← Κύπρος

Daniyelyan Arman ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 4 ΑΑΔ 280

Daniyelyan Arman ν. Κυπριακής Δημοκρατίας

(2008)4 ΑΑΔ 280 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2008)4 ΑΑΔ 280 9 Μαΐου, 2008 [ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ARMAN DANIYELYAN, Αιτητής, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ
  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
  2. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ' ης η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 901/2007) Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων ― Άρθρο 19
(1)του περί Προσφύγων Νόμου αρ. 6(Ι)/2000 ― Η δυνατότητα αναγνωρίσεως καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας σε αλλοδαπό ― Δεν διερευνήθηκε επαρκώς στην κριθείσα περίπτωση ― Περιστάσεις και συνέπειες. Ο αιτητής προσέφυγε κατά της απόφασης απόρριψης της διοικητικής του προσφυγής εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία είχε απορριφθεί αίτημά του για αναγνώριση καθεστώτος πολιτικού πρόσφυγα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, μερικώς ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: Οι καθ' ων η αίτηση, χρησιμοποιώντας το τι κατά την γνώμη τους αποτελούσε αντιφάσεις, οδηγήθηκαν στο να απορρίψουν συλλήβδην τους ισχυρισμούς του αιτητή. Εκείνο που χαρακτηρίζουν ως αντιφάσεις οι καθ' ων η αίτηση, ήταν στην ουσία λογικά ερωτήματα που έθετε στον εαυτό του ο αιτητής, για να εξηγήσει το γεγονός της κακομεταχείρισης από τους εγκληματίες, μετά την καταγγελία του στην Αστυνομία, κάτι φυσιολογικό υπό τις περιστάσεις, αφού δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι πράγματι είχε γίνει. Η απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς και αβάσιμης αιτιολογίας και ως εκ τούτου η προσφυγή θα πρέπει να επιτύχει μερικώς. Η επίδικη πράξη ακυρώνεται, αναφορικά με τη μη αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς με έξοδα. Προσφυγή. Χ. Ρασπόπουλος για Χρ. Κιτρομηλίδη, για τον Αιτητή. Δ. Νικολάτου, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Ο αιτητής, που κατάγεται από την Ουκρανία, προσφεύγει εναντίον της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία είχε απορριφθεί αίτημά του για αναγνώριση του καθεστώτος του πολιτικού πρόσφυγα, με βάση τον περί Προσφύγων Νόμο 2000 -
  1. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας που προβάλλονται με κάπως γενικό και αόριστο τρόπο, είναι ο ισχυρισμός για πλάνη περί το Νόμο και τα πράγματα, η έλλειψη δέουσας έρευνας και το αναιτιολόγητο ή το μη επαρκώς αιτιολογημένο της απόφασης. Στην αίτησή του για άσυλο, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του και έφθασε στην Κύπρο στις 5.12.03 ως επισκέπτης. Πρόβαλε τον ισχυρισμό επίσης ότι ο λόγος που εγκατέλειψε την Ουκρανία ήταν γιατί διώκετο από εγκληματίες. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι είχε δική του καφετέρια και ότι άνθρωποι της μαφίας ζητούσαν χρήματα απ' αυτόν και τον απείλησαν και τον κτύπησαν επειδή αρνήθηκε να τους πληρώσει. Αποτάθηκε, όπως είπε, στην Αστυνομία, η οποία ωστόσο στην ουσία δεν τον βοήθησε και τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Τους ισχυρισμούς αυτούς πρόβαλε και στην Υπηρεσία Ασύλου κατά τη συνέντευξη που έλαβε χώρα στις 18.1.
  2. Η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημά του αιτητή, κρίνοντας αυτόν ως αναξιόπιστο, η δε Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, υιοθετώντας τη θέση αυτή της Υπηρεσίας Ασύλου, κατέληξε και πάλι σε απορριπτική απόφαση. Παραθέτω κατά λέξη το σχετικό απόσπασμα από την επίδικη απόφαση: «Ο προσφεύγων ισχυρίζεται αρχικά ότι μετά την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία, ένα από τα άτομα της μαφίας συνελήφθηκε. Ωστόσο ερωτηθείς για περισσότερες εξηγήσεις, διαφοροποιεί την αρχική του δήλωση, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι βέβαιος ότι έγινε μια τέτοια σύλληψη αλλά έτσι πιστεύει, διότι διαφορετικά τα άτομα της μαφίας δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν για την καταγγελία και δεν θα του ζητούσαν να την αποσύρει (ερυθρό Χ1,32,31). Ορθά ο λειτουργός Ασύλου επισημαίνει την πιο πάνω αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο προσφεύγων και η οποία κλονίζει την αξιοπιστία του. Ο προσφεύγων όπως έχει ήδη σημειωθεί δήλωσε ότι κάποιο από τα άτομα της μαφίας που τον απειλούσε, μετά την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία, συνελήφθηκε. Εντούτοις, στην αίτηση του δήλωσε ότι παρά την καταγγελία που έκανε η αστυνομία δεν τον βοήθησε (ερυθρό 16,Χ2). Όταν του ζητήθηκε να δώσει εξηγήσεις σχετικά με το πιο πάνω, διαφοροποιεί άλλη μια φορά τις δηλώσεις του, υποστηρίζοντας ότι πιθανόν η σύλληψη να μην έγινε ποτέ και ότι υπάρχει ενδεχόμενο οι αστυνομικές αρχές να ενημέρωσαν τα άτομα της μαφίας για την καταγγελία που ο ίδιος υπέβαλε εναντίον τους (ερυθρό 29,Χ2). Ορθά ο λειτουργός Ασύλου επισημαίνει το πιο πάνω που κλονίζει την αξιοπιστία του προσφεύγοντα και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την αληθοφάνεια των ισχυρισμών. Ο προσφεύγων μετά τον ξυλοδαρμό που δέχτηκε εγκαταστάθηκε στο σπίτι ενός φίλου του που βρισκόταν στην ίδια πόλη για περισσότερο από ένα μήνα, ενώ μετά από αυτό έμενε σε ξενοδοχεία ή ενοικιαζόμενα δωμάτια για μικρά χρονικά διαστήματα, χωρίς ωστόσο να έρθει ξανά σε επαφή με τα άτομα της μαφίας (ερυθρό 30,29,Χ3). Ορθά ο λειτουργός Ασύλου επισημαίνει το πιο πάνω που δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες ως προς το αληθές του αιτήματος του, αφού αν πραγματικά αντιμετώπιζε βάσιμο φόβο δίωξης από την μαφία θα αναμένετο να είχε ξανασυναντήσει τα άτομα αυτά αφού βρισκόταν ακόμα στην χώρα του και συγκεκριμένα στην πόλη του για διάστημα περίπου 2 μηνών. Ερωτηθείς ο προσφεύγων γιατί δεν εγκαταστάθηκε σε άλλη πόλη στην χώρα του, προτού αποφασίσει να έρθει στην Κύπρο, δήλωσε ότι θα αντιμετώπιζε την ίδια κατάσταση με την διαφθορά και την μαφία και ότι για αυτό το λόγο ήταν απογοητευμένος (ερυθρό 29,Χ4). Ορθά ο λειτουργός Ασύλου επισημαίνει το πιο πάνω που κλονίζει περαιτέρω την αξιοπιστία του προσφεύγοντα για την ισχυριζόμενη δίωξη του, αφού επικαλείται την γενική κατάσταση διαφθοράς που υπάρχει στην Ουκρανία ως λόγο για τον οποία εγκατέλειψε την χώρα του και όχι φόβο δίωξης από τα συγκεκριμένα άτομα τα οποία ισχυρίζεται ότι τον παρενοχλούσαν (ερυθρό 29,Χ4).» Ασχέτως της αιτιολογίας που δόθηκε για απόρριψη του αιτήματος για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα, είναι προφανές ότι τέτοιο αίτημα δεν θα μπορούσε να επιτύχει, αφού δεν υπήρχε καν ισχυρισμός για δίωξη του «για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων». (α.3
(1)). Αναγνωρίζοντας, προφανώς, το γεγονός αυτό, ο συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση του επικεντρώθηκε στην παράλειψη των καθ' ων η αίτηση να του αναγνωρίσουν καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας με βάση το Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6
(1)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί στο εδάφιο
(1)τα ακόλουθα: «19
(1)Ο Προϊστάμενος, με απόφαση του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου
(1)του Άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι εάν επιστρέψει στην χώρα της ιθαγένειας του θα αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή πραγματική βλάβη και δεν είναι σε θέση ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν είναι πρόθυμος να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.» Είναι προφανές, κατά την άποψή μου, ότι δεν υπήρξε ικανοποιητική εξέταση του πιο πάνω θέματος από τους καθ' ων η αίτηση. Η αιτιολογία δε η οποία δόθηκε στη γενική απόρριψη του αιτήματος, που παρέθεσα πιο πάνω, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Χρησιμοποιώντας το τι κατά τους καθ' ων η αίτηση αποτελούσε αντιφάσεις τους οδήγησε στο να απορρίψουν συλλήβδην του ισχυρισμούς του αιτητή. Κατά την άποψη μου εκείνο που χαρακτηρίζουν ως αντιφάσεις οι καθ' ων η αίτηση ήταν στην ουσία λογικά ερωτήματα που έθετε στον εαυτό του ο αιτητής για να εξηγήσει το γεγονός της κακομεταχείρισης από τους εγκληματίες μετά την καταγγελία του στην Αστυνομία, κάτι φυσιολογικό υπό τις περιστάσεις, αφού δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι πράγματι είχε γίνει. Καταλήγω ότι η απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς και αβάσιμης αιτιολογίας και ως εκ τούτου η προσφυγή θα πρέπει να επιτύχει μερικώς. Η επίδικη πράξη ακυρώνεται, αναφορικά με τη μη αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Επιδικάζονται €1.300 έξοδα, συν Φ.Π.Α., υπέρ του αιτητή. Η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.