Καΐλα Θεόδωρος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)4 ΑΑΔ 542 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2008)4 ΑΑΔ 542 11 Ιουλίου, 2008 [ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΪΛΑ, Αιτητής, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ- ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ, Καθ' ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 810/2007) Πολεοδομία και Χωροταξία ― Πολεοδομική άδεια ― Χορήγηση άδειας υπό όρους σχετικούς με διεύρυνση οδικού δικτύου, χωρίς να υφίσταται εν ισχύι ρυμοτομικό σχέδιο ― Κατά πόσο οι όροι μπορούν να δικαιολογηθούν, στη βάση νομοθετικών προνοιών ή προνοιών της σχετικής Δήλωσης Πολιτικής ― Ειδικά το ζήτημα της αποδοχής των όρων από τον αιτητή. Έννομο Συμφέρον ― Αιτητή πολεοδομικής άδειας να προσβάλει τους όρους που την συνοδεύουν ― Κατά πόσο μπορούσε να συναχθεί αποδοχή των όρων, από τη συμπεριφορά του αιτητή στην κριθείσα περίπτωση. Ο αιτητής προσέφυγε κατά της πολεοδομικής άδειας που του χορηγήθηκε, αμφισβητώντας τους όρους που την συνόδευαν και που αφορούσαν τον επηρεασμό του ακινήτου του από διεύρυνση δρόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: Ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω ρυμοτομικό σχέδιο σε ισχύ είναι ορθό, ούτε ισχυρίζεται το αντίθετο η Δημοκρατία. Τούτου δοθέντος, είναι ορθή και η εισήγηση του Αιτητή, ότι η πάγια νομολογία που θεωρεί παράνομους και άκυρους όρους για παραχώρηση που επιβάλλονται ελλείψει εν ισχύι ρυμοτομικού σχεδίου, εξακολουθεί να ισχύει και δεν επηρεάζεται από το Νόμο και τη Δήλωση Πολιτικής στα οποία παραπέμπει η Δημοκρατία. Το ουσιαστικό θέμα που προκύπτει, αφορά το κατά πόσο ο Αιτητής έχει αποδεχθεί την εν λόγω παραχώρηση. Είναι κυρίαρχη η διαχρονική αντίθεση του Αιτητή στην παραχώρηση, εκδηλωθείσα κυρίως μέσω της ιεραρχικής προσφυγής του και της ένστασής του στην κατασκευή του δρόμου, αλλά και η απουσία οποιασδήποτε άλλης ενέργειας προς την κατεύθυνση αποδοχής της παραχώρησης. Έτσι αντικριζόμενη, η σημείωση της «ρυμοτομίας» στο υποβληθέν τοπογραφικό αρχιτεκτονικό σχέδιο, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αναμφίβολη αποδοχή της παραχώρησης επηρεάζουσα νομικά δικαιώματα παρά μόνο, ενδεχομένως, ως περιγραφική της επί τόπου κατάστασης. Το δε συνοδευτικό χωρομετρικό σχέδιο, το οποίο δείχνει τη γραμμή διεύρυνσης του δρόμου, δεν προήρχετο καν από τον Αιτητή, αλλά από το Κτηματολόγιο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεσμευτικό για τον Αιτητή, μόνο και μόνο διότι υπεβλήθη για σκοπούς της αίτησης. Η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα. Αναφερόμενη Υπόθεση: Λάμπρου ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 452. Προσφυγή. Α. Παναγιώτου, για τον Αιτητή. Ε. Παπαγεωργίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση. Cur. adv. vult. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Το 1996 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για άδεια περίφραξης ακινήτου του στην Κοκκινοτριμιθιά. Η άδεια εδόθη με όρους που αφορούσαν την παραχώρηση τμήματος του ακινήτου ως επηρεαζόμενου από διεύρυνση του δρόμου, οι οποίοι όμως ανεκλήθησαν μετά που ο Υπουργός Εσωτερικών το 1999 έκανε δεκτή ιεραρχική προσφυγή του Αιτητή κατά της νομιμότητάς τους. Ανάλογοι όροι επεβλήθησαν και σε πολεοδομική άδεια η οποία εξεδόθη το 2003 όταν ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για πολεοδομική άδεια για ανέγερση οικίας στο ακίνητο. Η άδεια εκείνη όμως εξέπνευσε καθ' όσον ο Αιτητής δεν αιτήθηκε και δεν εξασφάλισε άδεια οικοδομής κατά τη διάρκεια της ισχύος της ώστε να προβεί στην ανέγερση της οικίας. Το 2006 ο Αιτητής υπέβαλε και πάλι αίτηση για πολεοδομική άδεια για την ανέγερση οικίας και, με την έκδοσή της, ετέθησαν και πάλι οι εν λόγω όροι. Κατά της απόφασης αυτής στρέφεται η προσφυγή, με βασικό έρεισμα την ανυπαρξία ρυμοτομικού σχεδίου διεύρυνσης του δρόμου. Η Δημοκρατία δικαιολογεί τη νομιμότητα των όρων με αναφορά, αφ' ενός στις πρόνοιες του Ν. 90/1972 και της παραγράφου 3.1(α)(γ)(δ)(στ) της Πολιτικής 3Α της Δήλωσης Πολιτικής ως εξουσιοδοτούσες την επιβολή τους, και αφ' ετέρου στην αποδοχή από τον Αιτητή των εν λόγω όρων. Παραπέμπει συναφώς στο ότι από πολλών ετών κατεσκευάσθη ο δρόμος στο τμήμα που ζητήθηκε να παραχωρηθεί (όπως και σε σχέση με άλλα ακίνητα των οποίων εζητήθη ανάπτυξη), στο ότι ο Αιτητής γνώριζε για τον επηρεασμό του κτήματός του από το 2003 που του εδόθη η πρώτη πολεοδομική άδεια, και στο ότι ο ίδιος ο Αιτητής, στα πλαίσια της νέας αίτησης του το 2006, υιοθέτησε τον επηρεασμό αφού στο χωρομετρικό σχέδιο και στο τοπογραφικό σχέδιο που υπέβαλε δείχνει το επηρεαζόμενο τμήμα ως ρυμοτομία και τοποθετεί τις προτιθέμενες οικοδομές αναλόγως. Ότι δεν υπάρχει ρυμοτομικό σχέδιο σε ισχύ είναι ορθό, ούτε ισχυρίζεται το αντίθετο η Δημοκρατία. Τούτου δοθέντος, φρονώ ότι είναι ορθή και η ακόλουθη εισήγηση του Αιτητή ότι η πάγια νομολογία που θεωρεί παράνομους και άκυρους όρους για παραχώρηση που επιβάλλονται ελλείψει εν ισχύι ρυμοτομικού σχεδίου εξακολουθεί να ισχύει και δεν επηρεάζεται από το Νόμο και τη Δήλωση Πολιτικής στα οποία παραπέμπει η Δημοκρατία. Το ουσιαστικό θέμα που προκύπτει αφορά το κατά πόσο ο Αιτητής έχει αποδεχθεί την εν λόγω παραχώρηση. Ο Αιτητής παρατηρεί ότι, αντιθέτως, ο ίδιος εξ αρχής την αμφισβήτησε με την ιεραρχική προσφυγή του το 1996 η οποία και τον δικαίωσε. Η Δημοκρατία λέγει ότι η προσφυγή εκείνη εκρίθη στη βάση όχι του Ν. 90/1972 αλλά των περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών. Σημασία όμως δεν έχει η νομική βάση στην οποία εξετάσθη η ιεραρχική προσφυγή αλλά το γεγονός ότι το 1996 ο Αιτητής, καταχωρώντας την ιεραρχική προσφυγή στην οποία και δικαιώθηκε, ουδόλως απεδέχθη αλλά αντιθέτως αμφισβήτησε την εν λόγω παραχώρηση και μάλιστα οι επιβληθέντες όροι ανεκλήθησαν ως αποτέλεσμα της έκβασης της ιεραρχικής προσφυγής. Η όποια αποδοχή του Αιτητή θα πρέπει να αναζητηθεί λοιπόν σε στάδιο μετέπειτα του 1999 που εκρίθη η ιεραρχική προσφυγή και ανεκλήθησαν οι όροι. Και οι επιβληθέντες το 2003 όροι όμως είναι άνευ σημασίας. Εκτός του ότι ο Αιτητής λέγει ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της πολεοδομικής άδειας εκείνης, δεν προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες που να καταδείκνυαν αποδοχή της αφού δεν αποτάθηκε για άδεια οικοδομής και δεν προχώρησε στην ανάπτυξη για την οποία είχε εκδοθεί η άδεια η οποία και έπαυσε να έχει ισχύ. Πότε κατασκευάσθη ο δρόμος δεν υπάρχει μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει όμως, ήδη διεπιστώθη ότι, μέχρι το 1999 που εξεδόθη η απόφαση επί της ιεραρχικής προσφυγής και ακολούθως ανεκλήθησαν οι όροι, ο Αιτητής όχι μόνο δεν απεδέχθη αλλά και ενίστατο στην παραχώρηση, μάλιστα δε παραπέμπει και σε επιστολή του το 1998 με την οποία διαμαρτύρετο για ενέργειες που εγίνοντο προς κατασκευή του δρόμου. Δεν μπορεί λοιπόν να εκλαμβάνεται ως συγκατατεθείς στην παραχώρηση μέσω της στάσης του έναντι στην κατασκευή του δρόμου. Το μόνο στοιχείο ενδεχόμενης συγκατάθεσης του Αιτητή που απομένει να εξετασθεί λοιπόν είναι η δική του αίτηση το 2006 στα υποβληθέντα για την οποία σχέδια λαμβάνεται υπόψη η «ρυμοτομία». Καταλήγω όμως ότι τούτο δεν μπορεί να εκληφθεί ως συγκατάθεση. Το στοιχείο αυτό δεν θα πρέπει να αξιολογηθεί μεμονωμένα αλλά υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων που το περιβάλλουν. Και είναι κυρίαρχη η διαχρονική αντίθεση του Αιτητή στην παραχώρηση, εκδηλωθείσα κυρίως μέσω της ιεραρχικής προσφυγής του και της ένστασης του στην κατασκευή του δρόμου, αλλά και η απουσία οποιασδήποτε άλλης ενέργειας προς την κατεύθυνση αποδοχής της παραχώρησης. Έτσι αντικριζόμενη, η σημείωση της «ρυμοτομίας» στο υποβληθέν τοπογραφικό αρχιτεκτονικό σχέδιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αναμφίβολη αποδοχή της παραχώρησης επηρεάζουσα νομικά δικαιώματα παρά μόνο, ενδεχομένως, ως περιγραφική της επί τόπου κατάστασης. Το δε συνοδευτικό χωρομετρικό σχέδιο, το οποίο δείχνει τη γραμμή διεύρυνσης του δρόμου, δεν προήρχετο καν από τον Αιτητή αλλά από το Κτηματολόγιο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεσμευτικό για τον Αιτητή μόνο και μόνο διότι υπεβλήθη για σκοπούς της αίτησης. Σχετική επί των αρχών που διέπουν το θέμα της παραδοχής είναι και η απόφαση Λάμπρου ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 452. Ενόψει της κατάληξης αυτής, η προσφυγή πρέπει να επιτύχει εφ' όσον, όπως ήδη παρετηρήθη, ρυμοτομικό σχέδιο σε ισχύ το οποίο να νομιμοποιούσε την επιβολή των εν λόγω όρων δεν υπήρχε. Η προσβαλλόμενη απόφαση για επιβολή των εν λόγω όρων λοιπόν ακυρώνεται. Η Δημοκρατία θα καταβάλει €800 έξοδα στον Αιτητή. Η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο