← Κύπρος

MARYNA LACYUCHENKO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1244/2005, 8 Φεβρουαρίου 2008

MARYNA LACYUCHENKO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1244/2005, 8 Φεβρουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1244/2005) 8 Φεβρουαρίου, 2008 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 25, 26, 28, 35 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ MARYNA LACYUCHENKO Αιτήτρια, v.

  1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,
  2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Καθ' ων η αίτηση. ____________________ Α. Ιωάννου (κα.), για την Αιτήτρια. Ε. Συμεωνίδου (κα.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.: Με την προσφυγή της η αιτήτρια ζητά δήλωση και/ή απόφαση του δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και/ή του εξουσιοδοτημένου του Λειτουργού και/ή της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η οποία γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερ. 28.7.05, και με την οποία απορρίπτεται η αίτησή της για παραχώρηση άδειας εργοδότησής της σε άλλο κλάδο εργασίας στην Κύπρο, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη εννόμου αποτελέσματος. Οι νομικοί λόγοι στους οποίους βασίζεται η αίτηση περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη προς τον περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμο του 2000 (Ν 3(Ι)/2000), τη Σύμβαση περί Καταστολής και Εξαλείψεως της Σωματεμπορίας και της Εκμεταλλεύσεως της Πορνείας ΄Αλλων, που κυρώθηκε με το Ν 57/83, και επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα. Η αιτήρια, η οποία είναι αλλοδαπή και κατάγεται από την Ουκρανία, ήλθε στην Κύπρο στις 6.8.04 με άδεια να εργαστεί ως καλλιτέχνιδα. Εργάστηκε σε καμπαρέ αρχικά στη Λεμεσό και στη συνέχεια στην Πάφο και μετά ξανά στη Λεμεσό. Την 14.12.04 εγκατέλειψε το χώρο εργασίας της ισχυριζόμενη ότι υπέστη σεξουαλική εκμετάλλευση και κατέφυγε στο Καταφύγιο Θυμάτων Σεξουαλικής Βίας και Εκμετάλλευσης στη Λεμεσό. Στις 15.12.04 η Λειτουργός του προαναφερομένου καταφυγίου απέστειλε, εκ μέρους της αιτήτριας, επιστολή στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Υ.Α.Μ.) Λεμεσού με την οποία ενημέρωνε την υπηρεσία ότι η αιτήτρια βρισκόταν στο καταφύγιο από τις 14.12.04 (λανθασμένα η ημερομηνία αναγράφεται ως 14.12.00). Όπως αναγράφεται στην προαναφερόμενη επιστολή η παράκληση και το αίτημα της αιτήτριας προς το καταφύγιο ήταν να μεριμνήσει (το καταφύγιο) ώστε αυτή να μπορέσει να εργοδοτηθεί σε άλλης μορφής εργασία. Η Λειτουργός του καταφυγίου ενημέρωνε επίσης την Υ.Α.Μ. ότι θα προσπαθούσε να προωθήσει το αίτημα της αιτήτριας προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τίποτε δεν έγινε μέχρι τις 7.4.05, οπόταν στις 7.4.05 η προαναφερόμενη Λειτουργός του Καταφυγίου κα. Πισσαρίδου απευθύνθηκε με νέα επιστολή, αυτή τη φορά προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κα. Σιακαλλή. Στην επιστολή εκείνη αναφερόταν ότι η αιτήτρια επισκέφθηκε το καταφύγιο στις 14.12.04 «ζητώντας να μάθει αν έχει τη δυνατότητα να απεμπλακεί από το καθεστώς της αρτίστας-πόρνης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα κινδυνέψει με οποιοδήποτε τρόπο». Σημειωνόταν επίσης στην επιστολή ότι εξηγήθηκε στην αιτήτρια πως θα έπρεπε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία αναφέροντας την εκδοχή της και η απάντηση της αιτήτριας ήταν πως «αν έχει να επιλέξει μεταξύ των δύο, κατάθεσης και πορνείας, προτιμά την πορνεία». Στην προαναφερόμενη επιστολή αναγράφετο επίσης ότι, στις 2.2.05, επισκέφθηκε το καταφύγιο συγκεκριμένη Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας με σκοπό να μιλήσει με κάποιαν άλλη κοπέλα η οποία επίσης κατέφυγε εκεί στις 15.12.
  3. Σε ερώτηση της Λειτουργού του καταφυγίου τι θα γίνει με την αιτήτρια, η οποία είχε φθάσει στο καταφύγιο μια μέρα νωρίτερα (στις 14.12.04), η Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας απάντησε πως είχε οδηγίες να επισκεφθεί μόνον την άλλη κοπέλα και όχι την αιτήτρια. Η προαναφερόμενη επιστολή ανέφερε ακόμα και τα εξής: «Μέχρι σήμερα, 7.4.05, δεν έχουμε καμιά απάντηση από κανέναν και δεν ξέρω και εγώ τι να απαντήσω στις δύο συγκεκριμένες φιλοξενούμενες και ιδιαίτερα στη Maryna, για την οποία κανείς δεν ενδιαφέρθηκε». «Η αλήθεια είναι πως όπου και αν αποτάθηκα - Υ.Α.Μ. ή Κοινωνικές Υπηρεσίες, εισέπραξα είτε άγνοια είτε αναμονή». Η επιστολή καταλήγει ως εξής: «Σχεδόν 4 μήνες, οι συγκεκριμένες δύο γυναίκες φιλοξενούνται στο καταφύγιο, τυγχάνουν της απαιτούμενης ψυχολογικής και υλικής στήριξης, όμως η εργασία είναι το πλέον απαραίτητο συστατικό για να επανέλθουν σε ένα κανονικό τρόπο ζωής. Σας παρακαλώ θερμά να ανταποκριθείτε όπως εσείς νομίζετε ότι αρμόζει σε θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ακριβώς εδώ, θα ήθελα επίσης να σας πω πως τις περισσότερες φορές ακούω παρατηρήσεις του τύπου 'θέλουν και κάνουν αυτή την εργασία' εννοώντας το ότι είναι 'καλλιτέχνιδες' αγνοούν όμως πως δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξουν 'επάγγελμα', παρά μόνο με τη δική σας παρέμβαση. Για οποιαδήποτε διευκρίνιση είμαστε στη διάθεσή σας, είτε εγώ, είτε ο Πατέρας Σάββας.» Στις 28.7.05 γράφηκε επιστολή, εκ μέρους της Διευθύντριας (Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης), προς τη Λειτουργό του Καταφυγίου κα. Πισσαρίδου, σε απάντηση της προαναφερόμενης επιστολής της ημερ. 7.4.
  4. Στην επιστολή περιλαμβάνεται και η προσβαλλόμενη απόφαση. Παραθέτω το κείμενο της επιστολής αυτούσιο: «Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας ημερ. 7/4/05 με την οποία ζητάτε όπως επιτραπεί στις αλλοδαπές Maryna Lasyuchenko και Olena Ibrahim από την Ουκρανία, οι οποίες από το 2003 και 2000 αντίστοιχα απασχολούνταν κατά διαστήματα στη Δημοκρατία ως καλλιτέχνιδες να εργαστούν σε άλλο κλάδο εργασίας και σας πληροφορώ ότι το αίτημά σας δεν είναι δυνατό να εγκριθεί γιατί οι αναφερόμενες αλλοδαπές παραβίασαν τους όρους της άδειας με το να εγκαταλείψουν την εργασία τους από 16/12/04 και έκτοτε παραμένουν παράνομα στη Δημοκρατία. Η κα. Lasyunchenko και η κα. Imbrahim θα πρέπει να αναχωρήσουν αμέσως για τη χώρα τους και εφόσον εξασφαλίσουν εργασία να υποβάλουν εκ νέου αίτηση για επανείσοδο. Τονίζεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμμόρφωση το Τμήμα μας θα πάρει μέτρα για απομάκρυνση τους από την Κύπρο.» Από τον υπηρεσιακό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον μου, ως τεκμήριο, φαίνεται ότι στις 31.12.04, δηλαδή 16 μέρες μετά την επιστολή της Λειτουργού του Καταφυγίου προς την Υ.Α.Μ. Λεμεσού ημερ. 15.12.04, η Υ.Α.Μ. Λεμεσού έγραφε προς το Διοικητή της Υ.Α.Μ., ότι η αιτήτρια, αφίχθηκε στην Κύπρο στις 6.8.04, ανέλαβε εργασία στις 13.8.04 σε καμπαρέ στη Λεμεσό και στη συνέχεια με διακίνηση από τα γραφεία της Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ανέλαβε εργασία σε καμπαρέ στην Πάφο και αργότερα, με τον ίδιο τρόπο, από 29.11.04, ανέλαβε εργασία εκ νέου στη Λεμεσό σε άλλο καμπαρέ. Στις 14.12.04 ο τελευταίος εργοδότης της με γραπτή επιστολή του της ίδιας ημερομηνίας συνυπογραμμένη και από τον καλλιτεχνικό της πράκτορα τερμάτισε την εργασία της. Σημειωνόταν στην επιστολή εκείνη ότι η αιτήτρια φαινόταν, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ότι παρέμεινε στην Κύπρο και προστίθετο ότι «έγιναν προσπάθειες από το γραφείο μας σε συνεργασία με τον καλλιτεχνικό της πράκτορα προς εντοπισμό της σε μέρη που συχνάζουν και διαμένουν αλλοδαποί προερχόμενοι από τις χώρες αυτές, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα». Ο προαναφερόμενος Ν 3(Ι)/2000 προνοεί, στο άρθρο 9

(1), ότι νόμιμα εισερχόμενος στη Δημοκρατία αλλοδαπός, ο οποίος αναγκάζεται να εγκαταλείψει την εργασία του, είτε λόγω παράνομης εκμετάλλευσης κατά την έννοια του νόμου, είτε λόγω άλλης μορφής κατάχρησης από το πρόσωπο το οποίο ζήτησε την εργοδότηση του στη Δημοκρατία, δικαιούται να ζητήσει από τον Υπουργό άδεια για εργοδότηση του από άλλον εργοδότη. «Υπουργός», σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του ιδίου νόμου, σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών και περιλαμβάνει οποιοδήποτε Λειτουργό του Υπουργείου εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό για τους σκοπούς του Νόμου εκείνου. Το άρθρο 10 του Ν 3(Ι)/2000 προνοεί ότι το Υπουργικό Συμβούλιο προβαίνει, κατόπιν εισήγησης του Υπουργού, στο διορισμό Κηδεμόνα Θυμάτων Εκμετάλλευσης. Θύμα εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο υφίσταται σεξουαλική εκμετάλλευση, η οποία απαγορεύεται από το Ν 3(Ι)/2000 ή άλλο νόμο ή καθορισμένη σύμβαση και η οποία τιμωρείται δυνάμει των διατάξεων του Ν 3(Ι)/
  1. Το άρθρο 11 του προαναφερόμενου νόμου προνοεί για τα καθήκοντα και τις εξουσίες του Κηδεμόνα. Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του είναι και το να ακούει παράπονα εκμετάλλευσης ή παράβασης του Ν 3(Ι)/2000 και να λαμβάνει όλα τα μέτρα για την πλήρη διερεύνηση τους από τα αρμόδια όργανα (άρθρο 11 (β)). Το άρθρο 17 του προαναφερόμενου Ν 57/83 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη (στην προαναφερόμενη σύμβαση) αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να πληροφορούνται οι αρμόδιες Αρχές περί της αφίξεως ατόμων που φαίνονται εκ πρώτης όψεως ως αυτουργοί, συνεργοί ή θύματα σωματεμπορίας. Εξέτασα με προσοχή όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία και κατέληξα, αβίαστα, στο συμπέρασμα πως στην προκείμενη περίπτωση οι καθ΄ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα, αλλά και ότι παρέβησαν, ουσιαστικά, τον προαναφερόμενο Ν 3(Ι)/
  2. Οι καθ΄ ων η αίτηση προφανώς δεν έλαβαν υπόψη τους την αρχική επιστολή ημερ. 15.12.04 της Λειτουργού του Καταφυγίου, με την οποίαν η Υ.Α.Μ. Λεμεσού πληροφορείτο πως η αιτήτρια βρισκόταν στο καταφύγιο, αλλιώτικα η Υ.Α.Μ. Λεμεσού δεν θα έγραφε στο Διοικητή, στις 31.12.04, ότι η αιτήτρια βρίσκεται κάπου στην Κύπρο, αλλά ότι δεν γνώριζαν πού βρίσκεται. Επίσης προφανώς η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δεν έλαβε υπόψη της το περιεχόμενο της επιστολής της Λειτουργού του Καταφυγίου προς την ίδια, ημερ. 7.4.
  3. Στην προσβαλλόμενη απόφαση απλά αναφέρεται ότι το αίτημα της αιτήτριας, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο από το 2003 (και αυτό είναι λανθασμένο εφόσον παραδεκτά αυτή βρίσκεται στην Κύπρο από τις 6.8.04), δεν ήταν δυνατό να εγκριθεί επειδή αυτή παραβίασε τους όρους της αδείας της εγκαταλείποντας την εργασία της από τις 16.12.04 (η ορθή ημερομηνία είναι 14.12.04) και από τότε παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Οι καθ΄ ων η αίτηση φαίνεται πως λαμβάνοντας υπόψη μόνον τον Καν. 11
(3)των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών του 1972, σύμφωνα με τον οποίο η άδεια απασχολήσεως παύει να ισχύει και θεωρείται ακυρωθείσα εάν ο κάτοχος της παραλείψει, μεταξύ άλλων, να απασχολείται στην ίδια απασχόληση ή στον ίδιο εργοδότη, θεώρησαν πως η αιτήτρια έπαψε να έχει άδεια απασχόλησης και επομένως ότι κατέστη παράνομα διαμένουσα στην Κύπρο. Όμως με αυτή την αντιμετώπιση της αιτήτριας, από τους καθ΄ ων η αίτηση, αυτοί (οι καθ΄ ων η αίτηση) αγνόησαν εντελώς τους ισχυρισμούς της ότι ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, προφανώς από τους εργοδότες της, όπως αναγράφεται στην προαναφερόμενη επιστολή ημερ. 7.4.05. Επίσης παραγνώρισαν και τα δικαιώματά της που απορρέουν από το προαναφερόμενο άρθρο 9
(1)του Ν 3(Ι)/2000. Θεωρώ, συναφώς, ότι στις περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκεται το άρθρο 9
(1)του Ν 3(Ι)/2000, όπως την παρούσα, ο προαναφερόμενος Κανονισμός 11
(3)δεν θα πρέπει να εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 9
(1)αλλά σε συνδυασμό με αυτό. Κατά την κρίση μου, εφόσον η αιτήτρια εγκατέλειψε τον τόπο εργασίας της που ήταν κάποιο καμπαρέ στη Λεμεσό, στις 14.12.04, αμέσως πήγε και ζήτησε βοήθεια στο προαναφερόμενο καταφύγιο, στις 15.12.04 ειδοποιήθηκε σχετικά η Υ.Α.Μ. Λεμεσού, και στις 7.4.05 ρητά πληροφορήθηκε η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ότι η αιτήτρια ισχυριζόταν πως υπήρξε θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και ότι κανένας δεν είχε ενδιαφερθεί γι΄ αυτή μέχρι εκείνη την ημερομηνία, η Διευθύντρια είχε υποχρέωση να διερευνήσει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας καθώς και τα τυχόν δικαιώματά της να ζητήσει από τον Υπουργό Εσωτερικών άδεια για εργοδότηση της από άλλο εργοδότη, δυνάμει του άρθρου 9
(1)του Ν 3(Ι)/2000. Δεν φαίνεται να έγινε καμιά απολύτως έρευνα από τους καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με το κάτα πόσον οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ήταν βάσιμοι ή όχι, ούτε και φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε έρευνα από τους καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με το κατά πόσο αυτή δικαιούτο, υπό τις περιστάσεις, να ζητήσει από τον Υπουργό άδεια για εργοδότηση της από άλλο εργοδότη. Στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε έρευνα, για την αιτήτρια, από οποιαδήποτε Αρχή στη Δημοκρατία. Η προαναφερόμενη αντιμετώπιση της αιτήτριας από τους καθ΄ ων η αίτηση, κατά την κρίση μου, ήταν εντελώς λανθασμένη μέχρι σημείου κακοπιστίας. Όπως αναφέρθηκε θα έπρεπε να είχε γίνει δέουσα έρευνα, από τους καθ΄ ων η αίτηση, και να είχαν εξεταστεί οι ισχυρισμοί και τα παράπονα της αιτήτριας, ανεξάρτητα από το αν αυτή έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ή όχι, ώστε να διαφανεί κατά πόσον αυτή δικαιούτο να ζητήσει από τον Υπουργό άδεια για εργοδότηση της από άλλο εργοδότη, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 9
(1). Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι ο Κηδεμόνας Θυμάτων Εκμετάλλευσης θα έπρεπε να είχε ασκήσει τις αρμοδιότητες του ακούοντας το παράπονο της αιτήτριας και λαμβάνοντας τα συγκεκριμένα μέτρα. Ακόμα η Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν 57/83, θα έπρεπε να είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να πληροφορηθούν, οι αρμόδιες Αρχές, για την αιτήτρια η οποία, υπό τις περιστάσεις (καλλιτέχνιδα, εργαζόμενη σε διάφορα καμπαρέ, της οποίας η εργασία τερματίστηκε και η οποία με κανένα τρόπο δεν ήθελε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία), θα έπρεπε να είχε θεωρηθεί ως, εκ πρώτης όψεως, πιθανό θύμα σωματεμπορίας. Τίποτε από τα προαναφερόμενα δεν έγινε. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρώσιμη, για τους προαναφερόμενους λόγους. Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση έκαμε αναφορά και σε σχετική απόφαση του αδελφού Δικαστή κ. Αρτέμη, στην Προσφυγή 1245/05, μεταξύ της Olena Ibrahim και της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 11.1.08. Ομολογουμένως τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και στην υπόθεση εκείνη ο αδελφός Δικαστής απέρριψε την προσφυγή θεωρώντας ότι η αιτήτρια είχε το βάρος να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον εργοδότη της. Απέρριψε συναφώς τη θέση ότι οι Αρχές όφειλαν οι ίδιες να διερευνήσουν τον ισχυρισμό της αιτήτριας καθότι κάτι τέτοιο θα έθετε τεράστιο βάρος στους ώμους των Αρχών να προβαίνουν σε έρευνες για τις οποίες δεν είχαν δοθεί στοιχεία από τους παραπονούμενους, και θα καθιστούσε το έργο των Αρχών αδύνατο. «Αφ΄ ης στιγμής δεν δόθηκαν στοιχεία για να διερευνηθούν και να αποδειχθεί η ορθότητα του ισχυρισμού για σεξουαλική εκμετάλλευση, η εγκατάλειψη της εργασίας της αιτήτριας ήταν αδικαιολόγητη και οδήγησε σε παρανομία την περαιτέρω διαμονή της στην Κύπρο.» Η προαναφερόμενη απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το παρόν δικαστήριο και με όλο τον προσήκοντα σεβασμό δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να την ακολουθήσω. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η προσφυγή πετυχαίνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με €700.- έξοδα υπέρ της αιτήτριας. Μ.Μ. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.