← Κύπρος

GOJKOVIC STANOJE κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 400/2006, 21 Μαρτίου 2

GOJKOVIC STANOJE κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 400/2006, 21 Μαρτίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 400/2006) 21 Μαρτίου 2008 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

  1. GOJKOVIC STANOJE,
  2. GOJKOVIC JELENA,
  3. GOJKOVIC MARIJA, ΑΝΗΛΙΚΗ ΔΙΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΗΣ STANOJE ΚΑΙ JELENA GOJKOVIC,
  4. GOJKOVIC JOVAN, ΑΝΗΛΙΚΟΣ ΔΙΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥ STANOJE ΚΑΙ JELENA, Αιτητές, - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Χρ. Κληρίδης γι΄ αυτόν Ξ. Ξενοφώντος, για τους Αιτητές. Μ. Χατζηγεωργίου (κα), για τους Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Οι αιτητές, οι οποίοι είναι οικογένεια, προσβάλλουν την απόφαση των καθ΄ ων ημερ. 7.12.05 να μην εξετάσουν την αίτηση ημερ. 26.5.05 που υποβλήθηκε από τον αιτητή 1 για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής τους στη Δημοκρατία. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα έχουν σε συντομία ως εξής. Ο αιτητής 1, Γιουγκοσλάβος υπήκοος, μαζί με τη σύζυγο του και την ανήλικη θυγατέρα τους, αιτητές 2 και 3, αφίχθησαν στην Κύπρο για πρώτη φορά στις 9.5.00, έχοντας εγκαταλείψει τη χώρα τους λόγω των εκεί προβλημάτων. Τους χορηγήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής ως επισκέπτες, τον δε Ιούνιο του 2000 απευθύνθηκαν προς τον Ο.Η.Ε. για να αναγνωριστούν ως πολιτικοί πρόσφυγες. Στις 28.12.00 γράφτηκαν μέσω του αρμοδίου γραφείου Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στη Λεμεσό ως αλλοδαποί και έλαβαν το σχετικό Aliens Book. Το αίτημα τους προς τον Ο.Η.Ε. απορρίφθηκε στις 2.4.02 καθώς επίσης και στις 12.12.02, μετά από παράκληση για επανεξέταση. Στο μεταξύ ο αιτητής 1 έλαβε αρμοδίως άδεια απασχόλησης από την εταιρεία Τελειοχρώμ Λτδ μέχρι τις 9.4.04, ενώ η αιτήτρια 2 έλαβε επίσης άδεια εργοδότησης ως κομμώτρια σε κομμωτήριο στη Λεμεσό. Η ανήλικη αιτήτρια 3 άρχισε να φοιτά στο St Mary School στη Λεμεσό από τη σχολική περίοδο 2004-
  5. Στις 4.6.04 το ζεύγος απέκτησε και δεύτερο παιδί, τον αιτητή
  6. Λήφθηκαν διαδοχικές παρατάσεις της άδειας παραμονής τους στην Κύπρο, η τελευταία των οποίων έληγε στις 30.6.
  7. Το αίτημα τους, όπως προαναφέρθηκε, που έγινε στις 26.5.05 για παράταση της διαμονής τους, απορρίφθηκε στις 7.12.05, ζητήθηκε δε από τους αιτητές να διευθετήσουν την άμεση αναχώρηση τους από την Κύπρο. Το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 7.12.05 έχει επί λέξει ως εξής: «Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτηση σας ημερομηνίας 26/05/2005 με την οποία ζητάτε παράταση της άδειας παραμονής σας και της οικογένειας σας και να σας πληροφορήσω ότι το αίτημα σας δεν μπορεί να εξεταστεί επειδή παρήλθε η ημερομηνία της παράτασης που σας έχει χορηγηθεί από 30/06/
  8. Εν΄ όψει των πιο πάνω παρακαλώ να διευθετήσετε αμέσως την αναχώρηση σας από την Κύπρο καθ΄ ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ληφθούν μέτρα εναντίον σας.» Ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης για σειρά λόγων που σχετίζονται με την παραβίαση της αρχής της καλής πίστης, την πλάνη, την ανεπαρκή αιτιολογία, την απουσία δέουσας έρευνας, την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, του δικαιώματος ακρόασης των αιτητών, αλλά και τη μη εφαρμογή των προνοιών της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2003/109/ΕΚ, η οποία σχετίζεται με το δικαίωμα υπηκόων τρίτων χωρών να αποκτήσουν το δικαίωμα του επί μακρόν διαμένοντος, εφόσον έχουν παραμείνει σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης νόμιμα για περίοδο τουλάχιστο πέντε ετών. Οι καθ΄ ων αφού είχαν παρατείνει την άδεια επισκέπτη στις αιτήτριες 2 και 3 μέχρι τις 30.6.04 (ερυθρά 150-151 του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε ως Τεκμ. «1»), αποδέχθηκαν αίτημα σε επιστολή του αιτητή 1 ημερ. 24.2.05, με την οποία ζήτησε όπως για ανθρωπιστικούς λόγους η άδεια προσωρινής παραμονής του ιδίου και της οικογένειας του, παραταθεί μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς 2004-2005 (ερυθρά 171-173 του Τεκμ. «1»). Στις 15.4.05 αποστάληκε θετική απάντηση ότι το αίτημα του είχε εγκριθεί «μέχρι τις 30.6.05 ΤΕΛΙΚΗ» (ερυθρό 175 του Τεκμ. «1»). Στην επιστολή αυτή ζητείτο από τον αιτητή 1 όπως διευθετήσει την παραμονή της οικογένειας μέσω του Επαρχιακού Κλιμακίου Αλλοδαπών της Αστυνομίας. Στα πιο πάνω πλαίσια και οδηγίες της ίδιας της διοίκησης, ο αιτητής έγκαιρα υπέβαλε την υπό ημερ. 26.5.05 αίτηση ανανέωσης στο έντυπο Μ.61Β. Κατέθεσε προς τούτο, όπως φανερώνεται από τα ερυθρά 189, 190, 191 του Τεκμ. «1» και τα σχετικά τέλη στο συνολικό ποσό των £40, κατέγραψε δε ότι οι πόροι διαβίωσης τους συνίστανται σε €1.247 στην τράπεζα και €2.400 από μηνιαία απασχόληση. Στο πίσω μέρος του πιο πάνω εντύπου που τιτλοφορείται ότι είναι «για επίσημη χρήση μόνο», έχει καταγραφεί ιδιοχείρως από τον αρμόδιο εξεταστή και αφού τα στοιχεία που είχαν δοθεί από τους αιτητές ελέγχθηκαν να είναι ορθά (είχαν επισυναφθεί διάφορα έγγραφα), ότι είχε ζητηθεί από τον αιτητή να προσκομίσει τραπεζικές εγγυήσεις για τον ίδιο και την οικογένεια του, αλλά αυτός είχε δηλώσει ότι αδυνατούσε να πράξει κάτι τέτοιο λόγω του μεγάλου χρηματικού ποσού που θα κατακρατείτο. Ζητήθηκε επίσης, όπως αναφέρεται, να παρουσιάσει, «τουλάχιστον», εισιτήρια επαναπατρισμού τους, αλλά αρνήθηκε δηλώνοντας αρχικά ότι δεν θα αναχωρούσε από την Κύπρο. Προστέθηκε και η εξής φράση από τον λειτουργό σε παρένθεση: «Εξ άλλου το ένα παιδί γεννήθηκε Κύπρο και το άλλο πηγαίνει σχολείο! Προς τι η αναχώρηση τους, διερωτήθηκαν.». Όπως προαναφέρθηκε, η αρνητική απάντηση των καθ΄ ων αποστάληκε στις 7.12.05, αναφέροντας ότι το αίτημα δεν μπορούσε να εξεταστεί «.. επειδή παρήλθε η ημερομηνία της παράτασης που σας έχει χορηγηθεί από 30/06/2005», εννοώντας προφανώς την παράταση που είχε δοθεί μέχρι τις 30.6.05, σύμφωνα με την επιστολή των καθ΄ ων ημερ. 15.4.
  9. Προκύπτουν αμέσως ορισμένα θεμελιακά ερωτήματα που σχετίζονται με την αναγκαιότητα να ζητηθούν από τους αιτητές να παρουσιάσουν τα οικονομικά τους στοιχεία ως προς τα μέσα διαβίωσης τους στη Δημοκρατία, εφόσον ταυτόχρονα τους ζητήθηκε να παρουσιάσουν και εισιτήρια επαναπατρισμού. Αυτά όλα στα πλαίσια μιας εξέτασης που είχε στόχο, κατά τους καθ΄ ων, την κατά ανώτατο όριο παραμονή των αιτητών στη Δημοκρατία μέχρι τις 30.6.
  10. Υπενθυμίζεται ότι η τελευταία παράταση που δόθηκε σε αυτούς ήταν μέχρι τις 30.6.05 θεωρήθηκε δε ως «τελική» και, ακριβώς αυτή ήταν και η αιτιολογία της μη εξέτασης, εφόσον, όπως λέχθηκε, είχε παρέλθει η ημερομηνία της παράτασης που είχε χορηγηθεί μέχρι την προαναφερόμενη ημερομηνία. Εμφανίζεται αμέσως το εξής πρόβλημα. Εφόσον η δικαιολογία για τη μη εξέταση ήταν η πάροδος της ημερομηνίας της 30.6.05, το δε θέμα ήταν τόσο απλό, τότε προς τι η καθυστέρηση των καθ΄ ων να απαντήσουν, καθυστέρηση που διήρκεσε πέραν των έξι μηνών. Πρόσθετα, εφόσον η διοίκηση δεν θα εξέταζε στην ουσία της ευνοϊκά το αίτημα, ποιος ο λόγος που αναζητήθηκε από τους αιτητές η προσκόμιση τραπεζικών εγγυήσεων για όλη την οικογένεια, αλλά και εισιτήρια επαναπατρισμού. Εφόσον οι καθ΄ ων οι ίδιοι ζήτησαν με την επιστολή τους 15.4.05 τη διευθέτηση της παραμονής των αιτητών (χωρίς όμως να τους λεχθεί ότι ήταν απλώς για να καλυφθεί η περίοδος μέχρι 30.6.05), έπρεπε να εξετάσουν με τη δέουσα προσοχή την αίτηση που έγκαιρα είχε υποβληθεί από τις 26.5.05 προς αυτό το σκοπό. Δεν υπήρχε καν λόγος να ζητηθεί η διευθέτηση της παραμονής για δυόμισυ μόνο μήνες αν οι καθ΄ ων εκ προοιμίου δεν είχαν σκοπό να δώσουν οποιαδήποτε παράταση πέραν της 30.6.
  11. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να χορηγούσαν την παράταση (που ούτως ή άλλως εξυπακουόταν από το περιεχόμενο της επιστολής τους ημερ. 15.4.05) χωρίς να υφίστατο ανάγκη για υποβολή αίτησης. Όπως παρουσιάζεται από το διοικητικό φάκελο Τεκμ. «1» και ιδιαίτερα από τα εσωτερικά σημειώματα 38, 39 και 40, η επιστολή ημερ. 15.4.05 αποστάληκε στις 19.4.05 από το Αρχηγείο Αστυνομίας προς το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών στη Λεμεσό, όπου και παραλήφθηκε στις 21.4.
  12. Στις 26.5.05 κλήθηκε ο αιτητής 1 να διευθετήσει την άδεια παραμονής του, καταθέτοντας την αίτηση στο σχετικό έντυπο με τα δικαιολογητικά. Η αίτηση επιστράφηκε στο Κεντρικό Γραφείο Αλλοδαπών στη Λευκωσία στις 2.6.
  13. Φανερώνεται έτσι ότι οι αιτητές ενημερώθηκαν σχετικά μόλις ένα μήνα και τέσσερεις μέρες πριν τη λήξη της άδειας τους. Ήταν συνεπώς πολύ εύκολο να δοθεί αμέσως αρνητική απάντηση με το δικαιολογητικό ότι η δοθείσα άδεια μέχρι τις 30.6.05 θεωρείτο τελική και δεν θα υπόκειτο σε καμιά περίπτωση σε ανανέωση, παρά να ακολουθηθεί όλη αυτή η δεδαλώδης διαδικασία για να τύχουν οι αιτητές αρνητικής απάντησης έξι και πλέον μήνες μετά. Απάντησης που δεν είχε ως υπόβαθρο οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο εξέτασης της αίτησης, αλλά απλώς ότι παρήλθε η ημερομηνία της 30.6.
  14. Από αυτό ακριβώς το λόγο απάντησης προκύπτει ότι δεν έτυχε ουσιαστικής εξέτασης η αίτηση. Υπάρχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανεπαρκής αιτιολογία αλλά και πλάνη περί τα πράγματα εφόσον φανερώνεται ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόθεση από τους καθ΄ ων να εξετάσουν ευνοϊκά την αίτηση των αιτητών. Παραβιάστηκε και η αρχή της καλής πίστης εφόσον δεν υπήρχε λόγος να ζητηθούν τραπεζικές εγγυήσεις από άτομα τα οποία θα έπρεπε να έφευγαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, τη στιγμή ιδιαίτερα που εκ των πραγμάτων οι οικονομικοί πόροι της οικογένειας ήταν λιγοστοί. Δεν είναι νοητό για τη διοίκηση να καταγράφει ως αιτιολογία με τον απλουστευμένο αυτό τρόπο ότι η αίτηση δεν μπορούσε να εξεταστεί επειδή είχε παρέλθει η ημερομηνία που είχε δοθεί και αυτή η αιτιολογία να δίνεται έξι μήνες μετά την πάροδο της ημερομηνίας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Golden Trans Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, υπόθ. αρ. 537/2002, ημερ. 25.9.03, η αρχή της χρηστής διοίκησης έχει κατ΄ επανάληψη αναγνωριστεί από τη νομολογία και επιβάλλει την αμερόληπτη κρίση της διοίκησης. Η αρχή της καλής πίστης, περαιτέρω, σύμφωνα και με το σύγγραμμα του Δαγτόγλου: Γενικό Διοικητικό Δίκαιο 3η έκδ. παρ. 387-388 επιβάλλει στη διοίκηση να μη δημιουργεί καταστάσεις πλάνης, απάτης ή απειλής ενώ σημασία έχει και η παράλληλη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη. Η αρχή της καλής πίστης παραβιάζεται από τη διοίκηση όταν αυτή ενεργεί κατά τρόπο αντίθετο με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Παρόμοια η αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς της διοίκησης είναι αναγνωρισμένη και δεν επιτρέπεται να υπάρχει αντιφατική συμπεριφορά της διοίκησης απέναντι σε αυτή τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη. Με τα δεδομένα που έχουν καταγραφεί πιο πάνω δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το αβίαστο συμπέρασμα ότι οι καθ΄ ων ενήργησαν αντιφατικά εφόσον από τη μια ζητούσαν να υποβληθεί αίτηση για παράταση της παραμονής των αιτητών, ζητώντας μάλιστα και τραπεζικές εγγυήσεις, τις οποίες όμως δεν έλαβαν καθόλου υπόψη εφόσον η αιτιολογία που δόθηκε για την απόρριψη του αιτήματος δεν είχε αναφορά στην αδυναμία παρουσίασης των τραπεζικών εγγυήσεων ή γενικά της οικονομικής φερεγγυότητας των αιτητών, αλλά απλώς και μόνο ότι είχε παρέλθει η 30.6.
  15. Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια υπάρχει και ελλιπής αιτιολογία εφόσον η άρνηση των καθ΄ ων συναρτάτο μόνο ως προς την ημερομηνία της 30.6.05, στοιχείο το οποίο ήταν ήδη δεδομένο εκ των προτέρων και όχι ως προς οποιαδήποτε άλλα δεδομένα τα οποία εμπεριέχονταν στην υπό ημερομηνία 26.5.05 αίτηση των αιτητών και τα οποία σαφώς αναγράφονταν εκεί. Στοιχεία όπως η ύπαρξη των δύο παιδιών ένα εκ των οποίων γεννήθηκε στην Κύπρο και το άλλο πηγαίνει σχολείο, αντιμετωπίσθηκαν κατά τον τρόπο που καταγράφηκε στη σελ. 5 ανωτέρω. Δεν πρόκειται εδώ για περίπτωση, όπως εισηγήθηκαν οι καθ΄ ων μέσω της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου τους, άσκησης εξουσίας από τη διοίκηση η οποία εκ του νόμου είχε την εξουσία να ρυθμίσει στα πλαίσια της διακριτικής της ευχέρειας το θέμα, προβαίνοντας έτσι σε διαφορετική ρύθμιση της προηγούμενης κατάστασης. Έστω και αν ο νόμος παρέχει στην αρμόδια αρχή την κρατική εξουσία να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της, εν τούτοις δεν δόθηκε εκείνη η αιτιολογία που θα μπορούσε να αποτελέσει έρεισμα για καλή πίστη και αμεροληψία από τη διοίκηση. Η δέσμευση των καθ΄ ων ήταν να εξετάσουν, έστω ως θέμα διακριτικής ευχέρειας, την αίτηση για διευθέτηση της παραμονής στη Δημοκρατία, αίτηση την οποία οι ίδιοι ζήτησαν. Όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να γίνει η δέουσα έρευνα και με δικαιολογία ότι απλώς και μόνο παρήλθε ο χρόνος, η αίτηση απερρίφθη με έρεισμα στοιχείο το οποίο προϋπήρχε, δηλαδή, αυτό της ημερομηνίας 30.6.05, και αυτό προβλήθηκε ως αιτιολογία σε ένα πολύ μεταγενέστερο της αίτησης στάδιο. Ενόψει των πιο πάνω δεν είναι αναγκαία η εξέταση των άλλων λόγων που προέβαλαν οι αιτητές και ιδιαίτερα των λόγων που σχετίζονται με την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Κατά συνέπεια η προσφυγή επιτυγχάνει με €1.200 έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με βάση το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Στ. Ναθαναήλ, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.