταν εύλογα επιτρεπτή. Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται £300 έξοδα εις βάρος του Αιτητή. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο