ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΟΛΗ ν. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 716/2005, 22 Απριλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 716/2005) 22 Απριλίου, 2008 [ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΟΛΗ, Αιτήτρια, ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ου η Αίτηση. - - - - - - - Α. Μαρκίδης με Π. Παναγιώτου, για την Αιτήτρια. Π. Πολυβίου, για το Καθ΄ου η Αίτηση. - - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Την 1.8.2002 η αιτήτρια κατείχε τη θέση "Πρώτου Λειτουργού Προσωπικού και Διοίκησης" στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ). Το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης προέβλεπε ως απαιτούμενο προσόν "Τριετή υπηρεσία σε θέση που το σχέδιο υπηρεσίας προβλέπει την άσκηση διοικητικών και εποπτικών καθηκόντων". Στις 20.12.2004 προκηρύχθηκε, με Εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή του ΡΙΚ, ως θέση προαγωγής, η θέση "Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης". Το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, όπως τροποποιήθηκε στις 3.11.2004, έθετε ως απαιτούμενο προσόν "Πενταετή τουλάχιστον πείρα σε υπεύθυνη θέση στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού". Δεδομένου ότι η θέση που κατείχε η αιτήτρια ήταν η αμέσως προηγούμενη θέση, αυτή, όπως και ένας άλλος συνάδελφός της, υπέβαλε, στις 7.1.2005 αίτηση για προαγωγή στη θέση Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης. Στη συνεδρία του της 30.3.2005, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ, αφού εξέτασε τις δύο αιτήσεις, αποφάσισε ότι κανένας από τους δύο υποψηφίους δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Σχεδίου Υπηρεσίας για "Πενταετή τουλάχιστον πείρα σε υπεύθυνη θέση στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού". Κατά τη λήψη της απόφασής του, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ είχε ενώπιόν του, μεταξύ άλλων, τους φακέλους των δύο αιτητών, σχετικό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή, καθώς και δύο γνωματεύσεις του Νομικού Συμβούλου του ΡΙΚ. Σε σχέση με την αιτήτρια ανέφερε τα ακόλουθα: "Το Συμβούλιο μελέτησε ιδιαίτερα την περίπτωση της κας Βάσως Καραολή η οποία κατέχει τη θέση του Πρώτου Λειτουργού Προσωπικού και Διοίκησης που είναι η αμέσως πιο κάτω θέση (από τη θέση του Διευθυντή Προσωπικού & Διοίκησης). Η θέση αυτή δηλαδή, η θέση του Πρώτου Λειτουργού Προσωπικού και Διοίκησης, αποτελεί «υπεύθυνη θέση στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού» αλλά στη θέση αυτή η κα Καραολή έχει υπηρετήσει για μικρότερη περίοδο των 5 χρόνων που απαιτεί το Σχέδιο Υπηρεσίας. Δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Συμβουλίου που να υποστηρίζει ότι η κα Βάσω Καραολή κατέχει την απαιτούμενη «υπεύθυνη θέση στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού» για μεγαλύτερο διάστημα (από το χρονικό διάστημα που κατέχει τη θέση του Πρώτου Λειτουργού Προσωπικού και Διοίκησης, στην οποία διορίστηκε την 1.8.2002). Δεν διέφυγε φυσικά της προσοχής του, το ότι ένα από τα απαιτούμενα προσόντα της θέσης Πρώτου Λειτουργού και Διοίκησης, που τώρα κατέχει η κα Βάσω Καραολή, είναι το προσόν της 3ετούς τουλάχιστον ευδόκιμης Υπηρεσίας σε θέση που το Σχέδιο Υπηρεσίας προβλέπει την άσκηση διοικητικών και εποπτικών καθηκόντων. Κατά την άποψη του Συμβουλίου κατοχή από την κα Βάσω Καραολή της νυν θέσης του Πρώτου Λειτουργού Προσωπικού και Διοίκησης συνεπάγεται, κατά τεκμήριο, κατοχή του προσόντος της «3τους τουλάχιστον ευδόκιμης Υπηρεσίας σε θέση που το Σχέδιο Υπηρεσίας προβλέπει την άσκηση διοικητικών και εποπτικών καθηκόντων». Το προσόν όμως αυτό που αφορά «άσκηση διοικητικών και εποπτικών καθηκόντων» δεν συνιστά κατοχή «υπεύθυνης θέσης στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού». Κατά την άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου η απαιτούμενη υπεύθυνη θέση πρέπει να έχει σαν αντικείμενο είτε τις εργασιακές σχέσεις είτε τη διοίκηση προσωπικού. Δηλαδή, το απαιτούμενο είναι η κατοχή, για 5 τουλάχιστον χρόνια, υπεύθυνης θέσης στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού, που σημαίνει πως θα πρέπει να είναι θέση όπως αυτή που κατέχει τώρα η κα Βάσω Καραολή. Δεν είναι αρκετό, ότι ένας υπάλληλος είχε υπό την εποπτεία ή καθοδήγηση του άλλο προσωπικό, ούτε ότι το πρόσωπο αυτό ασκούσε διοικητικά καθήκοντα. Η άσκηση διοικητικών καθηκόντων είναι διαφορετικό από την κατοχή συγκεκριμένης θέσης στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή Διοίκησης Προσωπικού." Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΡΙΚ κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 13.4.2005. Πληροφορήθηκε ότι δεν πληρούσε το προσόν της πενταετούς τουλάχιστον πείρας σε υπεύθυνη θέση στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού και, επομένως, η αίτησή της απορρίπτετο. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΡΙΚ είναι το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Ο δικηγόρος του ΡΙΚ προέβαλε την προδικαστική ένσταση ότι η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος στην προσφυγή, καθότι δεν κατείχε το υπό του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης "Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης" προσόν της πενταετούς τουλάχιστον πείρας σε υπεύθυνη θέση στον τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και/ή της Διοίκησης Προσωπικού. Η ένσταση δεν ευσταθεί. Η θέση της αιτήτριας είναι ότι αυτή κατείχε το συγκεκριμένο προσόν. Εφόσον, επομένως, το επίδικο ζήτημα στην προσφυγή είναι η ορθότητα αυτής ταύτης της κρίσης του Διοικητικού Συμβουλίου ότι η αιτήτρια δεν κατείχε το συγκεκριμένο προσόν, αυτή δεν στερείται του αναγκαίου εννόμου συμφέροντος να προωθήσει την προσφυγή. (Βλ., μεταξύ άλλων, Μορφή ν. ΡΙΚ, Προσφυγή Αρ. 510/2001, 16.7.2003). Έρχομαι τώρα στους λόγους ακυρώσεως. Προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης είναι ανυπόστατο. Και τούτο διότι αυτό δεν έχει εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ούτε έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Προς υποστήριξη αυτού του λόγου, ο δικηγόρος της αιτήτριας με παρέπεμψε στο άρθρο 12
(1)του περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου, Κεφ. 300Α, όπως και στο άρθρο 3 του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμου του 1989 (Ν.99/89).[1] Ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως δεν ευσταθεί. Το άρθρο 12
(1)του Κεφ. 300Α δεν αναφέρεται σε Σχέδια Υπηρεσίας. Αναφέρεται σε Κανονισμούς που αφορούν γενικά τους όρους υπηρεσίας των υπαλλήλων του ΡΙΚ και, συγκεκριμένα, αλλά χωρίς επηρεασμό της γενικότητας, σε Κανονισμούς σχετικά με (α) το διορισμό, προαγωγή, απόλυση, πειθαρχία, αμοιβή και άδεια των υπαλλήλων του ΡΙΚ. Το σχετικό άρθρο του Κεφ. 300Α είναι το άρθρο 10 σύμφωνα με το οποίο "Το Ίδρυμα διορίζει τους υπαλλήλους που θεωρεί απαραίτητους για την εκτέλεση των λειτουργιών του βάσει του Νόμου αυτού με τέτοιους όρους υπηρεσίας όπως δυνατό να αποφασίσει". Άμεσα σχετικός είναι, επίσης, ο Κανονισμός 6 της ΚΔΠ 166/66 σύμφωνα με τον οποίο "Τα απαιτούμενα δια τινά θέσιν προσόντα και τα υπό ταύτης συνεπαγόμενα καθήκοντα είναι τα εν σχεδίω υπηρεσίας εκδιδομένω υπό του Ιδρύματος δυνάμει του άρθρου 10 του Νόμου καθοριζόμενα προσόντα και καθήκοντα." και ο Κανονισμός 11 της ΚΔΠ317/87, σύμφωνα με τον οποίο "Τα γενικά καθήκοντα και ευθύναι των θέσεων, αι κατηγορίαι των θέσεων και αι μισθολογικαί κλίμακες αυτών ως και τα διά την κατοχήν αυτών απαιτούμενα προσόντα καθορίζονται εις Σχέδια Υπηρεσίας εγκρινόμενα υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος." Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Κοντογιάννη κ.ά. ν. ΡΙΚ
(1990)3 ΑΑΔ 2838, στην οποία, με παραπομπή στην υπόθεση Καραγιώργη κ.ά. ν. ΡΙΚ
(1990)3 ΑΑΔ 2595, τονίζεται και το ότι η μη δημοσίευση των Σχεδίων Υπηρεσίας του ΡΙΚ στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δεν τα καθιστά άκυρα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "Όπως ορθά έχει υποβληθεί από το καθ΄ου η αίτηση Ίδρυμα το οποίο είναι ημικρατικός οργανισμός (Pulbic Corporation), που δημιουργήθηκε και διέπεται από τον περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμο, Κεφ. 300 Α (όπως έχει τροποποιηθεί), με βάση τους Κανονισμούς του Ιδρύματος Κ.Δ.Π. 166/66 και το άρθρο 10 του Νόμου καθορίζεται ως το αρμόδιο όργανο για την ετοιμασία και έγκριση των σχεδίων υπηρεσίας, το Ίδρυμα. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Καραγιώργης και Άλλος ν. Ρ.Ι.Κ.
(1990)3 Α.Α.Δ. 2595 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Τα σχέδια υπηρεσίας, όπως πάγια έχει επικρατήσει στη νομολογία μας είναι δευτερογενής νομοθεσία. Δευτερογενής νομοθεσία δεν εκδίδεται μόνο από το Υπουργικό Συμβούλιο αλλά και από τα άλλα όργανα που ασκούν εκτελεστική-διοικητική εξουσία, εφόσον εξουσιοδοτούνται προς τούτο από πρωτογενή νομοθεσία. Αυτή η αρχή έχει πρόσφατα υιοθετηθεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεοδωρίδης ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
(1989)3(Γ) Α.Α.Δ. 1457, επαναλήφθηκε δε στην υπόθεση Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(1990)3 Α.Α.Δ. 1175." Θα πρέπει να τονισθεί ότι η μη δημοσίευση των σχεδίων υπηρεσίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τη Νομολογία μας, δεν τα καθιστά άκυρα. (Βλέπε Economides v. The Republic
(1973)3 C.L.R. 410 (απόφαση Ολομέλειας), Makris v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 1103 και Vakis v. P.S.C.
(1984)3 C.L.R. 952)." Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος ακυρώσεως ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ, αν και ρητά αναφέρει στην απόφασή του ότι είχε υπόψη του τη νομολογία σύμφωνα με την οποία η αρμοδιότητα ερμηνείας και εφαρμογής των Σχεδίων Υπηρεσίας ανήκει σ΄ αυτό, όπως επίσης και τη νομολογία ότι ήταν καθόλα νόμιμο και θεμιτό να αναζητηθεί και η άποψη του Νομικού Συμβούλου του ΡΙΚ, όπως και έγινε, εν τούτοις, στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του της 30.3.2005, απλώς υιοθέτησε την ερμηνεία την οποία είχε εισηγηθεί ο Νομικός του Σύμβουλος. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Από το πρακτικό της 30.3.2005 είναι πρόδηλο ότι της υιοθέτησης της ερμηνείας την οποία είχε εισηγηθεί ο Νομικός Σύμβουλος του ΡΙΚ είχε προηγηθεί συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων, με αποτέλεσμα, μάλιστα, η επίδικη απόφαση να ληφθεί κατά πλειοψηφία. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μορφή (πιο πάνω): "Όσον αφορά την εισήγηση ότι η όλη εξέλιξη της διαδικασίας πλήρωσης της θέσης επηρεάσθηκε, ανεπίτρεπτα, και από τις γνωματεύσεις του Νομικού Συμβούλου του καθ΄ου η αίτηση, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την Αθανασιάδου, πιο πάνω, υπό Καλλή Δ., με το οποίο και συμφωνώ: "Αναφορικά με τις εισηγήσεις που σχετίζονται με τη γνωμάτευση του Νομικού Συμβούλου του Ρ.Ι.Κ. θεωρώ ότι κατά τη διαδικασία άσκησης της εξουσίας που σχετίζεται με την ερμηνεία ενός σχεδίου υπηρεσίας το διορίζον όργανο νόμιμα μπορεί να αναζητήσει τη βοήθεια του Νομικού του Συμβούλου. Τα σχέδια υπηρεσίας αποτελούν κείμενα των οποίων η ερμηνεία κάποτε συνεπάγεται την χρησιμοποίηση των νομικών κανόνων που διέπουν την ερμηνεία κειμένων. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι δεν είναι νομικά επιλήψιμη η αναζήτηση της συμβουλής του Νομικού Συμβούλου του Ρ.Ι.Κ. Ωστόσο η αρμοδιότητα για τη λήψη της τελικής απόφασης ανήκει στο διορίζον όργανο και είναι αυτό που έχει συμβεί στην παρούσα υπόθεση. Η τελική απόφαση λήφθηκε από το Συμβούλιο του Ρ.Ι.Κ.". Άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είναι ότι η επίδικη απόφαση του ΡΙΚ λήφθηκε υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα συνεπεία μη δέουσας έρευνας ενώ, ταυτόχρονα, πάσχει λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως προκύπτει από το πρακτικό της 30.3.2005, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ κατέληξε στην ερμηνεία που έδωσε στην υπό συζήτηση πρόνοια του Σχεδίου Υπηρεσίας, ύστερα από ενδελεχή έρευνα όλων των σχετικών στοιχείων και αφού αιτιολόγησε με επάρκεια την κατάληξή του. Η ερμηνεία που έδωσε το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ στη συγκεκριμένη πρόνοια ήταν, κατά την άποψή μου, εύλογα επιτρεπτή, ώστε να μη δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου. Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος ακυρώσεως ότι ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ, ο οποίος είχε εκφράσει προς το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ τη δική του άποψη, ήταν προκατειλημμένος έναντι της αιτήτριας καθότι βρισκόταν σε αντιδικία με το σύζυγό της, όσο και με κάποιο συγγενικό της πρόσωπο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η έλλειψη αμεροληψίας πρέπει να αποδεικνύεται με επαρκή βεβαιότητα, είτε από γεγονότα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο, είτε από ασφαλή συμπεράσματα που μπορούν εύλογα να συναχθούν από τη διαπίστωση τέτοιων γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχουν αποδειχθεί από πλευράς της αιτήτριας, ούτε έχουν προκύψει τέτοια γεγονότα, ώστε να δικαιολογείται εύρημα μη αμεροληψίας εκ μέρους του Γενικού Διευθυντή του ΡΙΚ. Εν πάση περιπτώσει, από το πρακτικό της 30.3.2005 είναι πρόδηλο ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ δεν κατάληξε στην απόφασή του ότι η αιτήτρια δεν κατείχε το συγκεκριμένο προσόν, στηριζόμενο στις απόψεις του Γενικού Διευθυντή του ΡΙΚ. Προέβη το ίδιο στη δική του έρευνα και, αφού μελέτησε και τη γνωμάτευση του Νομικού του Συμβούλου, ερμήνευσε την επίδικη πρόνοια του Σχεδίου Υπηρεσίας όπως την ερμήνευσε. Άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είναι ότι, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ αποφάσισε να προκηρύξει τη θέση ως θέση προαγωγής, αυτό σημαίνει ότι έκρινε ότι υπήρχαν στο ΡΙΚ προσοντούχοι υπάλληλοι για την πλήρωσή της. Δεν μπορούσε, επομένως, το ΡΙΚ να ανακρούσει, στη συνέχεια, πρύμνα, υιοθετώντας την άποψη του Γενικού Διευθυντή ότι κανείς από τους δύο υποψήφιους δεν πληρούσε τα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Στο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του ΡΙΚ, ημερομηνίας 27.10.2004, οπότε και αποφασίστηκε η προκήρυξη της θέσης, αναφέρεται ότι: "Εκ πρώτης όψεως υπάρχουν κατάλληλοι από το υφιστάμενο προσωπικό να διεκδικήσουν τη θέση, και ως εκ τούτου εισηγείται όπως η θέση προκηρυχθεί ως θέση προαγωγής" (Υπογράμμιση δική μου.) Δεν είχε, επομένως, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ καταλήξει, όταν προκήρυξε τη θέση, σε τελική απόφαση ότι υπήρχαν προσοντούχοι υποψήφιοι στο υφιστάμενο προσωπικό, απόφαση την οποία στη συνέχεια διαφοροποίησε ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για "αντιφατική συμπεριφορά της διοίκησης". Προβάλλεται, τέλος, ως λόγος ακυρώσεως ότι, εφόσον η υπό συζήτηση θέση Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης προκηρύχθηκε ως θέση προαγωγής, δεν μπορούσε μεταγενέστερα, μετά δηλαδή που διαπιστώθηκε ότι κανένας από τους δύο υποψήφιους δεν κατείχε τα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας, να μετατραπεί σε θέση πρώτου διορισμού. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ έκρινε ότι κανείς από τους δύο υποψήφιους δεν πληρούσε το Σχέδιο Υπηρεσίας δεν είχε, κατά την άποψή μου, άλλη επιλογή από του να επαναπροκηρύξει τη θέση ως θέση πρώτου διορισμού. Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.000 έξοδα, περιλαμβανομένου ΦΠΑ, εις βάρος της αιτήτριας. Ρ. Γαβριηλίδης, Δ. /ΧΤΘ [1] Το άρθρο 12
(1)ΤΟΥ Κεφ. 300Α έχει ως εξής: "Το ίδρυμα δύναται, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει κανονισμούς που αναφέρονται γενικά στους όρους υπηρεσίας υπαλλήλων του Ιδρύματος και συγκεκριμένα, αλλά άνευ επηρεασμού της γενικότητας των ανωτέρω, δύναται να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με (α) το διορισμό, προαγωγή, απόλυση, πειθαρχία, αμοιβή και άδεια." Το άρθρο 3 του Ν.99/89 έχει ως εξής: "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, όταν δυνάμει Νόμου ή με εξουσιοδότηση Νόμου το Υπουργικό Συμβούλιο ή οποιοδήποτε Μέλος αυτού έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, οι Κανονισμοί αυτοί κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση. ... Αν μέσα σε εξήντα μέρες από την ημερομηνία κατάθεσης των Κανονισμών αυτών η Βουλή των Αντιπροσώπων με απόφαση της δεν τροποποιήσει ή ακυρώσει τους Κανονισμούς αυτούς, στο σύνολό τους ή μερικώς, τότε, αμέσως μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, οι Κανονισμοί αυτοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία της δημοσίευσης τους." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο