← Κύπρος

ΛΟΥΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΗΤΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1228/2007, 5 Σεπτεμβρίου 2008

ΛΟΥΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΗΤΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1228/2007, 5 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1228/2007) 5 Σεπτεμβρίου, 2008 [ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΗΤΡΟΥ, Αιτητής, ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, Καθ΄ου η Αίτηση. - - - - - - - Δ. Χριστοδούλου, για τον Αιτητή. Λ. Πασιουρτίδη, για τον Καθ΄ου η Αίτηση. - - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Ο αιτητής είναι πρόσφυγας από το χωριό Περιστερώνα της επαρχίας Αμμοχώστου. Είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή δικαιούχος 300 σκαλών γης στην κατεχόμενη περιοχή Αμμοχώστου. Πριν την Τουρκική εισβολή ασκούσε το επάγγελμα του γεωργού. Τον Ιανουάριο του 2007, ο καθ΄ου η αίτηση (ΚΟΑΠ) εξέδωσε Εγχειρίδιο Διαδικασιών, καθώς και Ενημερωτικό Έντυπο, για το Σχέδιο Εκταρικών Επιδοτήσεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 2.1 του Εγχειριδίου Διαδικασιών, δικαιούχος αιτητής θεωρείτο "οποιοδήποτε υπαρκτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καλλιεργεί τη δηλωμένη έκταση που είναι επιλέξιμη με βάση τις πρόνοιες και τους όρους του Σχεδίου και υπέβαλλε κανονικά την αίτηση στο όνομα του κατάλληλα συμπληρωμένη και στα χρονικά πλαίσια που ορίζει το Σχέδιο και του οποίου η εκμετάλλευση ευρίσκεται στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος από το Κράτος". (Πανομοιότυπη είναι και η παράγραφος 1.1.1 του Ενημερωτικού Εντύπου). Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1.1.6.1 του Ενημερωτικού Εντύπου: "Για την καταβολή οποιασδήποτε επιδότησης ή για συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας για καταβολή των επιδοτήσεων, ο αιτητής θα πρέπει απαραίτητα να είναι υπαρκτό πρόσωπο και να έχει υποβάλλει εμπρόθεσμα αίτηση στο όνομα του, τηρώντας όλους τους κανόνες υποβολής αίτησης, για όλα τα τεμάχια που έχει καλλιεργήσει, ή διατηρεί σε στάδιο αγρανάπαυσης (δίολα) τα οποία ευρίσκονται στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος από το Κράτος." Στις 23.3.2007 ο αιτητής υπέβαλε, με διπλοσυστημένη επιστολή, αίτηση για παροχή εκταρικής επιδότησης λόγω αγρανάπαυσης των χωραφιών του. Στις 12.6.2007 ο ΚΟΑΠ απέρριψε την αίτηση. Οι λόγοι της απόρριψης ήσαν ότι: ".Σύμφωνα με τη συνθήκη προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εφαρμογή του Κοινοτικού Κεκτημένου αναστέλλεται προσωρινά για τις περιοχές που δεν βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Οργανισμός παρέχει επιδότηση σε τεμάχια που βρίσκονται σε περιοχές που είναι κάτω από τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας και μπορούν οι ελεγκτές του Οργανισμού να ελέγχουν." Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής επιδιώκει την ακύρωση της απόφασης του ΚΟΑΠ με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για την παραχώρηση εκταρικών επιδοτήσεων. Ο ΚΟΑΠ προέβαλε την προδικαστική ένσταση ότι ο αιτητής δεν έχει έννομο συμφέρον στην προσφυγή, εφόσον δεν πληρούσε τα κριτήρια τα οποία απαιτούνται για χορήγηση εκταρικής επιδότησης. Η ένσταση δεν ευσταθεί. Εφόσον ο αιτητής ισχυρίζεται ότι τα κριτήρια τα οποία τέθηκαν είναι παράνομα έχει έννομο συμφέρον. Στην Y & F Yiallourou Ltd v. Δημοκρατίας, Προσφυγή Αρ. 347/2003, 19.2.2004, λέχθηκε ότι: "Οι καθ΄ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση με τον ισχυρισμό πως η αιτήτρια δεν έχει έννομο συμφέρον για να προσβάλει την επίδικη πράξη, αφού δεν υπέβαλε τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνταν για να αποδειχθεί ότι πληρούσαν τα κριτήρια που είχαν καθοριστεί από το Υπουργείο για να τους δοθεί η σχετική έγκριση. Η προδικαστική ένσταση των καθ΄ων η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, αφού το βασικό παράπονο της αιτήτριας είναι ότι παράνομα τέθηκαν τα κριτήρια αυτά. Σε τέτοια δε περίπτωση είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι υφίσταται έννομο συμφέρον. (Σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η αιτήτρια, δηλαδή η απόφαση 2722/1968 του Συμβουλίου της Επικρατείας και η Viamax Coach Industry Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, 916/88, ημερομηνίας 8.1.2001)." Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση είχε απορριφθεί λόγω των κριτηρίων που είχαν τεθεί με το Εγχειρίδιο Διαδικασιών και το Ενημερωτικό Έντυπο. Ο αιτητής προσβάλλει την εγκυρότητα και ή τη νομιμότητα των κριτηρίων αυτών. Ακολουθεί πως δεν στερείται εννόμου συμφέροντος. Προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως η αντισυνταγματικότητα του περί Αγροτικών Πληρωμών Νόμου του 2003 (Ν.64(Ι)/2003). Όμως, ο αιτητής δεν μπορεί να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Νόμου, εφόσον δεν προβάλλει, με επάρκεια, τέτοιο λόγο στο δικόγραφο της προσφυγής. Στην Αίτηση δεν προσβάλλεται με επάρκεια η συνταγματικότητα του Νόμου. Υπάρχει απλώς μια γενική αναφορά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη με το Σύνταγμα. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 "έκαστος διάδικος δέον δια των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται αιτιολογών ταύτα πλήρως". Όπως έχει λεχθεί στην Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, ΑΕ3729, 3.11.2006: "Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ότι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις και οι αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κα

(2002)3 ΑΑΔ 601 και Λεωφ. Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 ΑΑΔ 56." Εφόσον δεν συγκεκριμενοποιείται ή εξειδικεύεται η αντισυνταγματικότητα του Νόμου στην Αίτηση αυτή, δεν μπορεί να αποτελέσει θέμα εξέτασης από το Δικαστήριο. Ως προς την ουσία της προσφυγής έχει εκδοθεί, για το ίδιο θέμα, απόφαση από το συνάδελφο Ναθαναήλ Δ. στη Ματθαίου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών (Κ.Ο.Α.Π), Προσφυγή Αρ. 845/2006, 14.7.2008, με την οποία συμφωνώ. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, που θα οδηγούσαν εν πάση περιπτώσει σε απόρριψη του επιχειρήματος, λόγω δικονομικού αλλά ουσιώδους παραλείψεως, και επί της ουσίας ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει. Όλη η νομοθεσία περί αγροτικών πληρωμών εισήχθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με βάση διάφορους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι και μνημονεύονται ρητά τόσο στο προοίμιο του Νόμου, όσο και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 αυτού. Στόχος επομένως του Νόμου ήταν η εναρμόνιση του Κυπριακού δικαίου με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. «Δικαιούχος», θεωρείται δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2, οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο εγκρίνεται πληρωμή από τους καθ΄ ων δυνάμει του άρθρου 34, το οποίο και καθορίζει ότι αίτηση για πληρωμή εγκρίνεται «.. εφόσον διενεργηθούν επαρκείς έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης της αίτησης με τις σχετικές κοινοτικές πράξεις». Περαιτέρω, τα εδάφια
(2)και
(3)του ιδίου άρθρου προνοούν για ειδικούς ελέγχους ή γενικότερους ελέγχους που απαιτούνται από την κοινοτική νομοθεσία σε σχέση με την καταβολή της συγκεκριμένης οικονομικής ενίσχυσης, αλλά και για την πρόληψη και αποκάλυψη απατών και παρατυπιών. Το εδάφιο
(3), ειδικά, προνοεί ότι οι έλεγχοι που γίνονται περιλαμβάνονται σε ειδική κατάσταση, η δε εκτέλεση των ελέγχων αυτών βεβαιώνεται με βάση τις πρόνοιες του προηγούμενου άρθρου 33. Το τελευταίο αυτό άρθρο προνοεί για την τήρηση από τους αρμοδίους υπαλλήλους των καθ΄ ων μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, ώστε να καταγράφονται πλήρως οι έλεγχοι που αυτοί πραγματοποιούν. Με δεδομένο ότι τα προς επιδότηση τεμάχια γης του αιτητή βρίσκονται στα κατεχόμενα, τέτοιοι έλεγχοι είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν (δεν ευσταθεί βέβαια η θέση του κ. Ερωτοκρίτου ότι έλεγχοι μπορούν να γίνουν με επιτόπιες επισκέψεις και μέσω δορυφόρου) και επομένως ορθώς οι καθ΄ ων στην απορριπτική τους επιστολή πληροφορούν τον αιτητή ότι τα τεμάχια δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αίτηση δεν μπορούσε να προωθηθεί. Επί των δεδομένων λοιπόν της υπόθεσης, η προσφυγή δεν είναι δυνατόν να επιτύχει. Ο κ. Ερωτοκρίτου προώθησε το επιχείρημα ότι το Πρωτόκολλο αρ. 10 το οποίο συνάφθηκε ταυτόχρονα με την Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το οποίο εξαιρεί την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στις υπό κατοχή περιοχές, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής διότι αυτό το Πρωτόκολλο τέθηκε για την προστασία της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε σχέση με τις περιοχές που δεν ελέγχονται από το κράτος και όχι για να παραβιάζει η Κυπριακή Δημοκρατία τα δικαιώματα των πολιτών της, δημιουργώντας ανισότητα μεταξύ αυτών. Κατά την άποψη του συνηγόρου ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός εφόσον προβαίνει σε δυσμενή διάκριση με τις διατάξεις του μεταξύ των πολιτών, επιτρέποντας να παραχωρούνται επιχορηγήσεις σε εκείνους τους πολίτες οι περιουσίες των οποίων βρίσκονται στο ελεύθερο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά να μην δίνονται σε εκείνους οι περιουσίες των οποίων είναι στα κατεχόμενα. Παρόλο που η πιο πάνω εισήγηση δεν θα ήταν ανάγκη να αποφασιστεί, εφόσον η απόφαση επί της συνταγματικότητας Νόμού δεν λαμβάνεται όταν δεν τίθεται άμεσα και επιτακτικά προς απόφαση, θα ήταν δε και αλυσιτελής εφόσον δεν θα βοηθούσε τον αιτητή ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, υπόθεση υπ΄ αρ. 1795/06, ημερ. 1.6.07, της Πλήρους Ολομέλειας, Dias United Publishing Co. Ltd v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550 και Ertalu v. Υπουργείου Οικονομικών, υπόθεση υπ΄ αρ. 2409/06, ημερ. 6.6.08), εντούτοις η πιο πάνω θέση δεν έχει έρεισμα ούτε στο ίδιο το Πρωτόκολλο, αλλά ούτε και στις γενικότερες αρχές του Κοινοτικού δικαίου. Το άρθρο 1
(1)του Πρωτοκόλλου ανέστειλε την εφαρμογή του acquis στις περιοχές της Δημοκρατίας επί των οποίων η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κύπρου δεν μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο. Το Πρωτόκολλο αυτό με την πιο πάνω πρόνοια του ανεγνώρισε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι η αναγνωρισμένη Δημοκρατία, οι νόμοι της ισχύουν και αφορούν ολόκληρο το γεωγραφικό της χώρο, η δε κυβέρνηση είναι και η μόνη νόμιμη κυβέρνηση. Η απόφαση στη Loizidou v. Turkey, No. 40/193/435/514, ημερ. 18.12.96 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ανεγνώρισε αυτή τη νομική πραγματικότητα. Η αναστολή επομένως του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου στα εδάφη εκείνα επί των οποίων η νόμιμη Κυπριακή κυβέρνηση δεν έχει πρόσβαση για να ασκήσει αυτό τον αποτελεσματικό έλεγχο, ισχύει για όλους τους σκοπούς και συμπαρασύρει και περιπτώσεις όπως την παρούσα, εφόσον ο αιτητής επιδιώκει να λάβει πληρωμή για ιδιοκτησία του επί της οποίας δεν μπορούν να ασκηθούν αποτελεσματικοί έλεγχοι από τον αρμόδιο Οργανισμό, που είναι οι καθ΄ ων, ώστε, αφού ενταχθεί στις πρόνοιες της Κοινοτικής νομοθεσίας, να τύχει επιχορήγησης. Καμία ανισότητα δεν δημιουργείται από το Νόμο ούτε από την ενέργεια των καθ΄ ων, εφόσον δεν συγκρίνονται όμοιες καταστάσεις, αλλά ανόμοιες. Η επίπτωση του Πρωτοκόλλου επί δικαιωμάτων πολιτών έχει εξεταστεί και στην υπόθεση Mehmet Birinci κ.α. ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 911/04, ημερ. 14.2.2006, όπου κρίθηκε ορθή η θέση της Δημοκρατίας ότι λόγω της παρουσίας των στρατευμάτων κατοχής, η διεξαγωγή δέουσας έρευνας προς διαπίστωση της πραγματικής διεύθυνσης των εκεί αιτητών, με στόχο να ενταχθούν στις πρόνοιες του περί Παροχής Ειδικών Χορηγιών Νόμου του 1996, θεωρούμενοι ως φοιτητές, μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου, δεν ήταν δυνατή. Παρόμοια, στην απόφαση Orses κ.α. ν. Δημοκρατία, υπόθ. αρ. 2408/06, ημερ. 31.1.08, απορρίφθηκε προσφυγή με την οποία ζητείτο η ακύρωση απορριπτικού αιτήματος των καθ΄ ων για την παραχώρηση ειδικής χορηγίας για φοιτητές, ενόψει του ότι η ειδική αυτή χορηγία καταβάλλεται σε κάθε οικογένεια που έχει τη μόνιμη διαμονή της στην Κύπρο και έχει τέκνο φοιτητή. Εφόσον όμως η διαμονή των αιτητών δεν ήταν στις περιοχές που ελέγχονταν από το κράτος, και δεν μπορούσε αυτή να ελεγχθεί κρίθηκε ότι ορθά το αίτημα τους είχε απορριφθεί. Στην απόφαση έγινε και πάλι αναφορά ότι στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει δημιουργηθεί μια υποτελής διοίκηση, παράνομη που στερεί το νόμιμο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας από την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου. Ενόψει του γεγονότος αυτού δεν δημιουργείτο ανισότητα στο να επιτρέπεται η χορηγία στις οικογένειες που έχουν τη μόνιμη διαμονή τους στις περιοχές που ελέγχονται από το κράτος, συνεισφέροντας και στα φορολογικά βάρη της Δημοκρατίας, έναντι αυτών που η διαμονή τους είναι στα κατεχόμενα. Είναι φανερό από την πιο πάνω ανάλυση ότι οι καθ΄ ων ενήργησαν με βάση ορθά κριτήρια, παρέχοντας την αναγκαία αιτιολογία χωρίς πλάνη περί τα πράγματα και χωρίς να θέτουν τον αιτητή σε δυσμενέστερη θέση, σε σχέση με άλλο πολίτη υπό παρόμοιες συνθήκες." Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.000 έξοδα, περιλαμβανομένου ΦΠΑ, υπέρ του ΚΟΑΠ. Ρ. Γαβριηλίδης, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.