← Κύπρος

JAHANGIR ALAM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ KAI/H ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Υπόθεση Αρ.1526/2005, 10 Απριλίου 2008

JAHANGIR ALAM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ KAI/H ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Υπόθεση Αρ.1526/2005, 10 Απριλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ.1526/2005) 10 Απριλίου, 2008 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ JAHANGIR ALAM, Αιτητή, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, KAI/H ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ΄ης η Αίτηση. Γ. Γεωργαλλής, για τον Αιτητή. Ε. Παπαγεωργίου (κα), για την Καθ΄ης η Αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Μπαγκλαντές. Εισήλθε στην Κύπρο νόμιμα στις 10.7.2003 με φοιτητική βίζα. Την 21.1.2004 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της ιδιότητας του πολιτικού πρόσφυγα. Σ' αυτήν ανέφερε ότι οι λόγοι που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του ήταν γιατί ο πατέρας του είναι ηγετικό στέλεχος του πολιτικού κόμματος National Party το οποίο διώκεται από το κυβερνών κόμμα. Ως αποτέλεσμα των πολιτικών δραστηριοτήτων του πατέρα του, το σπίτι της οικογένειας του δέχθηκε επίθεση με αποτέλεσμα μια από τις αδελφές του να χάσει τη ζωή της. Επίσης, απείλησαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του ότι θα χάσουν και αυτά την ζωή τους. Υποστήριξε ότι ο ίδιος έφυγε από τη χώρα του από φόβο. Ήρθε στην Κύπρο για να σπουδάσει αλλά τώρα δεν μπορεί να πληρώσει τα δίδακτρα, γι' αυτό και κατέφυγε στην Υπηρεσία Ασύλου. Ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί από τις Αρχές της χώρας εξαιτίας της ανάμειξης του ιδίου και της οικογένεια τους στο πιο πάνω πολιτικό κόμμα. Ακολούθησε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό, ο οποίος εισηγήθηκε στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, την απόρριψη της αίτησης. Ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στις 16.12.2004 αποδεχόμενος την εισήγηση του λειτουργού, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης και ο Αιτητής ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 21.12.

  1. Στις 25.1.2005 ο Αιτητής καταχώρησε διοικητική προσφυγή. Ο αρμόδιος Λειτουργός της Αναθεωρητικής Αρχής, στην έκθεση του εισηγήθηκε την απόρριψη της διοικητικής προσφυγής. Στις 14.9.2005 η Αρχή, μετά από μελέτη της Έκθεσης, δια του Προέδρου της απέρριψε τη διοικητική προσφυγή και ο Αιτητής ενημερώθηκε γραπτώς στις 28.9.
  2. Ως αποτέλεσμα καταχώρησε την παρούσα προσφυγή. Κατά την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εγκατέλειψε τις δύο από τις τρεις θεραπείες που ζητούνται, με αποτέλεσμα να παραμείνει μόνο η πρώτη, με την οποία ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής είναι άκυρη και παράνομη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Επίσης, περιόρισε τους λόγους έφεσης στην έλλειψη δέουσας έρευνας και πλάνης. Αναφορικά με την έρευνα, το παράπονο είναι ότι η Αρχή, χωρίς η ίδια να διεξάγει οποιαδήποτε δική της έρευνα, υιοθέτησε πλήρως την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην Έκθεση του Λειτουργού της, η οποία όμως ήταν λανθασμένη. Ως αποτέλεσμα της μη διεξαγωγής οποιασδήποτε έρευνας, η Αρχή πλανήθηκε σε ότι αφορά τα γεγονότα. Πέραν τούτου, καμιά αιτιολογία δεν δίδεται είτε από την Υπηρεσία Ασύλου, είτε από την Αρχή, γιατί δεν έγιναν δεχτοί οι ισχυρισμοί του Αιτητή για τους λόγους που τον εμποδίζουν να επιστρέψει στη χώρα του. Οι καθ'ων η αίτηση θεωρούν την απόφαση ορθή και καθ' όλα νόμιμη και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αξιολόγηση όλων των σχετικών γεγονότων και ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Η ευπαίδευτη δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση, θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι αόριστοι και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) ο Αιτητής δεν υποστηρίζει τον ισχυρισμό του με έγγραφα και άλλα στοιχεία. Ο λόγος που αφορά στην έλλειψη έρευνας ως αποτέλεσμα της οποίας η Αρχή οδηγήθηκε σε πλάνη περί τα πράγματα, ευσταθεί. Πρώτον, ο Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά τη συνέντευξη του Αιτητή, σχολιάζοντας τους ισχυρισμούς που πρόβαλε, έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρουσίαζε προβλήματα αξιοπιστίας. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι:- «Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο Α/Α προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς στην προσπάθεια του να τεκμηριώσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αναφορές και ισχυρισμούς του Α/Α αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και να υποβάλει αίτηση παραχώρησης προσφυγικού καθεστώτος, διαπιστώνεται ότι δεν παρατηρήθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη συνολική αξιοπιστία που αφορά αυτό το μέρος του αιτήματος του και ως εκ τούτου μπορεί να παραχωρηθεί στον Α/Α το ευεργέτημα της αμφιβολίας (Η.Β Παρ. 204).». Παρά το πιο πάνω εύρημα του, στη συνέχεια της Εισήγησής του καταλήγει ότι:- «Από τους πιο πάνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Α/Α διαφαίνεται ότι στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο

(1)του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000-2004. Ειδικότερα αναφέρω ότι από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να στοιχειοθετεί τον οποιοδήποτε δικαιολογημένο φόβο δίωξης από κυβερνητικά ή μη όργανα, λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων. Οι λόγοι για τους οποίους ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή είναι οικονομικοί και δεν δύναται να αποτελέσουν λόγο αναγνώρισης προσφυγικής ιδιότητας. Ο Α/Α πρόκειται για οικονομικό μετανάστη ο οποίος είχε ωθηθεί να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα (Π.Β. παρ. 62 του Εγχειριδίου). Συναφώς εισηγούμαι όπως η αίτηση του για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα απορριφθεί καθότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή, δε συνδέονται με το άρθρο 3 και 19
(2)του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2004. Το σύνολο των εμπειριών του δεν καθιστά τον φόβο του βάσιμο. Παράλληλα, από τα παραπάνω και δεδομένου ότι δεν επιβεβαιώθηκε δικαιολογημένος φόβος δίωξης, καθώς επίσης και περίπτωση ο αιτών να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κρίνεται ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19
(1)επειδή δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19
(2).» Η αρχική διαπίστωση του για την αξιοπιστία του Αιτητή, με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στη συνέχεια της Εισήγησής του, είναι αντιφατικά. Δεν μπορεί από τη μια να ισχύουν τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στην αρχική του αίτηση και ταυτόχρονα να ισχύει και το εύρημα ότι οι λόγοι που εγκατέλειψε τη χώρα του είναι οικονομικοί. Δεν μπορεί από τη μια να του δίνεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας και από την άλλη να μην γίνονται πιστευτοί οι λόγοι που παράθεσε στην αίτηση του. (Βλ. Άρθρο 17
(1)του Νόμου 6(Ι)/00 με το οποίο υιοθετείται το εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, παράγραφοι 195-204). Δεύτερον, στην επιστολή ημερομηνίας 21.12.04, με την οποία ενημερωνόταν ο Αιτητής για την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επισυναπτόταν στα Ελληνικά η εξής αιτιολογία της απόφασης:- «Αιτιολόγηση απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου Η Υπηρεσία Ασύλου έχει εξετάσει προσεχτικά το αίτημα σας. Η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε ότι ο λόγος για τον οποίο έχετε εγκαταλείψει τη χώρα σας δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων 2000-2004 καθώς και του Άρθρου 1 της Συνθήκης της Γενεύης του 1951 για αναγνώριση του καθεστώτος του Πρόσφυγα. Επιπλέον η Υπηρεσία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να υποστείτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής σας στην Ινδία. Οι λόγοι οι οποίοι σας ώθησαν να εγκαταλείψετε τη χώρα καταγωγής σας είναι προσωπικοί και δεν συνιστούν την παραχώρηση του προσφυγικού καθεστώτος. Συνεπώς η Υπηρεσία ασύλου κρίνει ότι δεν είστε άτομο που έχει ανάγκη διεθνούς προστασίας.» Είναι φανερό ότι η Υπηρεσία Ασύλου τελούσε υπό πλάνη ότι ο Αιτητής καταγόταν από την Ινδία, αφού όπως προκύπτει από το φάκελο κατάγεται από την Μπαγκλαντές. Το στοιχείο αυτό είναι ουσιώδες, εφόσον στις δύο χώρες ενδεχομένως να επικρατούν διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, γεγονός που μετά από έρευνα λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο για σκοπούς του άρθρου 17 του Νόμου 6(Ι)/2000, αλλά και για σκοπούς παροχής ή όχι του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19
(1)ή του καθεστώτος διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, δυνάμει του άρθρου 19A του Νόμου 6(Ι)/2000. Τρίτον, η πλάνη φαίνεται να παρεισέφρησε και στην απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής η οποία υιοθέτησε τόσο την εισήγηση του Λειτουργού, όσο και την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, χωρίς να εντοπίσει τις αντιφάσεις και τη μη διεξαγωγή έρευνας. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 3 της απόφασης της Αρχής:- «Ο λειτουργός Ασύλου λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές και τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα σχετικά με το λόγο που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ορθά διαπίστωσε ότι δεν παρατηρεί οτιδήποτε το επιλήψιμο που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την συνολική αξιοπιστία του προσφεύγοντα και ως εκ τούτου μπορεί να παραχωρηθεί στον προσφεύγοντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Επιπλέον, ορθά ο λειτουργός Ασύλου αναφέρει ότι από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να στοιχειοθετεί τον οποιοδήποτε δικαιολογημένο φόβο δίωξης από κυβερνητικά ή μη όργανα, λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων. Οι λόγοι για τους οποίους ισχυρίζεται ο προσφεύγων ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σ' αυτή είναι οικονομικοί και επομένως ορθά κρίνει ο λειτουργός Ασύλου ότι δεν δύναται να αποτελέσουν λόγο αναγνώρισης προσφυγικής ιδιότητας.» Ο Αιτητής στην αρχική του αίτηση έδωσε τα στοιχεία τα οποία τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του και τα οποία τον εμπόδιζαν να επιστρέψει. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι το σπίτι του έγινε αντικείμενο επίθεσης και η αδελφή του δολοφονήθηκε. Παρά ταύτα, καμιά έρευνα δεν έγινε για να εξακριβωθεί η ορθότητα των στοιχείων. Τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στην αρχική του αίτηση, έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί. Αυτό εξ' άλλου τονίζεται και στο πληροφοριακό σημείωμα που απεστάλη στον Αιτητή πριν τη συνέντευξη. Σ' αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι:- «You already provided information in the asylum application form, which the interviewer will use as the basis for your interview. If you wish to correct the information you provided in the application form, you are advised to inform the interviewer about this at the beginning of the interview.» Σε μετάφραση:- «Έχετε ήδη δώσει πληροφορίες στην αίτηση σας για Άσυλο, τις οποίες ο εξεταστής θα χρησιμοποιήσει ως βάση κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Αν επιθυμείς να προβείς σε αλλαγές στις πληροφορίες που έχεις δώσει στην αίτηση σου, τότε σε συμβουλεύουμε να πληροφορήσεις τον εξεταστή για την επιθυμία σου, στην αρχή της συνέντευξης.» Ο Αιτητής προφανώς επειδή δεν ήθελε να αλλάξει οτιδήποτε, δεν ήγειρε οποιοδήποτε θέμα, με αποτέλεσμα τα όσα αρχικά ανέφερε στην αίτησή του, να ισχύουν. Παρά ταύτα, ο Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου δεν φαίνεται να τα έλαβε υπόψη ή καλύτερα δεν φαίνεται να τα αξιολόγησε επαρκώς ή να προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα. Αντίθετα, με γενικόλογες αναφορές φαίνεται να παρακάμπτει την ουσία των ισχυρισμών του Αιτητή. Παρά την κατάληξη ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο αναφορικά με την αξιοπιστία του Αιτητή, στη συνέχεια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του για οικονομικούς λόγους. Μπορεί ο Αιτητής στη συνέντευξη να έκαμε αναφορά σε οικονομικά προβλήματα, αλλά τα όσα ανέφερε ήταν επιπρόσθετα των λόγων που κατέγραψε στην αρχική του αίτηση. Όμως ακόμα και αν τα όσα ανέφερε θεωρηθούν ότι δεν ήταν συμπληρωματικά, αλλά ότι υποκαθιστούσαν τις πληροφορίες που έδωσε στην αρχική του αίτηση για άσυλο, ο Λειτουργός δεν εδικαιολογείτο να καταλήξει σε εύρημα ότι δεν παρατηρήθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την συνολική αξιοπιστία του και ως εκ τούτου θα μπορούσε να παραχωρηθεί στον Αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ο Λειτουργός όφειλε να ερευνήσει ποια από τις δύο εκδοχές ευσταθούσε, ώστε να έχει ενώπιον του τα ορθά γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση, η έλλειψη επαρκούς έρευνας τον οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα. Έτσι ενώ λεκτικά ο Αιτητής γίνεται πιστευτός, στην πράξη οι ισχυρισμοί του όπως διατυπώνονται στην αρχική αίτηση, απορρίπτονται χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση. Η Αναθεωρητική Αρχή σε αντίθεση με την Υπηρεσία Ασύλου, αναφέρεται στους ισχυρισμούς του Αιτητή που διατυπώθηκαν στην αρχική του αίτηση, στη συνέχεια όμως δεν φαίνεται να τους εξετάζει, προτιμώντας να υιοθετήσει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία όπως εξήγησα, έπασχε από έλλειψη έρευνας και πλάνη περί τα πράγματα. Η υιοθέτηση της εισήγησης του Λειτουργού από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου και στη συνέχεια από την Αναθεωρητική Αρχή, καθιστούν την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής τρωτή. Πέρα από την έλλειψη έρευνας και πλάνης, η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής πάσχει και από έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία του Αιτητή και την ουσία των λόγων που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα του, όπως αυτοί καταγράφονται στην αρχική του αίτηση. Η προσφυγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση ως η παράγραφος «Α» της αίτησης. Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή έξοδα €1000, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.