ΑΝΔΡΕΑΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 426/2006, 14 Μαρτίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 426/2006) 14 Μαρτίου 2008 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Αιτητής, - ΚΑΙ - ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Γ. Κολοκασίδης, γι΄ αυτόν Ε. Χαραλάμπους (κα), για τον Αιτητή. Α. Ευαγγέλου, γι΄ αυτόν Θ. Ραφτοπούλου (κα), για τους Καθ΄ ων η αίτηση. Καμιά εμφάνιση για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Τον καλλιτεχνικό διαγωνισμό όπως προκηρύχθηκε από τους καθ΄ ων για τη φιλοτέχνηση τριών θεματικών σχεδίων που θα αποτελούσαν τις όψεις των διαφόρων ευρωκερμάτων στην Κύπρο, κέρδισαν τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία είχαν από κοινού υποβάλει τη δική τους πρόταση. Ο αιτητής απεκλείσθη από τα αρχικά στάδια του διαγωνισμού κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί κατωτέρω. Επιδιώκει κατά συνέπεια την ακύρωση της απόφασης επιλογής της πρότασης των ενδιαφερομένων μερών. Σε συντομία, οι καθ΄ ων προκήρυξαν το διαγωνισμό με σχετική ανακοίνωση τους ημερ. 25.7.05 η οποία δημοσιεύθηκε και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 29.7.05, καθορίζοντας τρεις θεματικές ενότητες που οι ίδιοι είχαν επιλέξει με σκοπό την προβολή του ιδιαίτερου χαρακτήρα της Κύπρου με αναφορά στον πολιτισμό της («ειδώλιο από τον Πωμό»), τη φύση (το «αγρινό»), και τη θάλασσα («το καράβι της Κερύνειας»). Η κάθε συμμετοχή σύμφωνα με τους όρους προκήρυξης υποβαλλόταν σε φάκελο που περιείχε δύο άλλους φακέλους, ο ένας εκ των οποίων θα έπρεπε να τιτλοφορείται «Πρόταση Σχεδίων» και ο άλλος θα έπρεπε να αναγράφει τη φράση «Στοιχεία Καλλιτέχνη». Ο δεύτερος αυτός φάκελος με τα στοιχεία του καλλιτέχνη θα ανοιγόταν μετά την απόφαση των καθ΄ ων ως προς την επιλογή των σχεδίων. Στις 14.10.05 μετά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των προτάσεων, οι καθ΄ ων καταμέτρησαν 46 συμμετοχές οι οποίες και αριθμήθηκαν. Το θέμα της μελέτης των προτάσεων παραπέμφθηκε σε Συμβουλευτική Επιτροπή για τα σχέδια τραπεζογραμματίων και κερμάτων (εφεξής «η Επιτροπή»), η οποία σε πρώτο στάδιο απέρριψε 17 προτάσεις διότι κρίθηκαν ότι δεν ήταν του αναμενόμενου επιπέδου, σε δε δεύτερο στάδιο η Επιτροπή κατέληξε σε προεπιλογή 10 προτάσεων που προωθήθηκαν σε επόμενη συνεδρία για επισταμένη μελέτη. Κατά την επανεξέταση αποκλείστηκαν έξι από τις προτάσεις και παρέμειναν μόνο οι προτάσεις με αρ. 1, 20, 29 και
- Στο τελικό στάδιο αξιολόγησης και των προτάσεων αυτών προκρίθηκαν μόνο οι προτάσεις με αρ. 20 και
- Η μυστική ψηφοφορία που έγινε ανάμεσα στα 7 παρόντα μέλη της Επιτροπής που είχαν δικαίωμα ψήφου δεν έφερε αποτέλεσμα εφόσον τα δύο σχέδια ισοψήφισαν με 3 ψήφους έκαστο, ενώ υπήρξε και μια λευκή. Το αποτέλεσμα ήταν η παραπομπή των προτάσεων στο Διοικητή και το Διοικητικό Συμβούλιο των καθ΄ ων για τελική απόφαση. Στις 2.12.05 σε σχετική συνεδρία λήφθηκε ομόφωνη απόφαση για την επιλογή της σειράς σχεδίων με αρ.
- Μετά την τελική αυτή κατάληξη ο φάκελος ανοίχθηκε για να διαπιστωθεί ότι τα σχέδια ανήκαν στην κοινή πρόταση των ενδιαφερομένων μερών. Η πρόταση του αιτητή είχε λάβει τον αρ. 42 και είχε επομένως αποκλεισθεί πριν την προεπιλογή των 10 καλύτερων σχεδίων. Εν τέλει οι καθ΄ ων πληροφόρησαν τον αιτητή για το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στις 16.12.
- Ο αιτητής με τη γραπτή του αγόρευση προβάλλει ουσιαστικά τέσσερεις λόγους για τους οποίους επιζητεί την ακύρωση της επίδικης πράξης. Αφορούν στην έλλειψη αιτιολογίας και δέουσας έρευνας, σε κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας με αντιφατικές και κακόπιστες ενέργειες, αναρμοδιότητα της Επιτροπής και, τέλος, παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οι καθ΄ ων αντέταξαν ότι η επίδικη πράξη λήφθηκε με νόμιμο τρόπο εντός της διακριτικής ευχέρειας τους κατόπιν δέουσας έρευνας και αιτιολογίας από αρμόδιο όργανο και χωρίς οποιαδήποτε αντιφατική ή κακόπιστη συμπεριφορά. Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο, αναδρομή στη σχετική απόφαση των καθ΄ ων, όπως περιέχεται στο Παράρτημα Ζ στην ένσταση, που είναι απόσπασμα από τα πρακτικά που τηρήθηκαν, καταδεικνύει ότι η σχετική απόφαση πάσχει από έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολογίας. Καταγράφεται απλώς η ενημέρωση που έγινε από τον Διοικητή προς τα μέλη των καθ΄ ων ως προς την παραπομπή στην Επιτροπή για συμβουλή στο ζήτημα της επιλογής των εθνικών όψεων των ευρωκερμάτων, ότι υποβλήθηκαν 46 συμμετοχές εκ των οποίων οι δύο επικρατέστερες προωθήθηκαν στους καθ΄ ων για τελική απόφαση, οι οποίοι και «... αποφάσισαν όπως υιοθετηθεί η σειρά των Σχεδίων με αριθμό 37». Φανερώνεται επομένως ότι οι καθ΄ ων δεν κατέγραψαν πουθενά οποιαδήποτε δική τους κρίση ως προς την επιλογή των σχεδίων των ενδιαφερομένων μερών. Ούτε εξηγείται γιατί απεκλείσθη ο άλλος συμμετέχων. Γενικά δεν καταγράφηκε καμιά απολύτως αιτιολογία. Όπως είναι θεμελιωμένο, οι αποφάσεις διοικητικών οργάνων πρέπει να παρέχουν πλήρη, επαρκή και σαφή αιτιολογία η οποία να συναρτάται με την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν στη συγκεκριμένη απόφαση, αλλά και τα κριτήρια με βάση τα οποία ασκήθηκε η διακριτική ευχέρεια. Η νομιμότητα της διοικητικής πράξης συνδέεται άμεσα με την αιτιολογία αυτής, εφόσον μόνο με την καταγραφή της αιτιολογίας μπορεί να γίνει ο αναγκαίος δικαστικός έλεγχος. Δεν αποτελεί σαφώς έργο του Δικαστηρίου να αξιολογήσει ή να υποκαταστήσει την κρίση του διοικητικού οργάνου. Η μόρφωση πρωτογενούς γνώμης ανήκει στο διοικητικό όργανο και όχι στο Δικαστήριο (Πιπερίδης ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 134). Πράξη η οποία καθιστά με τη γενικόλογη ή αόριστη διατύπωση της ανέφικτο το δικαστικό έλεγχο, δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη (Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298 και Δαγτόγλου: Γενικό Διοικητικό Δίκαιο α΄ (έκδ. 1977), σελ. 166). Το αναιτιολόγητο της απόφασης επεκτείνεται και στο περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 16.12.05 (Παράρτημα Η στην ένσταση), με την οποία ο αιτητής ενημερώθηκε ότι είχε επιλεγεί η πρόταση των ενδιαφερομένων μερών. Από αυτή την επιστολή μόνο έμμεσα προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο ίδιος δεν είχε επιλεγεί, χωρίς μάλιστα να προσφέρεται οποιαδήποτε αιτιολογία ως προς το λόγο της επιλογής που έγινε από τους καθ΄ ων. Παρόλο που στην ένσταση και στη γραπτή αγόρευση των καθ΄ ων, δεν υπάρχει συγκεκριμένη εισήγηση ότι η αιτιολογία μπορεί να ανευρεθεί από τα στοιχεία του φακέλου, ιδιαίτερα ως προερχόμενα από τα όσα η Επιτροπή αποφάσισε, εν τούτοις αναδρομή και πάλι στο διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμ. «Γ», φανερώνει ότι η Επιτροπή δεν καταγράφει οποιουσδήποτε λόγους για τους οποίους προτίμησε ορισμένες από τις υποψηφιότητες και όχι άλλες, ούτε ως προς την πρώτη επιλογή που έγινε στη συνεδρία της ημερ. 18.10.05, αλλά ούτε και ως προς την κατάληξη της προεπιλογής των 10 επικρατέστερων υποψηφιοτήτων στη επόμενη συνεδρία της ημερ. 2.11.
- Εν τέλει δεν κατέγραψε οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογία και στην τελευταία συνεδρία της ημερ. 23.11.05, κατά την οποία επελέγησαν οι τελικές δύο υποψηφιότητες. Πιο συγκεκριμένα, στην αρχική συνεδρία της η Επιτροπή αφού καταμέτρησε, αρίθμησε και άνοιξε τις 46 συμμετοχές περιορίστηκε να καταγράψει για 17 από αυτές (τις οποίες και απέκλεισε), ότι «τα Σχέδια δεν ήταν του απαιτούμενου επιπέδου και συνεπώς δεν κρίθηκε σκόπιμη η περαιτέρω εξέταση τους». Σε αυτές τις αποκλεισθείσες προτάσεις ήταν και αυτή του αιτητή με τον αρ.
- Κανένα κριτήριο δεν φαίνεται να καθορίστηκε από την Επιτροπή για την εξέταση των προτάσεων και έτι περαιτέρω καμία εξήγηση δεν δόθηκε για τον αποκλεισμό των 17 αυτών προτάσεων και στη συνέχεια των υπολοίπων, μέχρι την τελική της κρίση ότι δύο μόνο προτάσεις, οι υπ΄ αριθμό 20 και 37, θα έπρεπε να προωθηθούν προς τους καθ΄ ων. Τα όσα καταγράφηκαν στις παρ. 2.2 και 3.1 της γραπτής αγόρευσης των καθ΄ ων, αλλά και τα όσα η κα Ραφτοπούλου ανέπτυξε προφορικά κατά τις διευκρινίσεις, με υπόδειξη των προταθέντων σχεδίων του αιτητή, Τεκμ. «Α», όχι μόνο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αλλά και απαραδέκτως προτάθηκαν. Αποτελούν εκ των υστέρων αιτιάσεις για να δικαιολογηθεί η κενή κρίση τόσο της Επιτροπής, όσο και των καθ΄ ων. Δεν εμπεριέχονται και δεν απορρέουν από το διοικητικό φάκελο και ουδέποτε καταγράφηκαν ως αιτιολογία για την απόρριψη των σχεδίων του αιτητή. Έτσι, η συνεξέταση της καταλληλότητας των σχεδίων για αποτύπωση σε κέρματα, η αισθητική παρουσίαση, και η εμφάνιση που απετέλεσαν, δήθεν, τα κριτήρια της Επιτροπής, αλλά και η δικαιολογία ότι ο αμφορέας προβαλλόταν περισσότερο έμπροσθεν του καραβιού της Κερύνειας και η υπερβολική προβολή των κεράτων του αγρινού, έπρεπε να είχαν καταγραφεί, αν έτσι είχαν τα πράγματα, ως αιτιολογία για την απόρριψη της πρότασης του αιτητή. Δεν είναι η αισθητική αντίληψη και κριτήριο του κάθε μέλους της Επιτροπής που τίθεται εδώ υπό εξέταση. Είναι η καταγραφή των λόγων που οδήγησαν στην κατάληξη της μη αποδοχής της πρότασης του αιτητή, ως απόρροια της αισθητικής κριτικής, που είναι το ζητούμενο. Αυτή ακριβώς η καταγραφή ελλείπει. Περαιτέρω, ορθά ο αιτητής επισημαίνει στην απαντητική του αγόρευση, ότι αν ο ρόλος της Επιτροπής ήταν όντως καθαρά συμβουλευτικός και χρειάζονταν οι καθ΄ ων την εμπειρογνωμοσύνη των μελών της σε εξειδικευμένα θέματα όπως τα επίδικα, ώστε να επιλεγούν τα καταλληλότερα σχέδια, ο ρόλος της θα έπρεπε να περιοριστεί στην αξιολόγηση μιας εκάστης των 46 προτάσεων που υποβλήθηκαν, την τεκμηριωμένη κατάταξη τους κατά σειρά αξιολόγησης και την εν τέλει υποβολή του συνόλου των προτάσεων στους καθ΄ ων για να λάβουν την τελική απόφαση. Με τον τρόπο που ενήργησε η Επιτροπή στην ουσία απέκλεισε (και αυτό άνευ αιτιολογίας), τις 44 από τις 46 προτάσεις, χωρίς ποτέ να δώσει την ευκαιρία στους καθ΄ ων να έχουν ενώπιον τους το σύνολο των προτάσεων ώστε να μορφώσουν δική τους γνώμη. Να λεχθεί επίσης συναφώς, που αποτελεί και άλλο λόγο ακύρωσης, ότι πουθενά στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο αρ. 138(Ι)/02, δεν υπάρχει εξουσία στον Διοικητή των καθ΄ ων ή το Συμβούλιο αυτών να διορίζει Επιτροπές για τέτοια θέματα. Η εξουσία της έκδοσης τραπεζογραμματίων και κερμάτων ανήκει κατά αποκλειστικότητα στην Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του άρθρου 29, οι επιγραφές δε και τα λοιπά χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτών καθορίζονται από την Τράπεζα, δυνάμει του άρθρου 30
(1), κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου, τα όργανα της Τράπεζας είναι η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής, το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής. Οι καθ΄ ων διατείνονται ότι η Επιτροπή συστάθηκε με απόφαση του Διοικητή για να γίνεται ορθή αξιολόγηση των σχεδίων από πρόσωπα με γνώσεις και εμπειρίες του αντικειμένου. Η ίδρυση και οι όροι λειτουργίας της Επιτροπής περιέχονται σε σχετικό έντυπο που περιέχεται στο Τεκμ. «Γ», χωρίς όμως να αναφέρεται με βάση ποια νομοθετική πρόνοια οι καθ΄ ων ή ο Διοικητής τους, αποφάσισαν τη σύσταση. Βεβαίως, όπως αναφέρεται σε σχετική νομολογία που παραθέτουν και οι καθ΄ ων στην αγόρευση τους, αποτελεί βασική αρχή του διοικητικού δικαίου ότι όπου ο νόμος παρέχει σε διοικητικό όργανο συγκεκριμένη αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται από το όργανο, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η συγκρότηση από το όργανο αυτό άλλου συλλογικού συμβουλευτικού σώματος προς κατατόπιση και γνωμοδότηση σε θέματα αρμοδιότητας του αντιβαίνει οποιαδήποτε αρχή (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 246, 253 και Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 193). Ακόμη όμως και όπου θεωρείται χρήσιμη η εκ μέρους του αρμοδίου διοικητικού οργάνου σύσταση επιτροπής συμβουλευτικού χαρακτήρα, η τελική αρμοδιότητα και η ουσιαστική απόφαση πρέπει να παραμένει στο έχον από το νόμο την ουσιαστική αρμοδιότητα διοικητικό όργανο. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας ν. Mobil Oil (Cyprus) Ltd
(1996)3 Α.Α.Δ. 294, 298, αποτελεί πραγματικό θέμα πότε η εξουσία ασκείται από το ίδιο το διοικητικό όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα και πότε αυτή η αρμοδιότητα απεμπολείται εν όλω ή εν μέρει. Εδώ, είναι φανερό ότι από τους καθ΄ ων αφαιρέθηκε από την Επιτροπή όχι μόνο το υπόβαθρο της διαμόρφωσης της δικής τους κρίσης, εφόσον όπως απορρέει από το διοικητικό φάκελο απεστάλησαν από αυτήν χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία μόνο οι δύο τελικές προτάσεις, αλλά αφαιρέθηκε και η δυνατότητα γνώσης του συνόλου των υποψηφιοτήτων και των επιμέρους προτάσεων για κάθε μια από αυτές. Συνάγεται ότι και αν ακόμη η σύσταση της Επιτροπής ήταν καθόλα επιτρεπτή, αυτή στην ουσία υποκατέστησε το έργο των ίδιων των καθ΄ ων ιδιαίτερα έχοντας υπόψη το λεκτικό που χρησιμοποίησαν οι καθ΄ ων στα πρακτικά της απόφασης τους που δεν περιείχε, όπως λέχθηκε, ούτε αιτιολογία, ούτε κάποια ιδιαίτερη εξήγηση. Αλλά και οι άλλοι λόγοι που προβάλλει ο αιτητής ευσταθούν. Παραπονείται ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε ή ερμήνευσε κατά τρόπο λανθασμένο τον όρο 3 της προκήρυξης του διαγωνισμού όπως αποτυπώθηκε στη σχετική ανακοίνωση των καθ΄ ων, ο οποίος όρος έχει ως εξής: «3. Κάθε καλλιτέχνης αναμένεται να υποβάλει προτάσεις σχεδίων και για τα τρία θέματα. Η επιλογή θα αφορά το σύνολο των τριών θεματικών σχεδίων και όχι το κάθε ένα ξεχωριστά. Σημειώνεται ότι, αν η υποβληθεισόμενη πρόταση δεν καλύπτει και τα τρία σχέδια, η συμμετοχή θα ακυρώνεται. Κάθε καλλιτέχνης μπορεί να υποβάλει περισσότερες από μια προτάσεις.» Εκείνο το οποίο φαίνεται να έγινε ήταν ότι από τα ενδιαφερόμενα μέρη και άλλους υποβλήθηκαν μέσα σε μια πρόταση πολλά εναλλακτικά σχέδια και για τις τρεις θεματικές ενότητες (3, 4 ή 5 προτάσεις - ένας δε καλλιτέχνης υπέβαλε 16 προτάσεις), ενώ ο αιτητής, και άλλοι, αντιλαμβανόμενος διαφορετικά τον πιο πάνω όρο, υπέβαλε μια πρόταση με ένα σχέδιο για το κάθε θέμα. Παραπονείται λοιπόν ο αιτητής ότι εφόσον τα ενδιαφερόμενα μέρη υπέβαλαν στον ίδιο φάκελο - πρόταση - περισσότερα από ένα σχέδιο για κάθε θέμα, είχαν στατιστικά περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουν από άτομα όπως τον αιτητή η πρόταση του οποίου περιείχε μόνο μια σειρά σχεδίων. Βεβαίως το λεκτικό του όρου 3 επιτρέπει στον κάθε καλλιτέχνη να υποβάλει περισσότερες από μια προτάσεις. Ήταν επιτρεπτό επομένως και για τον αιτητή, αν ήθελε, να υποβάλει περισσότερες της μίας προτάσεις. Είναι όμως ασαφές από το λεκτικό κατά πόσο ένας καλλιτέχνης μπορούσε να υποβάλει περισσότερες από μια προτάσεις σε ξεχωριστούς φακέλους, η κάθε μια των οποίων να περιείχε τρία σχέδια, ένα για το κάθε θέμα, ώστε να επιλέγονταν μαζί, ή, αν θα έπρεπε στον ίδιο φάκελο δηλαδή σε μια και μόνο συμμετοχή, να υπέβαλλε περισσότερα του ενός σχεδίου για κάθε θέμα. Το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στον όρο 3, δεν είναι τόσο σαφές όπως διατείνονται στην αγόρευση τους οι καθ΄ ων, ούτε και αναμενόταν εύλογα η αναζήτηση διευκρινίσεων σύμφωνα με τον όρο 10 της προκήρυξης σε σχέση με την ερμηνεία του όρου, εφόσον η καταληκτική πρόταση του όρου 3 έδωσε τη δυνατότητα να υποβληθούν περισσότερες από μια προτάσεις. Προτάσεις οι οποίες όμως κατά μια εύλογα επιτρεπτή αντίληψη θα αφορούσαν τρία σχέδια κάθε φορά ως ομάδα. Από τα πιο πάνω απορρέει ότι υπήρξε πιθανώς μια ανισότητα στη μεταχείριση των καλλιτεχνών, εφόσον η Επιτροπή φαίνεται να επέλεξε μεταξύ των διαφόρων προτάσεων, ανεξαρτήτως ομάδας, εκείνη την οποία θεώρησε καλύτερη. Αλλά και για τον όρο 6, η ερμηνεία του «πρωτότυπου» σχεδίου, χωρίς να αποτελεί «παραλλαγή οποιουδήποτε άλλου σχεδίου», δεν επιτρέπεται και πάλι η εξήγηση που εκ των υστέρων παρουσιάζεται μέσα από τη γραπτή αγόρευση των καθ΄ ων, ότι αυτή έχει την έννοια που καθορίζεται από τον περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο Αρ. 59/76, όπως τροποποιήθηκε. Ακριβώς είναι αυτοί οι καθορισμοί των εννοιών που έπρεπε εκ των προτέρων να είχαν αναφερθεί στους όρους και τα κριτήρια του διαγωνισμού. Τόσο η αρχή της χρηστής διοίκησης από την άποψη της σαφήνειας που απαιτείται σε όρους διαγωνισμών, όσο και η αρχή της καλής πίστης και της ίσης μεταχείρισης φαίνεται να μην ακολουθήθηκαν στην προκείμενη περίπτωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή επιτυγχάνει με €1.200 έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ ων. Η επίδικη απόφαση των καθ΄ ων ακυρώνεται βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Στ. Ναθαναήλ, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο