← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΛΛΙΚΑ ν. ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1644/2006, 27 Mαϊου 2008

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΛΛΙΚΑ ν. ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1644/2006, 27 Mαϊου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ &n bsp; Υπόθεση Αρ. 1644/2006 27 Μαϊου, 2008 [Μ. ΦΩΤΙΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΛΛΙΚΑ Αιτητής ν. ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ Καθών η αίτηση ............................. Γ. Γιάγκου (κα) για τον αιτητή Μ. Καλλιγέρου (κα) για Χρ. Δημητριάδης & Σια, για τους καθών η αίτηση ......... Α Π Ο Φ Α Σ Η Μ. ΦΩΤΙΟΥ, Δ: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής ζητά από το δικαστήριο δήλωση ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθών η αίτηση της οποίας ο αιτητής έλαβε γνώση στις 10/7/06 και με την οποία οι καθών η αίτηση προέβησαν στην επιβολή της πειθαρχικής ποινής για διακοπή της ετήσιας προσαύξησης του αιτητή, είναι παράνομη, άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος και ό,τι παραλείφθηκε θα πρέπει να διενεργηθεί. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ο αιτητής εργάζεται στο Δήμο Κάτω Πολεμιδιών (πιο κάτω οι καθών η αίτηση) και κατέχει τη θέση του Δημοτικού Γραμματέα, μόνιμη οργανική θέση. Κατόπιν συζήτησης στην Ολομέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου των καθών η αίτηση στις 12/1/06, με εισήγηση μελών του Δημοτικού Συμβουλίου, σχετικά με καταγγελία, σε βάρος του αιτητή, η ολομέλεια αποφάσισε τη διεξαγωγή έρευνας για ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος με τις εξής τρεις κατηγορίες:

(1)Παραποίηση πρακτικού συνεδρίας με αρ. 12/2005 ημερ. 4/10/2005.
(2)Απόκρυψη στοιχείων αναφορικά με την έγκριση μισθολογικών κλιμάκων, και
(3)Ετοιμασία και αποστολή προϋπολογισμών του Δήμου για το έτος 2006 προς το Αρμόδιο Υπουργείο για έγκριση, περιλαμβάνοντας για τη θέση του προσωπική κλίμακα, χωρίς να ληφθεί απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Επίσης, κατά την ίδια συνεδρία, ορίστηκαν ως ερευνώντες λειτουργοί οι Δημοτικοί Σύμβουλοι Αντρέας Θωμά, και Μιχάλης Σπύρου. Στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση, με επιστολή ημερ. 20/1/06 προς τον αιτητή, τον ενημέρωσαν για την πειθαρχική έρευνα που θα διεξήγετο σε βάρος του για ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων αναφορικά με τις τρεις κατηγορίες και τον ορισμό ερευνώντα λειτουργού. Σε συνεδρίαση των καθ' ων η αίτηση στην ολομέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου στις 14/3/2006, υποβλήθηκε το πόρισμα της έρευνας της επιτροπής με το οποίο διαπιστώνονταν πειθαρχικά αδικήματα εναντίον του αιτητή και αποφασίσθηκε η κλήση του στη συνεδρία στις 16/3/2006 η οποία όμως αναβλήθηκε καθότι ο αιτητής δεν είχε επαρκή χρόνο στη διάθεση του για να ετοιμαστεί. Σε επόμενη συνεδρία της ολομέλειας των καθ' ων η αίτηση που έλαβε χώρα στις 10/7/06, ο αιτητής δήλωσε ότι οι δικηγόροι του δεν μπορούσαν να παρευρεθούν στη συνεδρία. Αφού του δόθηκε ο λόγος, αυτός αναφέρθηκε σε γνωμάτευση των δικηγόρων του, την οποία ανάγνωσε στους καθών η αίτηση. Αφού δε απάντησε κάποιες ερωτήσεις, που του υποβλήθηκαν από μέλη του Συμβουλίου, αποχώρησε από την αίθουσα της συνεδρίας. Ακολούθησε συζήτηση του θέματος και οι καθών, ομόφωνα, επέβαλαν στον αιτητή την ποινή της στέρησης της ετήσιας προσαύξησης. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στον αιτητή προφορικά την ίδια μέρα. ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση προβάλλει προδικαστικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι η επιβληθείσα ποινή, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και έτσι δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή. Δίνει έμφαση η συνήγορος στη διατύπωση του αιτητικού που δεν προσβάλλει τη διαδικασία που οδήγησε στην ποινή. Εξέτασα τον πιο πάνω ισχυρισμό, αλλά δεν μπορώ να συμφωνήσω. Μπορεί στο αιτητικό της προσφυγής να μη αναφέρεται ρητά ότι προσβάλλεται και η διαδικασία που οδήγησε στην επιβολή ποινής, αλλά αν δούμε την υπόθεση σε συνδυασμό και με τους νομικούς λόγους στους οποίους βασίζεται η προσφυγή, είναι φανερό ότι ο αιτητής προσβάλλει και τη διαδικασία που οδήγησε στην επιβολή ποινης. Έτσι η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Βέβαια το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τη νομιμότητα επιβολής της πειθαρχικής ποινής και όχι τη φύση της ποινής, διότι το είδος της ποινής δεν ελέγχεται δικαστικά. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση προέβαλε και άλλη προδικαστική ένσταση, ότι δηλαδή ο αιτητής εμποδίζεται από το δόγμα της απαγόρευσης της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας. Στηρίζεται η θέση αυτή στον ισχυρισμό ότι στις 10/7/06 ο αιτητής παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Μελέτησα το πρακτικό της 10/7/06 και τη γνωμάτευση των δικηγόρων του αιτητή που ο τελευταίος ανέγνωσε ενώπιον των καθών η αίτηση στις 10/7/06, αλλά αδυνατώ να ερμηνεύσω αυτά ως παραδοχή διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων. Το γεγονός ότι ο αιτητής είχε αναφέρει ότι «γίνονται και λάθη και όποιος εργάζεται σίγουρα κάνει λάθη» δεν έχει την έννοια ότι παραδέχθηκε την εναντίον του κατηγορία. Επί της ουσίας η συνήγορος της αιτήτριας προβάλλει ως λόγο ακυρώσεως την παραβίαση του περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν. 111/85) καθώς και του Καν. 63 των περί Δημοτικής Υπηρεσίας του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών Κανονισμών του 1991 (Κ.Δ.Π.303/91) που ορίζουν ότι, κατά την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας συγκαλείται πρώτα η Διαχειριστική Επιτροπή του Δήμου η οποία και ορίζει ένα ή περισσότερα πρόσωπα ως ερευνών λειτουργό, πράγμα το οποίο δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω προβάλλει ότι η σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβουλίου πάσχει αφού, όπως ισχυρίζεται, σ' αυτή συμμετείχαν και οι ερευνώντες λειτουργοί κατά παράβαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης που ορίζει ότι δεν μπορεί το ίδιο πρόσωπο να είναι και κατήγορος και κριτής. Επίσης με αυτό το τρόπο παραβιάζεται το τεκμήριο της αμεροληψίας και υφίσταται κατάχρηση εξουσίας. Τέλος η συνήγορος του αιτητή προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Εξέτασα τους αντίστοιχους ισχυρισμούς. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι παραβιάστηκαν ρητές νομοθετικές πρόνοιες, έχω καταλήξει να συμφωνήσω με την θέση της συνηγόρου του αιτητή. Ο Καν. 63 των προαναφερθέντων Κανονισμών διαλαμβάνει ως εξής: «
  1. Αν καταγγελθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο ή υποπέσει στην αντίληψή του ότι δημοτικός υπάλληλος δυνατό να έχει διαπράξει πειθαρχικό αδίκημα, τότε το Δημοτικό Συμβούλιο μεριμνά αμέσως ώστε να διεξαχθεί έρευνα κατά τον καθορισμένο τρόπο και ενεργεί όπως προνοείται στο Κανονισμό 64: Νοείτει ότι, μέχρις ότου εκδοθούν κανόνες οι οποίοι να καθορίζουν τον τρόπο της έρευνας, εφαρμόζονται οι κανόνες του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα.» Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ, Μέρος Ι έχει ως ακολούθως: «ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ
  2. Μόλις το Δημοτικό Συμβούλιο λάβει καταγγελία ή υποπέσει στην αντίληψή του ότι δημοτικός υπάλληλος δυνατό να έχει διαπράξει πειθαρχικό αδίκημα, συγκαλείται συνεδρία της Διαχειριστικής Επιτροπής του Δήμου, η οποία ορίζει ένα ή περισσότερα πρόσωπα για διεξαγωγή της Έρευνας, που στο εξής θα αναφέρεται ως «Ερευνών Λειτουργός». Ερευνών Λειτουργός μπορεί να είναι ο Δήμαρχος ή οποιοδήποτε μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής ή, σε περίπτωση κατά την οποία η καταγγελία δεν αφορά το Γραμματέα, ο Γραμματέας.» Στην παρούσα υπόθεση δεν βρίσκω πότε συνεκλήθη η Διαχειριστική Επιτροπή και διόρισε ερευνώντα λειτουργό, όπως ρητά προβλέπεται από τον εν λόγω Κανονισμό. Ούτε και η πλευρά των καθών η αίτηση απαντά τον ισχυρισμό αυτό του αιτητή στη δική της αγόρευση. Αντίθετα, από τα γεγονότα, όπως τα επικαλείται η πλευρά των καθών η αίτηση στην ένσταση της, προκύπτει ότι ο διορισμός του ερευνώντα λειτουργού έγινε από το Δημοτικό Συμβούλιο (βλ. ερυθρό 6 του διοικητικού φακέλου τεκμ. 1). Από τις πρόνοιες των άρθρων 44, 45 και 47 του περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν. 111/85 ως έχει τροποποιηθεί) προκύπτει ότι η Διαχειριστική Επιτροπή είναι άλλο σώμα από το Δημοτικό Συμβούλιο έστω και αν και στις δυο επιτροπές συμμετέχουν πρόσωπα του Δημοτικού Συμβουλίου. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για επιτυχία της προσφυγής. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, προχωρώ να εξετάσω και το λόγο που αφορά τη σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβουλίου πάσχει αφού σ' αυτή συμμετείχαν και οι ερευνώντες λειτουργοί Αντρέας Θωμά και Μιχάλης Σπύρου. Για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια, καταλήγω ότι και ο λόγος αυτός ευσταθεί. Στο πρακτικό της 10/7/06 (ημερομηνία λήψης της απόφασης) πράγματι φαίνεται ότι ως μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου που συνεδρίασε ως πειθαρχικό, ήταν τα εν λόγω πρόσωπα. Αυτό είναι κατά παράβαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης που ορίζει ότι δεν μπορεί το ίδιο πρόσωπο να είναι και κατήγορος και κριτής. Ο ισχυρισμός των καθών η αίτηση ότι εφόσον ο αιτητής έλαβε μέρος στην διαδικασία αδιαμαρτύρητα, επιδοκιμάζοντάς την, δεν μπορεί να έρχεται εκ των υστέρων να την αποδοκιμάζει, δεν ευσταθεί. Σημειώνω επίσης ότι, ο Μιχάλης Σπύρου, εκτός από ερευνών λειτουργός ήταν και το πρόσωπο που είχε προβεί στην καταγγελία του αιτητή, που ήταν η αφορμή για έναρξη της πειθαρχικής του δίωξης (βλ. πρακτικό Δημοτικού Συμβουλίου ημερ. 12/1/06). Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος και ανεξάρτητος λόγος που οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η προσφυγή επιτυγχάνει με €1.200 έξοδα εναντίον των καθών η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Μ. Φωτίου, Δ. /ΚΑς cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.