ΠΕΤΡΟΣ Α. ΦΤΑΝΟΣ κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α, Υπόθεση Αρ. 305/2006, 18 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 305/2006) 18 Σεπτεμβρίου, 2008 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
- ΠΕΤΡΟΣ Α. ΦΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, ΩΣ Ο ΠΙΝΑΚΑΣ Α, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
- ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΡΗΣΗΣ ΜΗΤΡΩΟΥ ΜΑΧΗΤΩΝ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. Α. Σ. Αγγελίδης, για τους Αιτητές. Λ. Ουστά (κα), για τους Καθ΄ων η Αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Οι 73 Αιτητές είναι όλοι μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, εκτός ορισμένων οι οποίοι έχουν ήδη αφυπηρετήσει. Το 2001 ψηφίστηκε ο περί Καθιέρωσης της 15ης Ιουλίου 1974 ως Ημέρας Μνήμης και Τιμής των Πεσόντων και Αγωνισθέντων για τη Δημοκρατία Νόμος του 2001 (Ν. 24(Ι)/2001), στον οποίο τη συνέχεια θα αναφέρομαι ως ο Νόμος. Με το άρθρο 5 καθιδρύεται Επιτροπή Καταρτισμού και Τήρησης Μητρώου Μαχητών της Αντίστασης, στο εξής η Επιτροπή. Για διατήρηση της μνήμης και για έμπρακτη απόδοση τιμής προς τους μαχητές της αντίστασης, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εισηγείται στις αρμόδιες αρχές ή/και το Υπουργικό Συμβούλιο, μεταξύ άλλων την απονομή στους μαχητές της αντίστασης, οι οποίοι είναι καταχωρημένοι στο Μητρώο, ηθικών αμοιβών από την Πολιτεία. Μεταξύ των ηθικών αμοιβών περιλαμβάνονται με το εδάφιο (γ) το άρθρο 12
(2)και προαγωγές επ' ανδραγαθία. Στις 16.11.2004 το Υπουργικό Συμβούλιο, ενέκρινε σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου τις εισηγήσεις της Επιτροπής, για προαγωγή επ' ανδραγαθία μελών της αστυνομικής δύναμης που βρίσκονταν στην υπηρεσία ή είχαν αφυπηρετήσει. Όλες οι προαγωγές θα ίσχυαν αναδρομικά από 1.1.2005. Ο Αρχηγός Αστυνομίας υλοποιώντας την πιο πάνω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου προχώρησε στην επ' ανδραγαθία προαγωγή Μελών της Αστυνομικής Δύναμης, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονταν στον κατάλογο που ενέκρινε το Υπουργικό Συμβούλιο. Οι Αιτητές δεν προήχθηκαν, επειδή τα ονόματά τους δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο που υποβλήθηκε στις 11.11.2004 από την Επιτροπή στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ο λόγος ήταν γιατί οριμένοι από αυτούς, δεν είχαν μέχρι τότε υποβάλει αίτηση για εγγραφή στο Μητρώο Μαχητών. Φαίνεται ότι οι πλείστοι των Αιτητών υπέβαλαν, σύμφωνα με το Παράρτημα 3 της ένστασης, αιτήσεις για εγγραφή το 2005, ενώ ορισμένοι οι οποίοι υπέβαλαν αιτήσεις για εγγραφή προηγουμένως, για διάφορους λόγους δεν είχαν ακόμη εγγραφεί στο Μητρώο, είτε επειδή οι αιτήσεις και τα στοιχεία για τη δράση τους ακόμη εξετάζονταν, είτε γιατί για άλλους λόγους δεν μπορούσαν σύμφωνα με το Νόμο να συμπεριληφθούν στον κατάλογο προταθέντων για προαγωγή. Περί τα μέσα του 2005 η Επιτροπή, αφού ολοκλήρωσε την εξέταση και των υπολοίπων αιτήσεων, αποφάσισε αφενός να εγγράψει τους Αιτητές - πλην του Αιτητή αρ. 62 - στο σχετικό Μητρώο Μαχητών της Αντίστασης και αφετέρου να τους προτείνει για προαγωγή επ' ανδραγαθία, αποστέλλοντας για το σκοπό αυτό συμπληρωματικό κατάλογο στο Υπουργικό Συμβούλιο. Για τον Αιτητή αρ. 62, Χαρ. Ε. Δημητρίου, ο οποίος έφερε ήδη το βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου, δεν έγινε πρόταση για προαγωγή, επειδή οι προτάσεις της Επιτροπής κάλυπταν μέχρι το βαθμό του Αναπληρωτή Ανώτερου Υπαστυνόμου. Παρά την υποβολή εισήγησης στο Υπουργικό Συμβούλιο και εκκρεμούσης της απόφασης του, οι Αιτητές στις 14.2.2006 καταχώρησαν την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητούν τις πιο κάτω θεραπείες:- «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη και η σιωπηρή άρνηση των καθ'ων η αίτηση, ξεχωριστά και/ή συλλογικά, να μην προχωρήσουν σε εφαρμογή κατ' ίση μεταχείριση καις τις περιπτώσεις των αιτητών, που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Αντιστασιακών, σε προαγωγή επ' ανδραγαθία κατά το Νόμο 24
(1)/01, όπως έγινε σε άλλους ήδη αντιστασιακούς είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και ότι κάθε τι που παραλήφθηκε θα πρέπει να διενεργηθεί. Β. Έξοδα και ΦΠΑ.» Οι κύριοι λόγοι ακύρωσης που προωθήθηκαν από το συνήγορο των Αιτητών είναι: (α) ότι η μη προαγωγή των Αιτητών βάσει του Νόμου 24(Ι)/2001 συνιστούν παράνομη και άνιση μεταχείριση και (β) ότι η παράλειψη των καθ'ων η αίτηση είναι αναιτιολόγητη και αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα. Οι καθ'ων η αίτηση με την ένσταση τους ήγειραν τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Με τις δύο πρώτες ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει άρνηση εκ μέρους τους να προχωρήσουν και στην περίπτωση των Αιτητών, σε εφαρμογή του Νόμου 24(Ι)/2001,αφού η Επιτροπή υπέβαλε εισήγηση για προαγωγή τους, ενώ το Υπουργικό Συμβούλιο δεν είχε αποφασίσει ακόμη επί του θέματος. Ως εκ τούτου, είναι η θέση τους ότι η προσφυγή είναι πρόωρη. Η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά στον Αιτητή αρ. 62 ότι δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα προσφυγή καθότι δεν έχει προταθεί από την Επιτροπή για προαγωγή επ' ανδραγαθία και ότι η προσφυγή του θα έπρεπε να στρέφεται μόνο εναντίον της Επιτροπής. Έχω εξετάσει τις προδικαστικές ενστάσεις και κατά την άποψή μου αυτές ευσταθούν. Θα αρχίσω με την προδικαστική ένσταση που αφορά στον Αιτητή αρ. 62, ο οποίος δεν συμπεριλήφθηκε από την Επιτροπή στο σχετικό κατάλογο προτεινομένων μαχητών για προαγωγή επ' ανδραγαθία και επομένως δεν μπορούσε να προαχθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου, η Επιτροπή καταρτίζεται και τηρεί Μητρώο Μαχητών της Αντίστασης στο οποίο η εγγραφή γίνεται από την ίδια την Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 12, για να απονεμηθεί ηθική αμοιβή θα πρέπει ο μαχητής όχι μόνο να είναι καταχωρημένος στο Μητρώο, αλλά και η Επιτροπή να εισηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο την απονομή ηθικής αμοιβής. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε τέτοια εισήγηση και επομένως το Υπουργικό Συμβούλιο δεν θα μπορούσε να τον προάξει. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, για να υπάρξει παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, η διοίκηση θα πρέπει να δεσμεύεται νομικά να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια. Το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 12 του Νόμου, έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής να απονέμει ηθικές αμοιβές. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπέβαλε εισήγηση για προαγωγή των Αιτητών και επομένως το Υπουργικό δεν μπορούσε να ενεργήσει όπως εισηγούνται οι Αιτητές, αφού δεν τηρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου. Όμως, και αν ακόμη υπήρχε εισήγηση από την Επιτροπή, το Υπουργικό δεν δεσμευόταν να την ακολουθήσει, αλλά είχε διακριτική ευχέρεια επί του θέματος. Όπως αναφέρθηκε από τον Νικολαΐδη, Δ., στη Στυλιανού και Άλλοι ν. Υπουργικού Συμβουλίου, Υπόθ. Αρ. 229/06, ημερ. 8.10.07 «το Υπουργικό Συμβούλιο δεν έχει δέσμια αρμοδιότητα να παραχωρήσει στα πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Μαχητών της Αντίστασης οποιαδήποτε ηθική αμοιβή, πολύ δε περισσότερο προαγωγή επ' ανδραγαθία.» Ως αποτέλεσμα, ο Αιτητής αρ. 62 δεν νομιμοποιείται να στρέφεται εναντίον του Υπουργικού Συμβουλίου και επομένως η σχετική ένσταση επιτυγχάνει. Ούτε η προσφυγή του εναντίον της Επιτροπής ευσταθεί, αφού δεν καλύπτεται από το σχετικό αιτητικό. Αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις που αφορούν στους υπόλοιπους Αιτητές, και αυτές κατά την άποψή μου ευσταθούν. Κατά το χρόνο καταχώρησης της προσφυγής οι Αιτητές είχαν ήδη περιληφθεί από την αρμόδια Επιτροπή στον σχετικό συμπληρωματικό κατάλογο του 2005 και εκκρεμούσε η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Επομένως, κατά τον χρόνο καταχώρησης της προσφυγής δεν τεκμηριώνεται οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 2, Επιτροπής. Σε ό,τι αφορά το Υπουργικό Συμβούλιο, καθ'ων η αίτηση 1, το θέμα εξεταζόταν, αλλά δεν υπήρχε ακόμα οποιαδήποτε απόφαση, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να στερούνται εννόμου συμφέροντος. Η προσβολή απόφασης πριν αυτή εκδοθεί ή προτού αυτή εξωτερικευθεί ώστε να καταστεί externum, δεν είναι δυνατό να επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πλην της περίπτωσης του Άρθρου 146.1 και του Άρθρου 29 του Συντάγματος. Αυτό εξάλλου προβλέπεται και από το άρθρο 3 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/99) (Βλ. απόφαση πλειοψηφίας στην Τριμιθιώτης ν. Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης
(2003)3 ΑΑΔ 422). Υπό αυτές τις περιστάσεις, το μόνο που μπορούσαν τότε να κάμουν οι Αιτητές ήταν να επιλέξουν να προσβάλουν είτε την παράλειψη του Υπουργικού Συμβουλίου να τους απαντήσει είτε μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου να θεωρήσουν την παράλειψη απάντησης, ως άρνηση. Είναι φανερό από τη θεραπεία που ζητείται, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές, δεν επέλεξαν να προσβάλουν την παράλειψη του Υπουργικού Συμβουλίου να τους απαντήσει. Φαίνεται ότι εκείνο που επέλεξαν, είναι να θεωρήσουν τη μη έγκαιρη απάντηση εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, ως σιωπηρή άρνηση. Όμως το Υπουργικό Συμβούλιο τελικά αποφάσισε και μάλιστα θετικά για τους ίδιους. Αυτό κατά την άποψή μου έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης με αποτέλεσμα η προσφυγή τους, υπό τις περιστάσεις, να καθίσταται άνευ αντικειμένου. Όπως αναφέρθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στην Στράκκα Λτδ. ν. Δημοκρατίας
(1991)3 ΑΑΔ 643:- «Αποτελεί βασική αρχή του διοικητικού δικαίου ότι η δίκη καταργείται για διάφορους λόγους στους οποίους περιλαμβάνεται η έλλειψη αντικειμένου. Κατά κανόνα η προσφυγή δεν μπορεί να προωθηθεί και πρέπει να διαγραφεί αν μετά την καταχώρηση και πριν την εκδίκασή της επισυμβούν γεγονότα που έχουν ως συνέπεια την εξαφάνιση του αντικειμένου της, όπως π.χ. η ρητή ανάκληση της προσβαλλόμενης πράξης στο σύνολό της, η σιωπηρά ανάκλησή της η οποία εξυπακούεται από νέα πράξη του ίδιου οργάνου που ρυθμίζει το ίδιο θέμα και η πλήρης ικανοποίηση της αξίωσης του αιτητή. Στις περιπτώσεις αυτές η δίκη καταργείται γιατί η συνέχισή της δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό. Στην περίπτωση όμως που έχουν προκύψει στον αιτητή ζημιογόνες συνέπειες από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη ή παράλειψη ενώ αυτή βρισκόταν ακόμα σε ισχύ, η δίκη δεν καταργείται. Εναπόκειται, βέβαια, στον εκάστοτε αιτητή να αποδείξει ότι έχουν ήδη προκύψει σ' αυτόν ζημιογόνες συνέπειες από την προσβαλλόμενη πράξη πριν την ανάκλησή της ή την ικανοποίηση της αξίωσής της ή την ικανοποίηση της αξίωσης του και συντρέχει, επομένως, λόγος για τη συνέχιση της δίκης.» Δεν συμφωνώ, ότι οι ενέργειες των καθ'ων η αίτηση θίγουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους Αιτητές ή ότι μετά την ικανοποίηση του αιτήματος τους για προαγωγή επ' ανδραγαθία και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, από 1.1.2005, (Βλ. Τεκμήριο 3), όπως ίσχυε για όλους τους υπόλοιπους μαχητές, τίθεται θέμα ανισότητας όπως αυτή προσδιορίζεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος και στη σχετική νομολογία. Ενόψει των πιο πάνω, οι προδικαστικές ενστάσεις, γίνονται δεχτές. Η προσφυγή αν και τυπικά δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόωρη, αφού στην ουσία προσέβαλλε τη σιωπηρή άρνηση της διοίκησης, εντούτοις κατέστη άνευ αντικειμένου, μετά την προαγωγή επ' ανδραγαθία των Αιτητών και μάλιστα αναδρομικά. Η άρνηση των Αιτητών να δεχθούν ότι η δίκη καταργήθηκε, ήταν κατά την άποψή μου αδικαιολόγητη. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1200 έξοδα υπέρ των καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο