ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 594/2007, 14 Μαρτίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 594/2007) 14 Μαρτίου 2008 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑ, Αιτητής, - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Σ. Νικολάου (κα) για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη, για τον Αιτητή. Α. Χριστοφόρου, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Οι καθ΄ ων με επιστολή τους ημερ. 8.3.07 θεώρησαν τον αιτητή ως αυτοτελώς εργαζόμενο με υποχρέωση να καταβάλει εισφορές για την περίοδο από 28.3.96-30.8.06, κατόπιν διερεύνησης παραπόνου του ότι η εταιρεία Σ.Ν. Βουνιώτης & Υιοί Λτδ στην οποία κατ΄ ισχυρισμό εργαζόταν ως μισθωτός, παρέλειψε να του καταβάλει τις αντίστοιχες κοινωνικές ασφαλίσεις. Προσβάλλεται η απόφαση για σειρά λόγων όπως αναπτύσσονται και στη γραπτή αγόρευση του αιτητή με ιδιαίτερη έμφαση στην παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και της έλλειψης δέουσας έρευνας με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη πράξη να είναι μεροληπτική και αναιτιολόγητη. Οι καθ΄ ων μετά την υποβολή και καταγραφή του παραπόνου από τον αιτητή (ερυθρό 51 στο διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμ. «Α»), προέβηκαν στη λήψη διαφόρων καταθέσεων τόσο από τον ίδιο όσο και από διευθυντικά στελέχη της εταιρείας. Συγκεκριμένα, λήφθηκε κατάθεση από τον ίδιο τον αιτητή στις 8.9.06 (ερυθρό 49-50) κατά την οποία παρουσιάστηκαν και ορισμένα έγγραφα (ερυθρά 42-48), από τον Ανδρέα Βουνιώτη στις 18.9.06 (ερυθρά 40-41) συνοδευόμενη και πάλι από διάφορα έγγραφα (ερυθρά 1-39), ενώ στις 3.10.06 σε επίσκεψη στις αποθήκες και ψυκτικούς θαλάμους της εταιρείας δόθηκαν προφορικά στοιχεία από την Αλίκη Βουνιώτη γραμματέα και μέτοχο, η οποία δεν ήθελε να δώσει γραπτή κατάθεση λόγω συγγένειας και με τον Ανδρέα Βουνιώτη αλλά και με τον αιτητή. Υπήρξαν μεταγενέστερα και τηλεφωνικές επικοινωνίες και συλλογή εγγράφων. Εν τέλει η Άννα Ηλία, Επιθεωρήτρια Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προέβηκε σε καταγραφή και αξιολόγηση των συλλεγέντων στοιχείων εισηγούμενη σε σχετική επιστολή της ημερ. 16.10.06 προς τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, την αναδρομική εγγραφή του αιτητή ως αυτοτελώς εργαζομένου από τον Οκτώβρη του 2003, λόγω του ότι με βάση τα στοιχεία έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν μισθωτός της εταιρείας. Στη συνέχεια λήφθηκε από το Διευθυντή η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή με την προαναφερθείσα επιστολή. Οι αιτιάσεις του αιτητή για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης είναι εν πολλοίς ασαφείς και αόριστες. Στις σελ. 1-3 της γραπτής αγόρευσης καταγράφονται απλώς ισχυρισμοί για ανεπάρκεια έρευνας, εσφαλμένη αξιολόγηση, δυσμενή διάκριση, λανθασμένη και πάσχουσα προπαρασκευαστική πράξη και ενέργειες με βάση ανεπαρκή και αυθαίρετα δεδομένα. Οι καθαυτό λεπτομέρειες ακολουθούν στις επόμενες σελίδες όπου καταγράφεται ο ισχυρισμός ότι η έρευνα ήταν ελλιπής και μεροληπτική διότι οι καθ΄ ων δέχθηκαν τα επιχειρήματα των Ανδρέα και Αλίκης Βουνιώτη, απορρίπτοντας τους προς το αντίθετο ισχυρισμούς του αιτητή που συνοδεύονταν από αποδεικτικά στοιχεία. Σε αυτά τα πλαίσια όφειλαν οι καθ΄ ων κατά την εισήγηση, να είχαν ερευνήσει και την εργασιακή κατάσταση του αιτητή για την περίοδο 28.3.96-30.8.98, εφόσον αυτός ισχυρίστηκε στην κατάθεση του ότι άρχισε την εργασία του στην εταιρεία από τις 28.3.96. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει ούτε αποφασίζει πρωτογενώς γεγονότα ούτε υποκαθιστά την κρίση της διοίκησης, αλλά διερευνά κατά πόσο η διοίκηση βασίστηκε σε ορθά δεδομένα χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη περί τα πράγματα ή το νόμο ή υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας (Δαγτόγλου: Γενικό Διοικητικό Δίκαιο α΄ σελ. 101). Από το διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η έρευνα που έγινε ήταν πλήρης, εφόσον οι καθ΄ ων, μέσω της αρμόδιας λειτουργού τους, προχώρησαν να λάβουν γραπτή κατάθεση και από τον αιτητή και από το διευθυντή Ανδρέα Βουνιώτη, αλλά και πρόσθετα στοιχεία από τη γραμματέα της εταιρείας. Από την επιστολή της Επιθεωρήτριας προς το Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρουσιάζεται ότι πέραν των καταθέσεων έγινε και επίσκεψη στο χώρο εργασίας, αλλά και σε τηλεφωνικές επικοινωνίες τόσο με τον αιτητή όσο και με τον Α. Βουνιώτη, ζητήθηκαν από έκαστον και παρουσιάστηκαν στοιχεία. Ο αιτητής είχε τη θέση ότι προσελήφθηκε στην εταιρεία στις 28.3.96 ως γενικός υπεύθυνος για την εξυπηρέτηση πελατών, τη διόρθωση ψυκτικών θαλάμων, την επίβλεψη του προσωπικού και γενικά την όλη οργάνωση της βιομηχανίας. Εργοδοτήθηκε, κατά τη θέση του, με μισθό £600 το μήνα ο οποίος από τον Ιανουάριο του 1999 αυξήθηκε σε £800 και από τον Ιανουάριο του 2000 σε £1.200 το μήνα. Πληρωνόταν την άδεια του καθώς και 13ο μισθό, ο μισθός του δε καταβαλόταν είτε με επιταγές της εταιρείας ή πελατών της ή με μετρητά. Δεν έπαιρνε, όπως ο ίδιος δέχεται, εντολές από οποιονδήποτε, εργαζόταν συνεχές ωράριο από τις 7.30 π.μ. μέχρι 7.00 μ.μ., έξι μέρες την εβδομάδα, ενώ μετά την ασθένεια επιθεωρητή της εταιρείας για τις ψυκτικές μηχανές ανέλαβε πρόσθετα καθήκοντα, εργαζόμενος πέραν του συνήθους ωραρίου με επιπλέον αμοιβή £400 το μήνα. Πίστευε ότι η εταιρεία του κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις, αντιλήφθηκε δε το αντίθετο όταν οι ελεγκτές της ανέλαβαν τον έλεγχο της λόγω προβλημάτων φερεγγυότητας. Η αντίθετη θέση από τον Α. Βουνιώτη ήταν ότι ο αιτητής ανέλαβε από το 1998 εργολαβικά την φορτοεκφόρτωση εμπορευματοκιβωτίων με δικό του συνεργείο όταν και εφόσον υπήρχε εργασία, πληρωνόταν δε επί τη βάσει τιμολογίων κάποτε με επιταγές και κάποτε τοις μετρητοίς. Η Αλίκη Βουνιώτη κατέγραφε τις ποσότητες ώστε να γίνει η ανάλογη χρέωση. Στα πλαίσια αυτά ο αιτητής εξέδιδε τιμολόγια προς την εταιρεία επί τη βάσει των οποίων γινόταν πληρωμή ή εξέδιδε η εταιρεία απόδειξη πληρωμής την οποία ο αιτητής υπέγραφε. Επειδή η εργασία στις παραλαβές με την πάροδο του χρόνου αυξήθηκε, συμφωνήθηκε η πληρωμή £1.000-£1.200 μηνιαίως, ο δε αιτητής, ο οποίος δεν είχε καθορισμένο ωράριο εργασίας προγραμματίζοντας ο ίδιος τη δουλειά του, έφερνε το συνεργείο του το οποίο ο ίδιος πλήρωνε. Χρησιμοποιούσε μεταφορικό μέσο δικό του και όχι της εταιρείας πληρώνοντας ο ίδιος τα καύσιμα και δεν υπήρχε μεταξύ τους οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία ούτε σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Ο ίδιος αποφάσιζε και ειδοποιούσε πότε θα έπαιρνε την καλοκαιρινή του άδεια και αναλάμβανε επίσης και την εκτέλεση δικών του εργασιών για αποκλειστικά δικούς του πελάτες. Για την πιστοποίηση HACCP και μόνο ήταν που η εταιρεία τον δήλωσε ως υπεύθυνο ψυκτικών θαλάμων για τον έλεγχο των θερμοκρασιών. Η κρίση της Επιθεωρήτριας, όπως καταγράφεται στη σχετική επιστολή της προς το Διευθυντή, ότι ο αιτητής δεν ήταν μισθωτός βασίστηκε στο γεγονός ότι δεν υπήρχε σταθερό ωράριο εργασίας, ούτε έλεγχος ως προς την εργασία που διεξήγαγε, ενώ χρησιμοποιούσε δικό του συνεργείο εκδίδοντας αποδείξεις και τιμολόγια για εκτέλεση γενικών εργασιών. Οι θέσεις αυτές καταγράφηκαν στην καταληκτική της παράγραφο έχοντας προηγουμένως παραθέσει το σύνολο των ενεργειών της, όπως εξηγήθηκαν προηγουμένως, θεωρώντας επίσης ότι η δήλωση του αιτητή ότι εργαζόταν στην εταιρεία μέχρι τις 7.00 μ.μ. αντιστρατευόταν τη θέση του Α. Βουνιώτη ότι οι αποθήκες τις εταιρείας έκλειναν στις 4.30 μ.μ. Σε προφορική διευκρίνιση από τον αιτητή αναφέρθηκε ότι τη φορτοεκφόρτωση εμπορευματοκιβωτίων για πελάτες που δεν είχαν δικό τους συνεργείο, τις έκανε μετά τις 5.00 μ.μ. κάτι που δεν ήταν ορθό εφόσον οι αποθήκες έκλειναν στις 4.30 μ.μ., ενώ έπρεπε να ήταν παρούσες και οι Υγειονομικές Υπηρεσίες. Προστίθεται, ότι η Αλίκη Βουνιώτη ανέφερε ότι ο αιτητής έφερνε δικό του συνεργείο, ενώ όταν δεν εκτελούσε εργασίες της εταιρείας ασχολείτο και με δικές του δουλειές, όπως την κατασκευή υποστέγων, αλουμινίων κ.α., σε χώρο που του είχε παραχωρήσει ο Α. Βουνιώτης, εντός των αποθηκών της εταιρείας για εξυπηρέτηση πελατών του αιτητή και έναντι αμοιβής που εισέπραττε ο ίδιος. Οι καθ΄ ων με βάση τα πιο πάνω αντικρουόμενα στοιχεία έπρεπε να λάβουν μια απόφαση έχοντας υπόψη ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου και για σκοπούς του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, εξαρτάται και συνδέεται από τα άμεσα και ιδιάζοντα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ενδεικτικά στοιχεία που μπορούσαν να οδηγήσουν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Τέτοια είναι η τυχόν ύπαρξη συμβολαίου, το δικαίωμα επιλογής των προσφερομένων υπηρεσιών, η ύπαρξη ελέγχου, η προσφορά εργασίας σε συγκεκριμένο χώρο, το ωράριο, η εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη κλπ. (Δέστε Tsapaco Catering Ltd ν. Δημοκρατίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.